Γιάννης Χατζηχρήστο’ς blog

18+1 αφορμές για συζήτηση

Ποιός είναι

Posted by R.K. στο 13/04/2009

Γ. Χατζηχρήστος

 

Ο ΓΙΑΝΝΗΣ ΧΑΤΖΗΧΡΗΣΤΟΣ γεννήθηκε το 1958 στην Αθήνα. Αποφοίτησε από το Μαθηματικό Τμήμα του Πανεπιστημίου Πατρών. Συμμετείχε στην υλοποίηση σύνθετων έργων πληροφορικής και επικοινωνιών και διετέλεσε διοικητής του Ψυχιατρικού Νοσοκομείου Κέρκυρας καθώς και Γενικός Διευθυντής μονάδων υγείας του ιδιωτικού τομέα. Σήμερα εργάζεται ως σύμβουλος στο σχεδιασμό, ανάπτυξη και τη διοίκηση μονάδων και συστημάτων υγείας στην Ελλάδα και το εξωτερικό.

Σε αυτή την ιστοσελίδα παρουσιάζεται σύντομο επαγγελματικό του βιογραφικό καθώς και η πρώτη γραφή του μυθιστορήματος «Το φ του φόβου», που εκτίθεται για σχολιασμό. Σε ορισμένα από τα αναρτημένα σχόλια, θα βρείτε links προς τις μουσικές που ακούγονται μέσα στο μυθιστόρημα, ενώ στο τελευταίο Κεφάλαιο έχει αναρτηθεί και σχόλιο με την σχετική βιβλιογραφία .

Για την διευκόλυνση της ανάγνωσης, ρυθμίστε κατάλληλα την γραμματοσειρά από τις επιλογές (View) του προγράμματος πλοήγησης που χρησιμποιείτε. Εφ΄όσον σας διευκολύνει, μπορείτε να αντιγράψετε τα κεφάλαια του μυθιστορήματος στον επεξεργαστή κειμένου που χρησιμοποιείτε και να τα εκτυπώσετε. 

Αν πάλι σας εξυπηρετεί η ανάγνωση ανά Κεφάλαιο , κάντε την ανάγνωση και τα σχόλιά σας στο http://to-f-tou-fovou.blogspot.com .

Posted in Γιάννης Χατζηχρήστος | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Ποιός είναι

To φ του φόβου- Εξώφυλλο

Posted by R.K. στο 13/04/2009

Γιάννη Χατζηχρήστου
Το φ του φόβου
Μυθιστόρημα
(πρώτη γραφή)
.
Η πρώτη γραφή του μυθιστορήματος «Το φ του φόβου» εκτίθεται εδώ για σχολιασμό και παρατηρήσεις. Οι γνώμες όλων θεωρούνται ευπρόσδεκτες στα σχόλια, είτε εδώ είτε στα επί μέρους Κεφάλαια, όπως και το δικαίωμα τους να βρίσουν τον συγγραφέα για τις ώρες που ενδεχομένως θα χάσουν διαβάζοντας αυτή την πρώτη γραφή του μυθιστορήματος.

Posted in πολιτικό θρίλερ, πολιτική, φόβος, φιλοσοφία, Γιάννης Χατζηχρήστος, Το φ του φόβου, ιατρική, κράτος, μυθιστόρημα | Με ετικέτα: , , | Leave a Comment »

Κεφ.1 Απρόσμενη πρόσκληση

Posted by R.K. στο 13/04/2009

ΑΠΡΟΣΜΕΝΗ ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ
18/3/2005, Αθήνα

Είχες γράψει με μεγάλα γράμματα «Μου αρέσει να έχει ήλιο για να κάθομαι στη σκιά» πάνω στην αφίσα του ΕΟΤ με εκείνο τον λαμπρό Αιγαιοπελαγίτικο ήλιο που είχαν κρεμάσει πίσω απ’ το γραφείο σου στο Πανεπιστήμιο. Ποτέ δεν φανταζόσουν πόσο πολύ θα σε σημάδευε αυτή η φράση από εκείνο το βιβλίο που σου άρεσε κάποτε, τότε που αποφάσισες να ζεις τις μέρες σου στη σκιά της, δουλεύοντας το αναθεματισμένο διδακτορικό σου που δεν έλεγε να τελειώσει.
Στην αρχή το παρατσούκλι στο κώλυσαν τα πειραχτήρια των μεταπτυχιακών φοιτητών. Το Σκοτεινός αντί για το Φωτεινός για επώνυμο κυριάρχησε τόσο, ώστε να σε ξέρουν οι περισσότεροι πλέον σαν Κώστα Σκοτεινό, με το παρατσούκλι να δικαιολογεί πλέον και το ωχρό της επιδερμίδας σου από την πολύχρονη έκθεση σου στην σκιά της αφίσας. Έτσι το «Σκοτεινός τύπος» ή σκέτα ο «Σκοτεινός», αντικατέστησε σταδιακά το επώνυμο σου τόσο που κάποιοι από τους νεότερους να είναι πλέον πεισμένοι ότι η ταυτότητα σου γράφει Κωσταντίνος Σκοτεινός του Ανδρέα και της Αλεξάνδρας το γένος Τρανταφύλλου, όνομα συζύγου κενόν, χρονολογία γέννησης 21/2/1974, τόπος γέννησης Γαλαξίδι Φωκίδας, κάτοικος Πετράλωνα Φαλήρου 6, επάγγελμα ακόμη γράφει μαθητής, ύψος 1,85, πρόσωπο ωοειδές, χρώμα ματιών κουρασμένα.
Ήταν βεβαίως και το ερευνητικό πεδίο σου συνυφασμένο με τόπους ανήλιαγους και σκοτάδια. Διάλεξες να μελετήσεις τις καταναλωτικές συνήθειες των θαμώνων των ίντερνετ καφέ σε σχέση με τις τάσεις που δημιουργούνται από την διείσδυση καταναλωτικών προτύπων στους δικτυακούς τόπους που συχνάζουν. Σκοτεινό το θέμα σαν τους χώρους που τρέχεις να κάνεις τις έρευνες πεδίου, βάζοντας τις φωτεινές σου ιδέες σε ερωτηματολόγια και στατιστικές που όμως μέχρι σήμερα συνεχίζουν να κρατούν τα αναμενόμενα αποτελέσματα σε βαθύ σκότος. Στην αρχή είπες ότι ήταν η ζήλια των συνάδελφων υποψήφιων διδακτόρων και σε είπαν Σκοτεινό, μιας και που αυτοί αναγκάζονταν να κινούνται σαν πλανήτες γύρω από λευκούς νάνους, ενώ εσένα σε διάλεξε για μεταπτυχιακό συνεργάτη και μαθητή του ο ερυθρός γίγαντας της Σχολής Επικοινωνίας και Μάρκετινγκ, ο γκουρού του κλάδου στην Ευρώπη, ο καθηγητής Σπύρος Πορφύρης. Ελλιπείς πάντα ήταν οι γνώσεις σου στην αστροφυσική, δεν ήξερες ότι οι ερυθροί γίγαντες γρήγορα εξαφανίζονται σε μια μαύρη τρύπα και σε αφήνουν εσένα, τον ετερόφωτο, να πλανιέσαι άσκοπα στην μοναξιά του σκοταδιού που αφήνουν πίσω τους. Έτσι, μετά την ξαφνική εξαφάνιση του επόπτη καθηγητή σου πριν από μήνες, βρέθηκες τελματωμένος, στερημένος από καθοδήγηση και άδειος από φρέσκες ιδέες, να αναλογίζεσαι αν θα ήταν καλλίτερο να είχες επιλέξει να σπουδάσεις αστροφυσική αντί για επικοινωνία και διαφήμιση.
Σήμερα ο μόνος ήλιος που λάμπει είναι αυτός της αφίσας στον τοίχο. Το βαρομετρικό χαμηλό, κολλημένο τον χάρτη των Βαλκανίων την τελευταία εβδομάδα, μαγνητίζει αέριες μάζες από τις στέπες της Ουκρανίας που φτάνουν με ριπές χιονιού μέχρι και το θολό τζάμι του γραφείου των υποψήφιων διδακτόρων του Τμήματος Επικοινωνίας και Μάρκετινγκ του Πανεπιστημίου. Ο Προκοπίου, που συνήθως καταλαμβάνει με τον όγκο του όλο το απέναντι γραφείο, παρουσιάζει μια ερευνητική του εργασία σε ένα συνέδριο στην Αμβέρσα και θα λείπει μέχρι την Τετάρτη. Τα μαθήματά του στους προπτυχιακούς τα κάνει αυτή την ώρα η τρίτη ένοικος αυτού του τρίκλινου του πρώτου ορόφου του Κτιρίου Β4, η Φρόσω η τσαχπίνα, η επονομαζόμενη και Δρόσου ή κατά άλλους Δρόσω και για τους δικούς της στην Καρδίτσα Φρόσου. Έτσι, δύο ώρες μόνος, από τις εννιά και μισή που έβγαλες μπότες, κράνος, μπουφάν και γάντια να στεγνώνουν στο χλιαρό καλοριφέρ, χαζεύεις ξυπόλητος την κούπα με τον μαύρο καφέ που σήμερα πάγωσε ασυνήθιστα γρήγορα. Ίσως αυτό είναι και το μόνο ασυνήθιστο που συμβαίνει τις τελευταίες μέρες, ίσως και εβδομάδες ή μήνες, πόσοι αλήθεια να πέρασαν ακριβώς από τότε που άνοιξε η γη και κατάπιε τον Πορφύρη; Έριξες μια ματιά στο επιτραπέζιο ημερολόγιο, μεθαύριο κλείνουν δώδεκα μήνες από την μυστηριώδη εξαφάνιση που τα μόνα ίχνη που άφησε πίσω της ήταν η ανάμνηση των ειδησεογραφικών ρεπορτάζ στα τηλεοπτικά κανάλια των πρώτων ημερών από δαιμόνιους ρεπόρτερ-ντέντεκτιβ όπου διατυπώθηκαν όλα τα εξωφρενικά σενάρια, οι δύο άκαρπες εκπομπές της Νικολούλη το καλοκαίρι λίγο πριν και λίγο μετά την Ολυμπιάδα, που διερεύνησε όλα τα σενάρια ένα-ένα και η αναστάτωση του φαινομενικά ήσυχου ρυθμού της πανεπιστημιακής ζωής από τις κάθε λογής διωκτικές, δικαστικές και αντιτρομοκρατικές υπηρεσίες πέντε-έξι κρατών ένθεν και ένθεν του Ατλαντικού. Τα ορατά ίχνη από τους βανδαλισμούς των ειδικών της σήμανσης στο γραφείο του καθηγητή περιορίστηκαν σε μια τρύπα μεγέθους δύο Προκοπίου στην μεσοτοιχία με το γραφείο του καθηγητή Καραγιάννη (που πάσχει από χρόνια αλλεργία στην σκόνη και στην ακαταστασία) και η αφαίρεση για εξέταση στα επιστημονικά εργαστήρια της ασφάλειας, για άγνωστο ακόμη πόσο χρόνο, του προσωπικού υπολογιστή και δύο ζωγραφικών πινάκων που είχε κρεμάσει στο γραφείο του ο Πορφύρης. Η τρύπα καλύφθηκε προσωρινά με νοβοπάν και με τις γνωστές αφίσες του ΕΟΤ μέχρι να ολοκληρωθούν οι τυπικές διαδικασίες και να βρεθούν τα σχετικά κονδύλια για να αναλάβει δράση η Τεχνική Υπηρεσία του Πανεπιστημίου για να αναθέσει την εργολαβία σε κατάλληλο μειοδότη και να έλθουν, επιτέλους, οι Αλβανοί να διορθώσουν τα γκρεμισμένα. Ενδεχομένως αυτό αναμένεται να συμπέσει με την ολοκλήρωση των διαδικασιών αντικατάστασης του απόντος από την τριμελή και την πενταμελή επιτροπή που εποπτεύουν το διδακτορικό σου και με την επιστροφή του καθηγητή Καραγιάννη, της τριμελούς σου και αυτός, που έμεινε μονομελής μετά από την εξάμηνη αναρρωτική και την καπάκι ετήσια εκπαιδευτική άδεια που χτύπησε για να συνέλθει από το σοκ που έπαθε όταν γκρέμιζαν με τις βαριές τον τοίχο του, από την πλευρά του γραφείου του Πορφύρη, οι φουσκωτοί της αντιτρομοκρατικής με τα μαύρα.

«Ξεκόλλα φιλάρα, σύνελθε μη σε πάρει η μπάλα καταί . Έτσι που πας αδελφούλη’ μ, σε βλέπω γρήγορα να σχεδιάζεις σποτάκια για δρακουλίνια. Πάλι τρύπια κάλτσα φόρεσες σήμερα;»
Τίναξε τα μαλλιά της από τις νιφάδες που χιονιού πάνω στο καλοριφέρ και πέταξε το μπουφάν στο κοινόχρηστο καναπεδάκι του γραφείου που χρησίμευε καμιά φορά και για ένα γρήγορο ύπνο τα χαράματα που τελείωναν οι προθεσμίες. Μάζεψες τις ποδάρες που προσποιούταν ότι πυρώνονται στο ανεπαρκές θερμαντικό σώμα ντροπιασμένος για την τρύπια κάλτσα. Έχουν συνηθίσει όλοι να σε βλέπουν να δουλεύεις χωρίς παπούτσια χειμώνα καλοκαίρι, ο καθένας με το κουσούρι του σε αυτό το τμήμα, όποιος λέει ότι δεν έχει παίρνει αναρρωτικές. Είδες κρυμμένο οίκτο στα μάτια της έτσι που σε κοίταξε μια στιγμή πριν πάει προς τον αχνιστό καφέ και το κουλούρι στο γραφείο της που την περίμενε. Σίγουρα για την τρύπα. Για την τρύπα στην κάλτσα μήπως, που σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να θεωρηθεί ακαδημαϊκά επιτρεπτό κουσούρι ή για την ατυχία σου να χαθεί ο βασικός σου συνεργάτης στην έρευνα την πιο κρίσιμη στιγμή της, την στιγμή που ήθελες πραγματικά καθοδήγηση για το επόμενο μονοπάτι της, μαζί με όλα τα στοιχεία που είχε αναλάβει να επεξεργαστεί στην κοινή σας δουλειά και που χωρίς αυτά δεν μπορείς να βγεις από την τρύπα;
Είπες «Πρέπει να τις πετάξω αυτές τις κάλτσες με τις τρύπες, πέρασε η μόδα τους πια» ενώ ήθελες να πεις «Παράτα μας βρε Φρόσω, τι ανάγκη έχεις εσύ». Δεν το τόλμησες γιατί δεν ήξερες, δυο χρόνια τώρα που είσαστε στο ίδιο γραφείο, ποιες ήταν οι ανάγκες αυτού του ψιλόλιγνου κοριτσιού με τα καστανά μαλλιά. Το μόνο που ξέρεις γι’ αυτήν είναι η καταγωγή της, τα ερευνητικά της ενδιαφέροντα, για τη συνήθειά της να λύνει γρίφους και σπαζοκεφαλιές όταν θέλει να χαλαρώσει και το ότι την αποκαλούσαν Δρόσω όλοι οι αρσενικοί της Σχολής, φοιτητές και συνάδελφοι, για να την εκδικηθούν που δεν ενέδιδε στα σαχλά τους κόρτε. Τηλεφωνήματα προσωπικά δεν έκανε ποτέ από το υπηρεσιακό τηλέφωνο και όταν χτυπούσε το κινητό της έβγαινε στο διάδρομο.
Πήρε μια κούπα πάνω από το ψυγειάκι με τα εμφιαλωμένα νερά της και τα τυράκια, τα σαλαμάκια και τα βουτυράκια του Προκοπίου, την γέμισε μέχρι την μέση με το μισό της καφέ και σου τον έφερε μαζί με μισό κουλούρι.
«Νομίζω ότι τον έχεις ανάγκη τώρα. Δεν έχει γάλα και ζάχαρη, αρκέσου σε αυτά» είπε και έκανε τον ήλιο στην αφίσα να μπει στη σκιά μετά το χαμόγελο της. Για πρώτη φορά, δύο χρόνια σε αυτό το γραφείο, σου αρέσει να κάθεσαι στην σκιά απέναντι από τον ήλιο.

Λες ν’ ανοίξεις τον υπολογιστή σου. Θα έχουν μαζευτεί στην ηλεκτρονική θυρίδα σου αρκετά γράμματα που θα θέλουν απάντηση όλες αυτές τις ημέρες που δεν ασχολήθηκες με οτιδήποτε. Η απάντηση στην αίτησή σου για εκείνη την θέση του μεταπτυχιακού συνεργάτη στο LSΕ δεν πρόκειται να έλθει πριν το τέλος Μαίου. Περιμένεις να βρεις μηνύματα ρουτίνας με ανακοινώσεις του τμήματος ή ανέκδοτα συναδέλφων που συντηρούν τα συνήθη στερεότυπα και αν είσαι τυχερός, κανένα από κάποιο φιλαράκι από τον στρατό ή από κανένα παλιό συμφοιτητή. Η πρώην έπαψε να σου στέλνει εδώ και τρεις μήνες το καθιερωμένο μηνυματάκι της κάθε Δευτέρα από τότε που σου αποκάλυψε ότι είναι ερωτευμένη. Με εκείνο τον τοπικό πρώην χρηματιστηριακό σύμβουλο και νυν μεγαλοπαράγοντα του ΠΑΟΚ φυσικά, αυτόν που φτιάχτηκε καλά την εποχή της φούσκας και που πρόλαβε και βγήκε έγκαιρα. Όχι πια ερωτευμένη με εσένα, εσύ ήσουν πλέον ο καλός της φίλος. Αυτό σου έγραφε μονότονα κάθε Δευτέρα από τότε που αποφάσισε πριν δέκα μήνες να γυρίσει στο πατρικό της στο Πλατύ και να ασκήσει τις υψηλές τεχνικές που κατείχε περί επιθετικής επικοινωνιακής πολιτικής στην οικογενειακή της επιχείρηση «Βιομηχανία Ειδών Προικός Βορείου Ελλάδος» και στην αναζήτηση κάποιου κατάλληλου που να είχε βγει έγκαιρα. Εσένα τι να σε κάνει έτσι που εγκλωβίστηκες εδώ μέσα; Το αναβάλεις το άνοιγμα του υπολογιστή. Δεν σου φτάνει ο μισός καφές, το μισό κουλούρι και ένα λαμπρό χαμόγελο για να κάνεις επανεκίνηση. Θέλεις κι άλλο.
Είπες «Μου άνοιξες την όρεξη με το κουλούρι. Είδες να έχει μείνει τίποτα στο ψυγείο ή να πάω να φέρω προμήθειες από το κυλικείο;»
Είπε «Αυτό το ψυγείο είναι μια αποθήκη χοληστερόλης, κάθε φορά που το ανοίγω αηδιάζω με όλα αυτά τα σκουπίδια που μπουκώνεται όλη μέρα ο χοντρός. Πες του και συ βρε Κώστα τίποτα, θα μας μείνει στα χέρια καμιά μέρα από κανένα εγκεφαλικό ή από καρδιά.»
«Λέει ότι οι εξετάσεις του βρίσκουν φυσιολογικές τιμές και δεν έχει λόγους για να ανησυχεί. Και ότι δεν είναι χοντρός, πεσμένο στήθος θεωρεί ότι είναι όλο αυτό το βουνό που του χρησιμεύει για μαξιλαράκι όταν χτυπάει στις γωνίες. Εσένα ξέρεις πως σε λέει;»
«Μπα, με κουτσομπολεύετε πίσω από την πλάτη μου όταν τρέχω να κάνω τα εργαστήριά σας καθάρματα; Για λέγε, για λέγε.»
«Η Ελειποβαρής Λιπόσαρκη, ή η Έψιλον Λάμδα για συντομία. Μια φορά του ξέφυγε και σε φώναξε έτσι αλλά δεν το κατάλαβες. Πιστεύει ότι το παρακάνεις με την υγιεινή διατροφή, τη γυμναστική και την δίαιτά σου.»
«Το κτήνος. Άκου λιπόσαρκη εγώ. Εντάξει, παίρνω τα μέτρα μου με όλα αυτά που ακούμε, τι ήθελε να κάνω. Κι εσύ τι θέση παίρνεις αγαπητέ μου ξυπόλητε Σκοτεινέ, με θεωρείς και εσύ Έψιλον Λάμδα ή περιορίζεσαι στο Δρόσω όπως με λένε όλοι οι άλλοι πίσω από την πλάτη μου;»
«Εγώ πιστεύω αυτό που φαίνεται, δηλαδή ότι είσαι μια κορμάρα του κάμπου. Τώρα το τι τρως εσύ και τι τρώει ο άλλος δεν με αφορά καθόλου. Ή μάλλον με αφορά, αλλά μόνο όταν ανοίγω το ψυγείο για να τσιμπήσω από το κολατσιό σας όταν λείπετε και δεν βρίσκω τίποτα.»
«Να υποθέσω ότι αποφάσισες σήμερα να με πεις κορμάρα μόνο και μόνο επειδή σου έδωσα το μισό μου κουλούρι; Αν είναι έτσι Κώστα, να σου φέρνω κάθε μέρα ένα ολόκληρο.»

Γελούσε με τα μάτια, ήταν φανερό ότι σήμερα συνέβαιναν και σε αυτήν ασυνήθιστα πράγματα και το γλεντούσε. Δεν είχατε μιλήσει ποτέ τόσο πολύ αυτά τα δυο χρόνια στο ίδιο γραφείο χωρίς να εμπλέκονται στην συζήτηση σας πίνακες με αριθμούς, κατανομές πιθανοτήτων και εκτιμητές στατιστικών υποθέσεων και γι’ αυτό δεν μπορεί να την θεωρήσεις υπεύθυνη. Εσύ ήσουν πάντα αλλού όταν αυτή ήταν πάντα εκεί. Και τώρα τι να υποθέσεις, τι πιθανότητες υπήρχαν να πάει αυτή η συζήτηση πάρα κάτω;
«Τι κάνεις το Σαββατοκύριακο;» ρώτησες, προσδίδοντας στο ερώτημά σου σαφή χαρακτηριστικά εκτιμητή στατιστικής υπόθεσης.
«Γυμναστήριο σήμερα και αύριο το απόγευμα, αύριο το πρωί σουπερμάρκετ και λαϊκή στα βιολογικά, να κοιτάξω κάτι καινούργια ερευνητικά αποτελέσματα που μάλλον έχουν σχέση με την δημοσίευση που ετοιμάζω, τζόκιν την Κυριακή το πρωί στην παραλιακή, να μαγειρέψω κανένα φαί να έχω να τρώω την ερχόμενη βδομάδα, να βάλω πλυντήριο, τέτοια. Εσύ;»
Πλήρης η κατανομή της στον χρόνο. Θα σου αρκούσε ένα «Τίποτα» για να δεις συνέχεια και έτσι άλλαξες ρότα.
«Τώρα που το λες, έχω να βάλω και εγώ πλυντήριο και να σιδερώσω εκείνο το βουνό από τα ασιδέρωτα που έχει φτάσει στο ταβάνι. Άντε, ας κάνουμε καμιά δουλειά τώρα, θα φροντίσω να ανταποδώσω το κέρασμά σου αργότερα»

Άνοιξες επιτέλους τον υπολογιστή. Περιμένουν να διαβαστούν καμιά σαρανταριά γράμματα. Το μάτι σου τράβηξε το όνομα του μοναδικού αποστολέα από τον οποίο δεν περίμενες ποτέ να έχεις μήνυμα. Ο Φαίδων Λάσκος, πρώην καθηγητής Ιστορίας της Τέχνης και προηγούμενος πρύτανης του Πανεπιστημίου, παλιά δόξα και μια από τις λιγοστές διεθνείς φίρμες του ιδρύματος, σου έχει στείλει ένα e-mail που περιμένει να διαβαστεί από χθες. Έγραφε:

Από: F. Laskos [mailto:flaskos@yahoo.com] Απεστάλη: Πέμπτη 17 Μαρτίου 2005, 9:46 π.μ.Προς: k.fotinos@noat.edu.grΘέμα: Πρόσκληση

Αξιότιμε κύριε Φωτεινέ,
Θα παρακαλούσα, στο βαθμό που σας είναι δυνατό, να δεχτείτε την πρόσκλησή μου να βρεθούμε αυτό το Σαββατοκύριακο στο εξοχικό μου, που βρίσκεται στον Άγιο Βασίλειο Κορινθίας, με σκοπό να συνεργαστούμε πάνω σε θέματα που σχετίζονται με την πρόοδο της ερευνητικής σας δραστηριότητας. Παρακαλώ σημειώστε ότι αυτή μου την πρωτοβουλία την έλαβα κατόπιν εντολής για να εξοφληθεί ένα παλαιό χρέος.
Εφ’ όσον δεν έχετε αντίρρηση, θα παρακαλούσα να βρίσκεστε το Σάββατο 19/3 στις 17.15 μμ ακριβώς στην πλατεία του χωριού, απ’ όπου θα σας παραλάβει ο οδηγός μου για να σας οδηγήσει στο κτήμα, όπου και θα σας περιμένω. Θα παρακαλούσα να έχετε εφοδιαστεί με τα κατάλληλα ρούχα και παπούτσια για ένα περίπατο, ανεξαρτήτως των καιρικών συνθηκών. Ελπίζω να σεβαστείτε την παράκλησή μου να μην φέρεται μαζί σας κινητό τηλέφωνο ή οποιαδήποτε άλλη ηλεκτρονική συσκευή.

Παρακαλώ να επιβεβαιώσετε την αποδοχή αυτής της πρόσκλησης το συντομότερο.
Με εκτίμηση

Φαίδων Λάσκος
Επίτιμος πρύτανης

Το διάβασες τρεις φορές. Την δεύτερη για να συνέλθεις από την έκπληξη και την τρίτη μήπως και ανακαλύψεις κανένα ίχνος ή κάποια αδιόρατη ένδειξη που θα οδηγούσε στο συμπέρασμα ότι το μήνυμα αυτό να στο έστειλαν εκείνα τα πειραχτήρια οι μεταπτυχιακοί σου από το ισόγειο, που δεν το έχουν σε τίποτα να θέλουν να σπάσουν πλάκα σε βάρος σου στέλνοντας σε μέσα στα χιόνια στην μέση του πουθενά για να βρεις ένα πιθανό διέξοδο στα ερευνητικά σου αδιέξοδα ή για να εισπράξεις χρήματα από κάποιο ανύπαρκτο χρέος. Οποιοσδήποτε μπορεί να ανοίξει μια ηλεκτρονική θυρίδα στο yahoo με αυτό το όνομα και να στείλει αυτό το μήνυμα προσποιούμενος τον Λάσκο.
Πήρες τηλέφωνο τον Σωτήρη, τον χάκερ από το Τμήμα Πολυμέσων, που κάποτε τον βοήθησες σε μια εργασία του όταν τελείωνε το μεταπτυχιακό του. Ξεπλήρωσε την χάρη σε δέκα λεπτά με ένα του e-mail που σε πληροφορούσε κατηγορηματικά και με τρόπο που δεν χωρούσε καμία αμφιβολία, ότι το μήνυμα στάλθηκε στο yahoo από ένα υπολογιστή που ήταν συνδεδεμένος με ένα κόμβο του ίντερνετ στην Νότιο Αφρική και δεν είχε αλλοιωθεί καθόλου σε όλη την δαιδαλώδη πορεία του στον παγκόσμιο ιστό μέχρι να φτάσει στον υπολογιστή σου. Αδύνατον να το έστειλαν οι μεταπτυχιακοί σου μιας και δεν έλειπε κανένας τους σε ταξίδι αυτή την εποχή, τραβάνε όλοι τους κουπί στο κάτω κατάστρωμα της γαλέρας για να προλάβουν τις προθεσμίες των εργαστηριακών ασκήσεων αυτού του εξάμηνου, κάνοντας τις δύσκολες προσομοιώσεις των καταναλωτικών μοντέλων που τους είχες αναθέσει. Έτσι έμεινε το ερώτημα, αν έστειλε το μήνυμα ο Λάσκος από την Νότιο Αφρική χθες τέτοια ώρα, πως θα μπορούσε να είναι αύριο στο κτήμα του για να σε περιμένει. Σε λίγο ανακάλυψες ότι ήταν περισσότερα τα ερωτήματα που πλανιόταν κάτω από την αφίσα με τον ήλιο και, κατά το συνήθειο που επέβαλε η ερευνητική σου μεθοδολογία, τα απαρίθμησες στο μπλοκ εργασίας κατά την χρονολογική σειρά εμφάνισής τους σε σχέση με την ροή του κειμένου που τα γέννησε. Έγραψες:

Τι να με θέλει αυτός ο γέρος που τον έχω δει μόνο μια φορά από μακριά και αυτό πριν δύο χρόνια στην τελετή ανακήρυξής του σε επίτιμο πρύτανη της Σχολής, όταν συνταξιοδοτήθηκε;

Tι σχέση μπορεί έχει ο ιστορικός της τέχνης, και ας είναι κορυφή σε ευρωπαϊκό επίπεδο στον τομέα του, με την δική μου έρευνα;

Τι θα λέμε ένα ολόκληρο Σαββατοκύριακο;

Πεπόνια ή σταφίδα να βγάζουν τα κτήματά του;

Ποιος μπορεί να είναι αυτός που μπορεί να δίνει εντολές στον Λάσκο και να τον κάνει να τρέχει να τις εκτελέσει αφήνοντας τον φθινοπωρινό ήλιο της Νότιας Αφρικής για να με συναντήσει;

Για ποιο χρέος μιλάει; Δικό του ή του εντολέα του; Δεν θυμάμαι να μου χρωστάει κανένας τίποτα

Tι γεροπαραξενιά είναι πάλι αυτή, να τον ενοχλεί τo κινητό μου ενώ αυτός κάνει τσάρκες στα yahoo;

Έχω να κάνω τίποτα καλλίτερο αυτό το Σαββατοκύριακο;

Μιας και ήξερες μόνο μία απάντηση από τα οκτώ ερωτήματα αυτής της λίστας, έστειλες το απαντητικό μήνυμα με την αποδοχή της απρόσμενης πρόσκλησης και της είπες:

«Φεύγω, θα σε δω την Δευτέρα. Πρέπει να αγοράσω καινούργιες μάλλινες κάλτσες και ένα κασκόλ.»

Posted in Γιάννης Χατζηχρήστος, Το φ του φόβου | 1 Comment »

Κεφ.2 Εξόφληση παλαιών χρεών

Posted by R.K. στο 13/04/2009

ΕΞΟΦΛΗΣΗ ΠΑΛΑΙΩΝ ΧΡΕΩΝ
19/3/2005, Άγιος Βασίλειος Κορινθίας

Ο καιρός έδειχνε να φτιάχνει από το πρωί. Η ΕΜΥ υποσχόταν λιακάδα και για την Κυριακή αλλά με μηδέν μέγιστη για την Πελοπόννησο, την Ανατολική Στερεά και την Εύβοια. Ταξίδεψες μια ώρα χωρίς σκιά πάνω στην κόκκινη Veradero των οκτακοσίων πενήντα κυβικών στη χιονισμένη διαδρομή μέχρι τον Αϊ Βασίλη, με τον ήλιο να μπήγει δυνατά τα δόντια του πάνω από τη δερμάτινη στολή του μοτοσικλετιστή που σου έκανε δώρο ο πατέρας σου όταν απολύθηκες από τον στρατό. Έφτασες νωρίς, δεν κατάλαβες ότι περνούσε διαφορετικά ο χρόνος στο ρολόι από τον άλλο, τον εσωτερικό που διαμορφώνεται από τις σκέψεις και τα ερωτήματα της λίστας που άφησες χθες στο γραφείο και που η πιθανή ή απίθανη απάντηση στο κάθε ένα δημιουργούσε αυτόματα νέα, μεγαλώνοντας έτσι τον αριθμό των ερωτημάτων με εκθετικό ρυθμό.
Ένας καυτός καφές και η ζεστασιά του ήλιου μέσα από την τζαμαρία της καφετέριας στην πλατεία Αγίου Βασιλείου δεν ήταν ικανά να σε βγάλουν από τις σκιές των αμφιβολιών για το αν πράγματι θα εμφανιστεί στις 17.15μμ ακριβώς ο οδηγός με την λιβρέα και το υπηρεσιακό του καπέλο για να σε οδηγήσει στα κτήματα του Λάσκου ή, αντί γι’ αυτόν, ένα τσούρμο μεταπτυχιακοί που θα σπάνε πλάκα τώρα από το παρατηρητήριο τους κάπου εκεί έξω. Κοίταξες ερευνητικά για τις πιθανές τους κρυψώνες στα γύρω μαγαζιά της πλατείας. Όλα κλειστά αυτή την ώρα κάτω από σφαλιστά παράθυρα κατοικιών εμπόρων, συμβολαιογραφικών γραφείων και αντιπροσωπειών ασφαλιστικών εταιριών, μόνο αυτό το καφενείο έμενε ανοικτό. Έριξες μια ματιά διακριτικά στους θαμώνες πίσω από την πλάτη σου. Μια παρέα μεσήλικων έπαιζε σιωπηλά δηλωτή πάνω στο τραπέζι με την πράσινη τσόχα και το γκαρσόνι συμπλήρωνε απορροφημένος σε δελτία Πάμε Στοίχημα την πρόβλεψή του στο Μεταπτυχιακοί φαρσέρ- Λάσκος, που παίζονταν πλέον με πιθανότητα 2 προς 13.
Το λεωφορείο του ΚΤΕΛ σταμάτησε έξω από το καφενείο στις 17.15 ακριβώς κρύβοντας την θέα από τα τεκταινόμενα στην έρημη πλατεία εκείνη τη στιγμή. Αποβιβάστηκε μόνο ένας νεαρός κουρεμένος σαν νεοσύλλεκτος φαντάρος και αναχώρησε αμέσως για τον επόμενο σταθμό του προς την Νεμέα αφήνοντας πίσω ένα μαύρο σύννεφο, που από μέσα του αποκαλύπτονταν ένα πράσινο Land Rover που είχε παρκάρει εν τω μεταξύ ακριβώς μπροστά. Ο οδηγός του, ένας πενηντάρης κοντούλης με ψηλές δερμάτινες μπότες, έδειχνε απογοητευμένος βλέποντας το λεωφορείο να φεύγει. Βγήκες έξω από την κρυψώνα σου και τον πλησίασες.
«Είστε ο κύριος Φωτεινός;» ρώτησε διστακτικά και με έκδηλη την αποδοκιμασία στα μάτια του για την μαύρη δερμάτινη στολή, τις μπότες και το κράνος που ήταν περασμένο στο χέρι σου.
Τον διαβεβαίωσες ευγενικά ότι, να μα την Παναγία, αυτός είσαι παρά τις φήμες για το αντίθετο.
«Έχετε να μου δείξετε κάποια ταυτότητα που να το αποδεικνύει;» ρώτησε με ένα μείγμα αποφασιστικότητας και χωριάτικης πονηράδας που είχε σαν αποτέλεσμα να σου μείνουν στο κεφάλι λιγότερα μαλλιά από όσα είχε ο αδειούχος νεοσύλλεκτος φαντάρος που κατέβηκε από το λεωφορείο του ΚΤΕΛ. Έδειξες ταυτότητα, την εξέτασε προσεκτικά από τις δυο πλευρές, άλλαξε ύφος άρδην.
«Ο κύριος Λάσκος σας περιμένει. Παρακαλώ να περάσουμε στο αυτοκίνητο. Οι αποσκευές σας;»
Εξήγησες ότι έχεις την μηχανή, θα μπορούσες να τον ακολουθήσεις. Ανένδοτος, έπρεπε να σε μεταφέρει ακριβώς σύμφωνα με τις οδηγίες που είχε λάβει, δεν το συζητούσε, αναγκάστηκες να κλειδώσεις την μηχανή και να πάρεις το σακ βουαγιάζ παραμάσκαλα. Σε όλη την χωμάτινη διαδρομή ανάμεσα στα χιονισμένα μποστανο-χώραφα και τα αμπέλια το κρατούσες σφιχτά στο στήθος όσο και το στόμα σου, η κατάσταση είχε αρχίσει να σε εκνευρίζει. Δέκα λεπτά αργότερα το Land Rover σταμάτησε μπροστά στην σιδερένια πύλη που χώριζε τον χωματόδρομο από τον φιδίσιο ασφαλτοστρωμένο δρόμο που οδηγούσε προς την κορυφή του δρόμου ανάμεσα από ένα πολύ περιποιημένο αμπελώνα. Ο οδηγός σου κατέβηκε, πληκτρολόγησε κάμποσα ψηφία στο καντράν ελέγχου της εισόδου και έβαλε σε κίνηση το βαρύ όχημα ανάμεσα στην πύλη που άνοιγε υπάκουα στην εντολή του.
«Φτάνουμε» σε πληροφόρησε δείχνοντας με ένα νεύμα το πέτρινο σπίτι στην κορυφή του λόφου που δέσποζε στον γύρω κάμπο και που εμφανίστηκε ξαφνικά μετά την δεύτερη φουρκέτα. Πλησιάζοντας έδειχνε μεγαλύτερο, κάστρο σωστό, χτισμένο με κόκκινη λαξευμένη πέτρα, ίδια στο χρώμα των σημείων του λόφου που έμεναν ακάλυπτα από χιόνι. Γύρω από την υπέροχη τοιχοποιία που χτίστηκε με τέχνη που μάλλον έχει εκλείψει πλέον, ένας περιποιημένος αγγλικός κήπος άφηνε έντονη την εντύπωση ότι οι ένοικοι αυτού του εξοχικού σπιτιού κρατούσαν από παλιό τζάκι. Μια μυρωδιά από κυπαρισσόξυλο που κάπνιζε στην καπνοδόχο του ψηλά στην κεραμοσκεπή, διαπέρασε διακριτικά τα ερεθισμένα από το κρύο ρουθούνια σου. Άφησες να σε οδηγήσει στο εσωτερικό του σπιτιού από την είσοδο που δέσποζε μετά την ημικυκλική σκάλα, προσέχοντας να πατάς στα βαθουλώματα στο ροζ μάρμαρο των σκαλιών που δημιούργησε η πολύχρονη χρήση της από όλους τους προηγούμενους ενοίκους. Τον άφησες να μεταφέρει το σακ βουαγιάζ που ξεκόλλησε αμήχανα και χωρίς καμία ιδιαίτερη αντίσταση από το μαύρο πέτσινο μπουφάν.
Ο Λάσκος περίμενε στο επιβλητικό χολ για να σε υποδεχτεί. Ψηλός με νευρώδες και καλογυμνασμένο λεπτό σώμα, με το περιποιημένο λευκό γενάκι του όπως τον θυμώσουν αμυδρά, αλλά αυτή την φορά να σου κάνει εντύπωση αντιστρόφως ανάλογη με τον γύρω διάκοσμο. Μαυρισμένος από τον ήλιο, με ένα ξεθωριασμένο τζιν παντελόνι, ένα ευρύχωρο λευκό πλεκτό πουλόβερ του αγγλικού εμπορικού ναυτικού και με αθλητικά παπούτσια σου χαμογελούσε άνετος απλώνοντας χείρα καλωσορίσματος.
«Πόσο χαίρομαι που σας βλέπω κύριε Φωτεινέ» είπε. «Θα θέλατε να αλλάξετε με κάτι πιο άνετο στον ξενώνα που σας έχουμε ετοιμάσει και να πιούμε ένα ζεστό στην βιβλιοθήκη σε δέκα λεπτά;»

Περίμενε στο καθιστικό της βιβλιοθήκης με τα γεμάτα μαονένια ράφια από δερματοδεμένα βιβλία που έφταναν μέχρι το ταβάνι, μπροστά στο σερβίτσιο του τσαγιού και στα βουτήματα. Πρόσφερε θέση και τσιγάρο, πήρες την θέση απέναντι από την δερμάτινη πολυθρόνα που είχε χωθεί βαθειά μέσα της, τα τσιγάρα τα απέφευγες.
«Από πού είναι η καταγωγή σας κύριε Φωτεινέ;»
«Κατάγομαι από το Γαλαξίδι από τον πατέρα μου και από την Σάμο από την πλευρά της μητέρας μου» δήλωσες σερβίροντας καυτό τσάι στην κούπα από φίνα πορσελάνη.
«Γνωρίζετε την ιστορία της οικογένειας του πατέρα σας κύριε Φωτεινέ; Ποιες ήταν οι ασχολίες του παππού και του προπάππου σας;»
«Απ’ όσα μου έχουν διηγηθεί ο πατέρας μου και ο παππούς μου πριν πεθάνει, ο προπάππους μου, ό Καπετάν Ανδρέας, ήταν ναυτικός, είχε δικό του καΐκι στο Γαλαξίδι. Ο παππούς μου πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του στις θάλασσες και τα ξερονήσια.»
«Μήπως θυμόσαστε το όνομα του καϊκιού που είχε ο παππούς σας;»
Άρχισες να αισθάνεσαι πάλι άβολα σαν να συνεχιζόταν, με πιο διακριτικό τρόπο είναι αλήθεια αυτή τη φορά, η πλήρης εξακρίβωση των στοιχείων της ταυτότητάς σου. Θυμήθηκες τις οικογενειακές ιστορίες για τον Αρχάγγελο, το καΐκι του καπετάν Ανδρέα που χάθηκε σε ναυάγιο στον Κορινθιακό μαζί με τον καπετάνιο του, όλο το πλήρωμα και το φορτίο της σταφίδας που μετέφερε πριν από εκατό χρόνια και βάλε. Διασώθηκε μόνο ο παππούς σου που κολύμπησε στα δώδεκά του όλη την νύχτα μέσα στην φουρτουνιασμένη θάλασσα και τον βρήκαν να περιπλανιέται ξυπόλυτος την επόμενη στην παραλία του Αιγίου. Τον θυμάσαι αυτόν τον παππού αμυδρά να σου διηγείται στα τελευταία του, πριν είκοσι πέντε χρόνια, για εκείνο το βροχερό πρωινό στο Αίγιο που έψαχνε να βρει τα γραφεία της ναυτιλιακής εταιρίας που είχε ναυλώσει τον Αρχάγγελο για να δηλώσει το ναυάγιο. Επανέλαβες την διήγηση απρόθυμα.
«Ο πατέρας σας συνεχίζει να ασκεί ακόμα το επάγγελμα του επιγραφοποιού στο Γαλαξίδι;» ρώτησε συνεχίζοντας ακάθεκτος στο προανακριτικό του έργο δείχνοντας ότι έχει ψάξει πολύ για σένα. Θύμωσες.
«Όχι, επιγραφοποιός ήταν μέχρι πριν δέκα χρόνια, ταυτόχρονα έκανε τον μπογιατζή για να μας ζήσει και για να μπορώ να σπουδάσω. Σήμερα είναι συνταξιούχος και αγιογραφεί ξωκλήσια» είπες με έντονο ύφος. Αποφάσισες να περάσεις στην αντεπίθεση ρωτώντας με ένα ποιο ήρεμο τόνο που αντέγραφε τον δικό του όταν διατύπωσε τις προηγούμενες ερωτήσεις.
«Σήμερα γυρίσατε από την Νότιο Αφρική κύριε καθηγητά;». Ήπιες μια γουλιά τσάι κοιτώντας τον κατευθείαν μέσα στα μάτια.
Έδειξε να ξαφνιάζεται, το σώμα του πήρε αμέσως αμυντική θέση μέσα στην δερμάτινη πολυθρόνα. Σε κοίταξε καχύποπτα με τα διαπεραστικά του μάτια που έδειχναν το ξεθωριασμένο τους γαλάζιο να αμφιταλαντεύεται έντονα έτσι περικυκλωμένο από το ηλιοκαμένο πρόσωπο από τον ήλιο του νότιου ημισφαίριου.
«Πως γνωρίζετε ότι ήμουν στην Νότιο Αφρική;» ρώτησε με ύφος φανερά ενοχλημένο και ανήσυχο.
«Έκανα μια μικρή έρευνα πριν αποφασίσω να έρθω να σας συναντήσω μετά από το αδικαιολόγητο και ακατανόητο για μένα μήνυμα- πρόσκλησή που μου στείλατε για να βεβαιωθώ για την αυθεντικότητα του» είπες με την αυτοκυριαρχία σου να έχει πάρει την συνήθη θέση της πίσω από εκείνο το αινιγματικό χαμόγελο που ήξερες πολύ καλά να το χειρίζεσαι. «Το μήνυμα που μου στείλατε προχθές γύρω στις δέκα το πρωί από το yahoo, το στείλατε από ένα υπολογιστή που βρίσκεται κάπου κοντά στο Κέιπ Τάουν, μέσω του server ενός πάροχου ίντερνετ της Νότιας Αφρικής. Άρα ήταν σχετικά απλό να υποθέσω ότι επιστρέψατε στην Ελλάδα σήμερα το πρωί στις δέκα μέσω Ρώμης με την Alitalia, μιας και δεν υπήρχε άλλη πτήση με εύκολη ανταπόκριση με το Ελευθέριος Βενιζέλος εκτός από αυτή. Κρίνοντας τώρα από την ωρίμανση της φωτιάς στο τζάκι σας, δεν πρέπει έχετε και πολύ ώρα που φτάσατε στο κτήμα σας για να με υποδεχτείτε με τις ερωτήσεις σας για το γενεαλογικό μου δέντρο. Πρώτη θέση ταξιδέψατε κύριε καθηγητά;» Ρούφησες μια χορταστική μπουκιά υπέροχο τσάι συνεχίζοντας να τον κοιτάς τον στα μάτια.
«Χαίρομαι που επιβεβαιώνεται την φήμη σας ως ενός πολύ μεθοδικού και προσεκτικού ερευνητή νέε μου. Και λυπάμαι αφάνταστα αν σας έφερα σε δύσκολη θέση με τις διατυπώσεις που ζήτησα να κάνει ο οδηγός μου πριν σας παραλάβει και με τις ερωτήσεις που σας έκανα πριν. Πιστέψτε με όμως, δεν ήταν στην πρόθεσή μου. Διαπίστωσα μόλις τώρα ότι, όσο και να το προσπαθήσω, θα μείνω εκτός της δικής σας ψηφιακής εποχής, εγώ ο αφελής εκπρόσωπος της γενιάς του ραδιοφώνου, που δεν μπορώ να εννοήσω πόσο εύκολα μπορεί να εντοπιστεί κάποιος όταν χρησιμοποιεί όλα αυτά τα θαυμαστά μέσα επικοινωνίας που μας έχουν κατακλύσει. Σας διαβεβαιώνω ότι θα σας εξηγηθούν όλα κατά την διάρκεια του δείπνου που θα πάρουμε στην τραπεζαρία στις εννέα.»
«Καταπληκτικό σπίτι, πότε χτίστηκε;» ρώτησες για να αλλάξεις το κλίμα και για να δείξεις ότι πήρες το σαφές μήνυμα συγνώμης του συνομιλητή σου.
«Παρά το γεγονός ότι οι περισσότεροι στα γύρω χωριά βλέπουν τους κατοίκους αυτού του σπιτιού σαν λόρδους ή δεν ξέρω και εγώ σαν τι άλλο ανάλογο, η αλήθεια είναι ότι η ιστορία αυτού του σπιτιού και της οικογένειάς μου δεν δικαιολογεί ούτε αυτούς τους φανταστικούς τίτλους ούτε το ύφος του σπιτιού. Ο δικός μου παππούς κύριε Φωτεινέ ήταν ένας απλός αγωγιάτης και μικροκαλλιεργητής σταφίδας στον Άγιο Βασίλειο. Είχε όμως την τύχη, όπως και όλοι οι κάτοικοι της Βόρειας Πελοποννήσου, να μην χτυπήσει η φυλλοξέρα τα αμπέλια του, όταν κατάστρεψε το 1861 όλα τα αντίστοιχα στην Ισπανία, την Νότιο Γαλλία και την Ιταλία. Μονοπωλήθηκαν από την, μέχρι τότε, μίζερη τοπική παραγωγή οι αγορές κρασιού και σταφίδας της Ευρώπης για τα επόμενα τριάντα χρόνια, πλούτισαν απότομα οι γύρω περιοχές, έγιναν πόλεις με υποδομές το Αίγιο και η Πάτρα, άνθισε το εμπόριο, και χτιστήκαν τα αρχοντικά. Αυτός ο παππούς όμως είχε την διορατικότητα να καταλάβει ότι αυτή η εποχή θα είχε τέλος, κάποτε τα κατεστραμμένα αμπέλια των ανταγωνιστών θα ανέκαμπταν. Επένδυε τα κέρδη από τις καλλιέργειες και τις μεταφορές στις μετοχές της Εταιρίας Εξόρυξης Μεταλλείων του Λαυρίου, πριν παίξει ο Συγγρός το παιχνίδι με τις μετοχές της στο τότε χρηματιστήριο που οδήγησε στα Λαυρεωτικά, την μεγαλύτερη αναλογικά χρηματιστηριακή και πολιτική κρίση στην ιστορία του Ελληνικού κράτους, μιας και οι επιπτώσεις άφησαν την σφραγίδα τους στον τόπο για πολλές δεκαετίες. Ο παππούς αυτός, όταν όλοι έτρεχαν ζαλισμένοι να αγοράσουν μετοχές από τον Συγγρό, πουλούσε τις δικές του και αγόραζε αργότερα συστηματικά τα κτήματα που έχουμε σήμερα από τους χρεοκοπημένους παραγωγούς της σταφιδικής κρίσης του 1893 που τροφοδότησαν το πρώτο μεταναστευτικό κύμα στις Ηνωμένες Πολιτείες. Και έτσι, από την απλή σκέψη και την διορατικότητα του χωριάτη, βλέπετε το σπίτι αυτό που χτίστηκε από τα τεράστια κέρδη του το 1899. Συνέβαλε σε αυτό και ο έρωτάς του με μια μικρούλα υπηρέτρια, την γιαγιά μου, που την έκανε δεύτερη γυναίκα του μετά τον θάνατο της πρώτης του συζύγου. Η γιαγιά αυτή ήθελε να εντυπωσιάσει εξορκίζοντας την ταπεινή καταγωγή της με μεγαλεία. Ακολούθησε τις τάσεις στην αρχιτεκτονική και την αποικιακή διακόσμηση που ήταν τότε στην μόδα, έφερε ξένους αρχιτέκτονες και υλικά και έχουμε σήμερα αυτό το αισθητικό αποτέλεσμα. Έτσι κατανοείτε ότι παρά τον πολύ άνετο τρόπο ζωής που εξασφάλισε η πρόνοια αυτού του παππού και η τύχη του στις δύο επόμενες γενιές, όντας ιστορικός, δεν θα μπορούσα να αγνοήσω την πραγματική ιστορία της οικογένειάς μου και να υποκριθώ ένα ρόλο που δεν της αρμόζει. Ελπίζω να καταλαβαίνετε ότι δεν ήταν στις προθέσεις μου να σας φέρω σε δύσκολη θέση με τις ερωτήσεις μου για την δική σας οικογένεια.»
Σκάλισε την φωτιά στο τζάκι, πρόσφερε πούρο και κονιάκ και άναψε και αυτός ένα. Η αρχική ένταση της συζήτησης είχε αρχίσει να αντικαθίσταται από ένα στοιχειώδες κλίμα ειλικρίνειας που θα επέτρεπε την συνέχεια της σε μια ισότιμη βάση. Άφησες τα σωρευμένα ερωτηματικά σου γι’ αργότερα και την πρωτοβουλία στον οικοδεσπότη.
«Μιλήστε μου γι’ αυτή την γενιά του ίντερνετ που μου είναι τόσο ακατανόητη κύριε Φωτεινέ. Αυτή νομίζω μελετάτε, κρίνοντας από τις δημοσιευμένες ερευνητικές σας εργασίες που εντόπισα στο διαδίκτυο.»
Έδειχνε να κατανοεί σε βάθος την μεθοδολογία της τέχνης της επικοινωνίας με τις εύστοχες ερωτήσεις του και με τις γνώσεις που έδειχνε να κατέχει πάνω στις τεχνικές ανάλυσης των αγορών. Πέρασαν δύο ώρες με ανάλυση και κριτική στο οικονομικό, στο κοινωνιολογικό και στο ψυχαναλυτικό υπόδειγμα που προσπαθεί να ερμηνεύσει και να προβλέψει την αγοραστική συμπεριφορά των τμηματοποιημένων αγορών, με τις μεθόδους έρευνας των τάσεων ζήτησης στους παραδοσιακούς και τους σύγχρονους διαύλους διανομής και με την σύνδεση της έννοιας του προϊόντος με την αξία της πληροφορίας και την εικόνα του. Έτσι μοιραία αναφέρθηκες στον Πορφύρη και την πρωτοποριακή εργασία του πάνω στην στρατηγική της αντιστροφής στην διαφήμιση, την ώρα που αναγγέλθηκε η ετοιμότητα της τραπεζαρίας για το δείπνο.
«Πληροφορήθηκα για την εξαφάνιση του αγαπητού μου συναδέλφου, τραγικό. Μας περιμένει όμως το δείπνο» δήλωσε αποφασιστικά βάζοντας έτσι ένα προσωρινό τέλος στην συζήτηση. Η καλοσυνάτη μαγείρισσα είχε ετοιμάσει μια καυτή άσπρη σούπα με τραχανά και αυγοτάραχο που την είχε γαρνίρει με σπαράγγια και φρέσκα κρεμμυδάκια. Ακολούθησε μια καταπληκτικά παρουσιασμένη σαλάτα από πέταλα παντζαριού ντυμένη με σάλτσα από πράσινο τσάι για να φτάσετε με σωστά προετοιμασμένους ουρανίσκους στο κύριο πιάτο με τα κοτοπουλάκια τα μαγειρεμένα με ελιές και δεντρολίβανο που σερβιρίστηκαν με πουρέ σελινόριζας και με την συνοδεία ενός υπέροχου μαύρου κρασιού από την παραγωγή του κτήματος του Λάσκου. Ο ιστορικός της τέχνης έδειχνε να απολαμβάνει το δείπνο του συνοδεύοντάς το με διακριτικές αναλύσεις στις λεπτομέρειες του τρόπου προετοιμασίας και παρασκευής κάθε πιάτου και με τις τεχνικές πειραματικής οινοποιίας που έχει υιοθετήσει για τα κρασιά που ωριμάζουν στα κελάρια του υπογείου. Η παρέλαση των πιάτων της γαλλικής κουζίνας που αναδείκνυαν σωστά τις γεύσεις των τοπικών προϊόντων διακόπηκε από ένα συγκλονιστικό panforte, συνταγή της Σιένα από τον δέκατο τρίτο αιώνα, με φουντούκια, αμύγδαλα, μοσχοκάρυδο, κόλιαντρο, ξερά σύκα, φλούδα πορτοκαλιού και λεμονιού σε σωστές αναλογίες, μέλι, διάφορα σπάνια πιπέρια και κανέλα πριν περάσετε να πάρετε τον καφέ espresso στο σαλόνι.
«Ας έρθουμε τώρα αγαπητέ μου στον λόγο που σας κάλεσα σήμερα. Δεν θα γνωρίζετε ενδεχομένως ότι η οικογένειά μου είχε εμπορικές σχέσεις με τους ναυτικούς προγόνους σας. Σήμερα θα επιθυμούσα να ξοφλήσω ένα παλιό μας χρέος.»
Έφερε ένα παλιό χοντρό βιβλίο με λογιστικές εγγραφές από την βιβλιοθήκη και ένα φάκελο από το γραφείο του. Τα ακούμπησε με ευλάβεια στο τραπεζάκι του σαλονιού και συνέχισε.
«Ο προπάππος σας Ανδρέας Φωτεινός, ιδιοκτήτης και καπετάνιος του καϊκού Αρχάγγελος νηολογίου Γαλαξιδίου, μετέφερε το εμπόρευμα της παραγωγής του δικού μου παππού στο Αίγιο, έχοντας λάβει την εντολή να το παραδώσει στην Ελληνική Εμπορική Εταιρία Ατμοπλοίων του Σκαλτσούνη. Το εμπόρευμα είχε ασφαλιστεί στην ναυλοασφαλιστική εταιρία Σεκιάρη-Βαλλιάνου και η οικογένειά μου εισέπραξε μετά την απώλεια του φορτίου το αντίτιμο του εμπορεύματος στο ακέραιο, μετά την μαρτυρική κατάθεση του δωδεκάχρονου ναυτόπαιδα του Αρχάγγελος Κωνσταντίνου Φωτεινού για το ναυάγιο. Πριν από το τελευταίο μοιραίο μπάρκο του Αρχάγγελος, είχε μείνει ανεξόφλητο ένα ποσό στον Ανδρέα Φωτεινό που αντιστοιχούσε σε προηγούμενες μεταφορές φορτίων σταφίδας. Το ποσό αυτό, μαζί με τους τόκους, αναλογεί σήμερα στο ποσό των 84.541 ευρώ περίπου. Συγχωρήστε με αν τα επιτόκια που χρησιμοποίησα δεν είναι τα απολύτως ακριβή αλλά η έρευνά μου δυσκολεύτηκε πολύ με τα ελλιπή αρχεία του τραπεζικού μας συστήματος, ιδιαίτερα των πρώτων χρόνων ανατοκισμού μέχρι το 1928 που ιδρύθηκε η Τράπεζα της Ελλάδος. Μπορείτε αν θέλετε να κάνετε και εσείς τους σχετικούς ελέγχους στις λογιστικές εγγραφές αυτού του βιβλίου, φαίνονται οι δοσοληψίες και το υπόλοιπο του 1892 που έμεινε ανεξόφλητο προς το Αρχάγγελος. Ακολουθώντας την τελευταία επιθυμία του παππού μου να εξοφληθεί το εν λόγω χρέος στον παππού σας ή στους κληρονόμους του έκανα την σχετική έρευνα και έτσι δεχτήκατε προχθές αυτή την αδικαιολόγητη και ακατανόητη πρόσκλησή μου, όπως πολύ εύστοχα σπεύσατε να την χαρακτηρίσετε. Εξεπλάγην και εγώ όταν ανακάλυψα ότι το άτομο που θα ήταν ο αποδέκτης της τελευταίας επιθυμίας του παππού μου ήταν συνάδελφος μου στο Πανεπιστήμιο, αλλά ξέρετε ότι αυτά συμβαίνουν στην ζωή. Έγγραφα που τεκμηριώνουν τις εντολές που εκτελώ θα βρείτε στον φάκελο πάνω στο τραπεζάκι μαζί με τα μετρητά που σας αναλογούν. Θα κατανοείτε τώρα την άκομψη προσπάθειά μου να σιγουρευτώ για την ταυτότητά σας που ξέρω ότι σας ενόχλησε. Δεν θα ήθελα όμως ποτέ να καταλήξουν αυτά τα χρήματα σε λάθος χέρια, με καταλαβαίνετε. Ελπίζω ότι στα δικά σας θα βρουν γόνιμη χρήση μιας και μπορούν να βοηθήσουν να ολοκληρώσετε με άνεση το ερευνητικό σας έργο. Θα σας παρακαλούσα τώρα να μου επιτρέψετε να αποσυρθώ. Θα πρότεινα να συνεχίσουμε την πολύ ενδιαφέρουσα συζήτησή μας αύριο μετά το πρωινό που θα σερβιριστεί στο αίθριο στις εννέα. Καληνύχτα σας.»
Γύρισε την πλάτη απότομα και έφυγε σαν κυνηγημένος χωρίς να περιμένει ούτε την δική σου καληνύχτα. Η έκπληξη για την εξέλιξη αυτής της συνάντησης κάλυψε τις γεύσεις από τα διαδοχικά συναισθήματα που ανεβοκατέβαιναν στο στομάχι σου μαζί τον απόηχο του αυγοτάραχου, του κόλιανδρου και του δεντρολίβανου που πάλευαν με τα σπάνια πιπέρια και την κανέλα να αναδειχθούν πάλι στο προσκήνιο. Άνοιξες τον φάκελο, δεσμίδες με χαρτονομίσματα των εκατό ευρώ και τα ψιλά, ήσουν σίγουρος ότι θα είναι πολύ καλά μετρημένα. Την προσοχή σου τράβηξαν τα δύο έγγραφα που βρίσκονταν στον ίδιο φάκελο και που, κατά την δήλωση του ιστορικού της τέχνης, περιλάμβαναν τις επιθυμίες του εντολέα του και που θα απαντούσαν και στα τελευταία αναπάντητα ερωτήματα της αρχικής λίστας που είναι πάνω στο γραφείο σου στο Πανεπιστήμιο. Το ένα, χειρόγραφο, έγραφε:

«Αγαπητέ φίλε Φαίδωνα,
Θα σε παρακαλούσα να παραδώσεις το μήνυμα της Τελευταίας Πράξης, μαζί με το ποσό που θα αντιστοιχεί από την ρευστοποίηση των ομολόγων του ελληνικού δημοσίου που θα βρεις σε αυτό το φάκελο, στον συνεργάτη μου στο Πανεπιστήμιο Κώστα Φωτεινό, όχι νωρίτερα από την παρέλευση ενός χρόνου από την αποστολή του μηνύματος μου που θα βρεις στην ηλεκτρονική γραμματοθυρίδα σου στο Πανεπιστήμιο. Θα επιθυμούσα το παρόν μήνυμα να το προστατέψεις ως άκρως εμπιστευτικό, ότι και να ακουστεί για μένα στο μέλλον.
Είμαι βέβαιος ότι κάποτε θα με συγχωρέσεις για την ταλαιπωρία.
Ο μαθητής σου
Σπύρος Πορφύρης
20/3/2004»

Γούρλωσες τα μάτια περισσότερο διαβάζοντας και την άλλη επιθυμία του εντολέα του, αυτή τυπωμένη σε εκτυπωτή, την ώρα που το αγγλικό ρολόι της εισόδου χτυπούσε με το γκονγκ μεσάνυχτα και που έγραφε:

Από: prof.S. Porfiris [s.porfiris@uoat.edu.gr] Απεστάλη: Σάββατο 20 Μαρτίου 2004, 11:57 μ.μ.

Προς: prof. F.Laskos [mailto:f.laskos@.uoat.edu.gr]
Θεμα: Τελευταία Πράξη

Χαιρετώ το Σκοτάδι, τον παλιό μου φίλο.

Ήρθα να σου μιλήσω ξανά, στο τέλος μιας ζωής γεμάτης με μυστικά. Κάποια μου τα εμπιστεύτηκαν άλλοι και άλλα δικά μου. Τα τελευταία, αυτά που οδηγούν σε όλα τα άλλα, τα έκρυψα καλά απ’ όλους τους, μη παραπέσουν σε λάθος χέρια και εξαφανιστούν για πάντα, εκεί που κυριαρχεί ο ήχος της σιωπής, εκεί που συνομιλούν χωρίς να ακούγεται λαλιά και τραγουδούν τραγούδια με λόγια ανείπωτα το όνομα του θεού που ονόμασαν αυτό το μέρος. Έκρυψα μια άκρη τους μέσα σε ένα τομάρι από ένα ινδιάνικο κριάρι που το έθαψα βαθειά στο παρτέρι με τις μαργαρίτες, κλειδώνοντας το με το κλειδί που είναι κάτω απ’ το 11.

Εκεί συνομίλησα μία φορά με την ομίχλη για τον δικό μου φόβο και για τον κίνδυνο να ξαπλωθεί η σιωπή μου όπως ο καρκίνος. Αν μπορέσεις να κοιτάξεις πίσω από εικόνα της, αυτή που φυλάχτηκε για σένα απέναντι, θα μάθεις γι’ αυτά που εγώ δεν ήξερα.

H τελευταία μου πράξη έχει το νόημα της διαμαρτύρησης για το κακό που ετοιμάζουμε εμείς οι ενήλικοι στις αθώες νέες γενεές που έρχονται. Ζούμε τη ζωή μας τρώγοντας τις σάρκες τους. H λύπη μου γι’ αυτό το έγκλημα με σκοτώνει. Όλα πλέον μου έχουν αποκαλυφθεί. Κατάλαβα το μεγάλο κακό που έκανα σε όλους μας, ανακάλυψα το μυστικό που έκρυβε μέχρι τώρα καλά κλειδωμένο ο Άγιος Ρόκκος στα αρχεία του και που τα εξηγεί όλα.

Αποφάσισα να φύγω αυτοθέλητα για πάντα, σιγοσφυρίζοντας τον σκοπό μου. Ελπίζω να με συγχωρήσεις που σε αφήνω να τον συνεχίσεις μόνος αυτή τη φορά.

Σπύρος Πορφύρης
Καθηγητής Πανεπιστημίου

ΥΓ. Ο Σοφός Γέροντας θα σου αποκαλύψει ότι και σε μένα και δεν πρόλαβα να σου τα διδάξω.

Ανέβηκες τρεκλίζοντας στον ξενώνα μαζί με τα περιεχόμενα του φακέλου. Διάβασες και ξαναδιάβασες αμέτρητες φορές τα δύο μηνύματα του Πορφύρη προσπαθώντας να βάλεις τα πράγματα σε κάποια τάξη, να κατανοήσεις που πατάς και που βρίσκεσαι, ποια εκδοχή της ιστορίας με τα χρήματα είναι αληθινή, τι θέλει να πει ο Πορφύρης με το τελευταίο, γεμάτο ασυναρτησίες τρελό του μήνυμα και τι σχέση έχουν με τις ιστορίες που σ’ ετάισε όλο το βράδυ ο Λάσκος.
Στο τελευταίο σου όνειρο, αυτό που είδες πριν ξυπνήσεις τα ξημερώματα μούσκεμα στον ιδρώτα από τον ανήσυχο ύπνο, είδες τον παππού σου πάλι δωδεκάχρονο να κολυμπάει μέσα στα κύματα για να παραδώσει το μήνυμα. Δίπλα του κολυμπούσε ο Πορφύρης ενθαρρύνοντας τον να μην εγκαταλείψει.

Posted in Γιάννης Χατζηχρήστος, Το φ του φόβου | Leave a Comment »

Κεφ.3 Υποθέσεις σε Υποθέσεις

Posted by R.K. στο 13/04/2009

ΥΠΟΘΕΣΕΙΣ ΣΕ ΥΠΟΘΕΣΕΙΣ
20/3/2005, Άγιος Βασίλειος

Η ανάμνηση των όσων ακολούθησαν το χθεσινό βραδινό δεν σε ενέπνεαν να δοκιμάσεις τις λιχουδιές που περίμεναν σερβιρισμένες στο πρωινό τραπέζι, ήταν αρκετός ένα μοναχικός μαύρος καφές. Στις εννέα ακριβώς, εμφανίστηκε ο οικοδεσπότης σου με δερμάτινες μπότες ιππασίας και ένα ζευγάρι κιάλια να κρέμονται πάνω από το δερμάτινο παλτό του να παρατηρεί την γύρω εξοχή από την βεράντα έξω από το αίθριο. Σε καλημέρισε με ένα νεύμα και σε κάλεσε να τον ακολουθήσεις. Ήσουν σίγουρος ότι η δερμάτινη στολή του μοτοσικλετιστή, οι μπότες, τα γάντια και το καινούργιο σου κασκόλ συμφωνούσαν και με τις δικές του προδιαγραφές για ρούχα περιπάτου παντός καιρού. Περπατούσε στητός και αμίλητος μπροστά στο μονοπάτι που κατηφόριζε προς τον αμπελώνα, ακολουθούμενος από τον θόρυβο που έκαναν οι βαριές σου μπότες στο λιθόστρωτο. Στο τέλος του, εκατό μέτρα πιο κάτω, επιτέλους κοντοστάθηκε.
«Καλημέρα αγαπητέ μου. Νομίζω ότι ήρθε η ώρα να συζητήσουμε πραγματικά, εδώ κάτω δεν μπορεί να μας ακούσει κανένας.»
Καλημέρισες περισσότερο αμήχανος από ποτέ. Δεν ήταν εύκολο να αποφασίσεις ποια από τις δεκάδες αναπάντητες ερωτήσεις ήθελες να αφήσεις να βγει πρώτη από το στόμα σου έτσι στριμωγμένες η μια πάνω στην άλλη σε ένα κουβάρι να γνοθοκοπιούνται για την εξασφάλιση της προτεραιότητας, ελλείψει οποιουδήποτε κριτηρίου που να βαθμολογεί την σχετική τους σπουδαιότητα. Το κατάλαβε, χαμογέλασε συγκαταβατικά.
«Ενδεχομένως θα έχετε πολλές απορίες και ερωτηματικά από την χθεσινή βραδιά και την εν γένει στάση μου μέχρι τώρα. Θα μου επιτρέψετε να οδηγήσω εγώ την συζήτηση αγαπητέ μου Κωνσταντίνε, θα μου επιτρέψετε να σας αποκαλώ έτσι. Προτείνω να ξεκινήσουμε την διαλεύκανση αυτής της ιστορίας από την αρχή της. Κατ’ αρχάς τι γνωρίζετε για τις εξωπανεπιστημιακές επιστημονικές δραστηριότητες του καθηγητή Πορφύρη την τελευταία δεκαετία;»
Δεν ήξερες και πολλά. Οι φήμες έλεγαν για συμμετοχή του σε κάποιες κυβερνητικές επιτροπές που ενισχύονταν από τα πολύ συχνά ταξίδια του σε πρωτεύουσες χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και από την μεγάλη του άνεση να εγκρίνει τα ερευνητικά κονδύλια για τα επιδοτούμενα προγράμματα που συμμετείχες και εσύ και σου εξασφάλιζαν μέχρι τώρα τον επιούσιο.
«Οι φήμες αυτές έχουν βάση και ενδεχομένως κάποια σχέση με την συζήτησή μας. Ως προηγούμενος πρύτανης του Ιδρύματος και στενός προσωπικός φίλος του Σπύρου είμαι σε θέση να γνωρίζω αρκετές λεπτομέρειες για την συμμετοχή του στην επιτροπή Λάρσεϋ- Πορφύρη- ΛαΦανουί, την επιτροπή LPL όπως είναι γνωστή στους υψηλόβαθμους κύκλους των Βρυξελών. Ο αγαπητός μου Σπύρος ήταν επιφορτισμένος με την ευθύνη του σχεδιασμού της επικοινωνιακής στρατηγικής της Ένωσης και των κρατών μελών της για τις δράσεις πρόληψης του τομέα υγείας, όπως καθορίστηκαν από τους στόχους της συνάντησης κορυφής της Λισσαβόνας.»
Άφησε το αναπάντητο το σχόλιό σου ότι δεν θα μπορούσες να σκεφτείς κανένα πιο ειδικό για αυτό το θέμα στην Ευρώπη και συνέχισε.
«Από τον Δεκέμβριο του 2001, η επιτροπή διευρύνθηκε με νέα μέλη, όπως με τον καθηγητή Στέφανο Περμούτι, που ίσως να τον γνωρίζετε από την ερευνητική του εργασία σε θέματα κυβερνητικού μάρκετινγκ. Έτσι διασυνδέθηκε με την αντίστοιχη επιτροπή Κλάρκ-Γουίσλοου του Υπουργείου Εθνικής Ασφάλειας των Ηνωμένων Πολιτειών. Αυτή η διεύρυνση του ρόλου της επιτροπής LPL, για την οποία ο Πορφύρης διαφώνησε έντονα τότε όπως μου εκμυστηρεύτηκε στις κατ’ ιδίαν μας συναντήσεις, τον γέμισε με προβλήματα με προφανές αποτέλεσμα το άγχος και την ανησυχία που, από εμένα τουλάχιστον, δεν μπορούσε να αποκρύψει. Ελάχιστα όμως μου αποκάλυψε για τις αιτίες αυτής του της ανησυχίας παρά την στενή μας σχέση, δεσμευόταν από όρους απορρήτου. Σας λένε τίποτα αυτά τα ονόματα που ανέφερα Κωνσταντίνε;»
Εκτός από τον Ιταλό που κάπου τον είχε πάρει το μάτι σου, όχι, τους άλλους δεν τους είχες ξανακούσει ποτέ. Έκανε μια στάση να πάρει ανάσα και συνέχισε.
«Διαισθάνομαι ότι η εξαφάνιση του καθηγητή σας πριν ένα χρόνο έχει κάποια σχέση με αυτές του τις δραστηριότητες. Ας δούμε όμως καλλίτερα τα γεγονότα και ας αφήσουμε την διαίσθηση να παίξει τον ρόλο της αργότερα. Το απόγευμα της Κυριακής 21 Μαρτίου 2004, βρήκα στο γραμματοκιβώτιο του σπιτιού μου στην Αθήνα τον φάκελο με το ιδιόχειρο σημείωμα που σας άφησα να διαβάσετε χθες, μετά από πολύ σκέψη για το αν οι όροι εμπιστευτικότητας που μου ζήτησε να ακολουθήσω ο Πορφύρης εξαιρούσαν και εσάς, Κωνσταντίνε, από την ανάγνωσή του ακριβώς δώδεκα μήνες μετά. Στην αρχή δεν κατάλαβα ποιας τελευταίας πράξης το μήνυμα έπρεπε να σας παραδώσω, έκανα θυμάμαι υποθέσεις για τα μηνύματα των τελευταίων πράξεων των θεατρικών έργων που επεξεργαζόμουν εκείνη την εποχή αλλά δεν είχα κανένα σαφές στοιχείο και επιπρόσθετα δεν σας γνώριζα καθόλου. Μαζί με το σημείωμα στον φάκελο ήταν, όπως ήδη γνωρίζετε, και ένας σημαντικός αριθμός ομολόγων του ελληνικού δημοσίου, τα οποία ρευστοποίησα προχθές σε μια Τράπεζα του Κέιπ Τάουν στο αντίτιμο που σας παρέδωσα, αφού αφαίρεσα τα έξοδα του αεροπορικού μου ταξιδιού για να σας συναντήσω. Σε τουριστική θέση ταξίδεψα, μην ανησυχείτε. Το πρωινό της Δευτέρας 22 Μαρτίου 2004, επισκέφθηκα το παλιό μου γραφείο στην Σχολή, όπου με περίμενε στον ηλεκτρονικό υπολογιστή μου το δεύτερο μήνυμα με τίτλο, όπως θα παρατηρήσατε, «Τελευταία Πράξη» και που στάλθηκε την ίδια ημέρα με την ημερομηνία που υπέγραψε ο Σπύρος και το ιδιόχειρο μήνυμα που ήδη είχα λάβει. Κατάλαβα τότε ότι αυτό ήταν το μήνυμα έπρεπε να σας παραδώσω δώδεκα μήνες μετά. Τι αναγνωρίζετε σε αυτό το δεύτερο μήνυμα του καθηγητή σας Κωνσταντίνε;»
«Διάβασα και τα δύο μηνύματα χθες το βράδυ πάρα πολλές φορές. Το πρώτο μήνυμα που απευθύνεται προφανώς σε σας μετά τις εξηγήσεις που δώσατε, δεν νομίζω ότι μπορεί να έχει άλλη ερμηνεία, παρά τα ερωτηματικά που μένουν αναπάντητα και γι’ αυτό. Σας ζητάει να παραδώσετε το δεύτερο μήνυμα σε μένα μετά από δώδεκα μήνες μαζί με τα χρήματα. Στο δεύτερο μήνυμα, που μου φαίνεται τελείως ακατανόητο, αναγνωρίζω δύο μόνο στοιχεία: Χαιρετά στην αρχή του το «Σκοτάδι», που είναι το παρατσούκλι μου στην Σχολή, άρα συμπεραίνω ότι απευθύνεται σε μένα συνδυάζοντας και το τι σας γράφει στο ιδιόχειρο σημείωμά του. Στο τέλος του, στο υστερόγραφο, με προτρέπει να διδαχθώ όσα δεν με δίδαξε ο ίδιος από τον Σοφό Γέροντα. «Σοφός Γέροντας» είναι το όνομα με το οποίο είναι γνωστός ο κεντρικός ηλεκτρονικός υπολογιστής της Σχολής. Ενδεχομένως εκεί να έχει αφήσει τα στοιχεία που σχετίζονται με την κοινή μας έρευνα. Το υπόλοιπο κείμενο μου είναι τελείως ακατανόητο.»
«Κάνεις λάθος νέε μου. Γνωρίζω πολύ καλά τον Σοφό Γέροντα της Σχολής σας, εγώ τον εγκαινίασα το 1999 όταν ήμουν πρύτανης. Δεν νομίζω όμως ότι σε προτρέπει να αναζητήσεις κρυμμένη σοφία και χρήσιμα πράγματα για την έρευνά σου στον κεντρικό υπολογιστή της Σχολής. Είμαι πεισμένος ότι εκεί δεν θα βρεις πλέον απολύτως τίποτα που να σχετίζεται με τον Πορφύρη και την κοινή ερευνητική σας εργασία.»
«Πως είστε τόσο σίγουρος;» ρώτησες ακουμπώντας σε μια ξερολιθιά.
«Σκεφτείτε Κωνσταντίνε, μην με απογοητεύετε. Γιατί δεν έστελνε σε εσάς απευθείας ο Πορφύρης το e-mail του και έπρεπε να μεσολαβήσω εγώ για να σας το παραδώσω δώδεκα μήνες μετά;»
Δεν είχες απάντηση. Συνέχισε.
«Θα σας βοηθήσει να γνωρίζετε ότι ο Σπύρος συνήθιζε να με αποκαλεί Σοφό Γέροντα από τότε που του δίδασκα Ειδικά Θέματα Ιστορίας του Εικοστού Αιώνα, τότε που έκανε την διδακτορική του διατριβή και που έγινε η αφορμή να γίνουμε έκτοτε πολύ στενοί φίλοι. Εξ άλλου, όλες αυτές οι υπηρεσίες που εξέτασαν ενδελεχώς τα αρχεία της Σχολής δεν βρήκαν απολύτως τίποτα στον Σοφό Γέροντα που να σχετίζεται με τον Πορφύρη, ενδεχομένως ούτε καν το τελευταίο ηλεκτρονικό μήνυμα που στάλθηκε σε μένα και απευθύνονταν σε σας, μιας και είχα φροντίσει να το σβήσω ο ίδιος προσωπικά όταν το ανέγνωσα και το εκτύπωσα. Φαίνεται ότι πριν από την τελευταία πράξη του ο Σπύρος φρόντισε να σβήσει σχολαστικά κάθε του ίχνος στην Σχολή και ενδεχομένως και τα αντίστοιχα στις υπηρεσίες με τις οποίες συνεργάζονταν. Μη με ρωτήσετε τους λόγους αυτών των ενεργειών του καθηγητή σας, ειλικρινά δεν τους γνωρίζω. Οι ειδικοί της ασφάλειας έμειναν έκπληκτοι από το γεγονός ότι ο Πορφύρης εξαφανίστηκε χωρίς να αφήσει κυριολεκτικά κανένα ίχνος πίσω του. Την απορία αυτή των αρχών μου την μετέφερε εμπιστευτικά πρώην στρατηγός της ελληνικής αστυνομίας, παλαιός γνωστός μου και συμπαίκτης του μπριτζ, όταν με κάλεσε το περασμένο καλοκαίρι να τον επισκεφθώ στο γραφείο του για να με ενημερώσει για την πρόοδο των ερευνών τους για τον Πορφύρη.»
«Αν έσβησε όλα τα αρχεία του» είπες απογοητευμένος συνειδητοποιώντας την πιθανότητα να έχει εξανεμισθεί η τελευταία σου ελπίδας να βρεις τα χαμένα πολύτιμα στοιχεία της κοινής σας εργασίας «γιατί έστειλε το μήνυμα της Τελικής Πράξης με μέσο που ήξερε πολύ καλά ότι εύκολα μπορούσε να ανιχνευθεί και να αποκαλυφθεί; Φοβάμαι ότι σβήνοντας το μήνυμα από τον προσωπικό σας υπολογιστή κύριε καθηγητά, δεν σβήσατε το μήνυμα και από τον Σοφό Γέροντα. »
«Να μία σωστή ερώτηση που μπορεί να μας οδηγήσει σε κάποια λογικά συμπεράσματα, επιτέλους ξυπνήσατε νεαρέ μου. Θυμάστε τι έγινε στην Σχολή λίγες μέρες μετά από την εξαφάνιση του Σπύρου Κωνσταντίνε;»
«Πως δεν θυμάμαι. Μια εβδομάδα μετά την εξαφάνιση κάποιοι έσκαψαν όλα τα παρτέρια του κήπου της Σχολής σε βάθος μέχρι δύο μέτρα…»
«Έκρυψα μια άκρη τους μέσα σε ένα τομάρι από ένα ινδιάνικο κριάρι που το έθαψα βαθειά στο παρτέρι με τις μαργαρίτες» διάβασε από μια φωτοτυπία της εκτύπωσης της Τελευταίας Πράξης που έβγαλε από την τσέπη. «Συνεχίστε, τι άλλο έγινε;»
«Μαζί με τους δήθεν κηπουρούς που άφησαν τα παρτέρια της Σχολής σαν τους βομβαρδισμένους δρόμους της Βαγδάτης, πλάκωσαν και όλες οι διωκτικές υπηρεσίες του ελληνικού κράτους μαζί με τις όλες ξένες μυστικές που είχαν εγκατασταθεί τότε στην Αθήνα για τους Ολυμπιακούς αγώνες και ρωτούσαν τους πάντες για πράγματα απίθανα. Πήραν τον προσωπικό υπολογιστή και τους ζωγραφικούς πίνακες από το γραφείο του καθηγητή και άνοιξαν μια πελώρια τρύπα πίσω από τον χώρο που κρέμονταν οι πίνακες…»
«Αν μπορέσεις να κοιτάξεις πίσω από εικόνα της, αυτή που φυλάχτηκε για σένα απέναντι. Συνέχισε σε παρακαλώ.»
«Ένα μήνα μετά την εξαφάνιση του καθηγητή αφαίρεσαν τους δίσκους από τον Κεντρικό Υπολογιστή της Σχολής. Μείναμε χωρίς μηχανογραφική υποστήριξη και ηλεκτρονικό ταχυδρομείο κοντά δύο μήνες θυμάμαι, κάποιοι συνάδελφοι κόντεψαν να πάθουν εγκεφαλικό βλέποντας να χάνονται προθεσμίες και το πολύτιμο ερευνητικό τους υλικό να γίνεται φύλλο και φτερό σε κάποια εργαστήρια.»
«Άρα μου λέτε ότι κάποιες αρχές ήταν σε γνώση του μηνύματος της Τελευταίας Πράξης πολύ πριν προσπαθήσουν να εντοπίσουν τα ηλεκτρονικά του ίχνη στο κεντρικό υπολογιστικό σύστημα της Σχολής ή στον προσωπικό υπολογιστή του Σπύρου. Αναλύοντας το ηλεκτρονικό μήνυμα που μου έστειλε και που προφανώς είχαν υποκλέψει, οδηγήθηκαν στο να διερευνούν θεωρίες και υποθέσεις. Ποιες θεωρίες ακούσατε εσύ να διαδίδονται γι’ αυτή την εξαφάνιση;»
«Ακούστηκε ότι η εξαφάνιση είχε σχέση με τα αποτελέσματα των εκλογών και την αλλαγή της κυβέρνησης λίγες εβδομάδες πριν. Σενάρια που συνέδεαν το όνομα του Πορφύρη με την υπόθεση της φούσκας του χρηματιστήριου και την δικαστική της διερεύνηση που θα ξεκινούσε.»
«Ξέρουμε ότι αυτή η υπόθεση δεν έχει βάση. Ο Πορφύρης δεν είχε ασχοληθεί ποτέ, άμεσα ή έμμεσα με την χρηματιστηριακή αγορά. Συνεχίστε Κωνσταντίνε.»
«Κυκλοφόρησε μετά η φήμη ότι ήταν μπλεγμένος σε γυναικοδουλειά και ότι κάπου τώρα βρίσκεται με την καλή του.»
«Ενδιαφέρουσα υπόθεση, μην βιαστούμε να την απορρίψουμε γνωρίζοντας την αδυναμία του φίλου μου στο ασθενές φύλο. Ήταν όμως ερωτευμένος και με την δουλειά του. Τι άλλο ακούσατε;»
«Ότι τρελάθηκε και ίσως αυτοκτόνησε.»
«Την άκουσα και εγώ αυτή την εκδοχή. Στηρίζεται στο ψυχογράφημα που έκαναν οι ειδικοί του εγκληματολογικού της ασφάλειας για τον Σπύρο, στηριγμένοι κυρίως στο περιεχόμενο της Τελευταίας Πράξης. Μίλησαν και για θρησκευτικό παραλήρημα λόγω της αναφοράς του στον Άγιο Ρόκκο, που είναι για τους καθολικούς ένας στρατιώτης Άγιος, κάτι σαν τον Αη Γιώργη τον δικό μας. Ο Πορφύρης ήταν όμως άθρησκος και αμφιβάλλω αν ήξερε τον Άγιο Ρόκκο, σε κάτι άλλο αναφέρεται. Άλλο;»
«Ότι ήταν μπλεγμένος με σατανιστές, αυτό το άκουσα στα κανάλια. Να υποθέσω ότι στηρίζουν αυτή την θεωρία στις φράσεις μη παραπέσουν σε λάθος χέρια και εξαφανιστούν για πάντα, εκεί που κυριαρχεί ο ήχος της σιωπής, εκεί που συνομιλούν χωρίς να ακούγεται λαλιά και τραγουδούν τραγούδια με λόγια ανείπωτα το όνομα του θεού που ονόμασαν αυτό το μέρος και στις αναφορές του σε κριάρια και κριαροτόμαρα;»
«Αστεία υπόθεση, όσοι γνώριζαν προσωπικά τον Πορφύρη θα την απέρριπταν αμέσως. Άλλο;»
«Ότι ήταν άρρωστος, στα τελευταία του. Και ότι αυτοκτόνησε.»
«Ότι ήταν βαριά άρρωστος μπορώ να το διαβεβαιώσω. Είχε διαγνωστεί καρκίνος στο στομάχι του Σπύρου και έκανε θεραπεία τα τελευταία δύο χρόνια. Αναφέρεται και στον καρκίνο το τελευταίο του μήνυμά.»
Έμεινες να τον κοιτάς εμβρόντητος. «Δηλαδή…» ψέλλισες
«Δηλαδή αυτή είναι για μένα και η πιθανότερη εκδοχή. Ο Σπύρος αποφάσισε να αυτοκτονήσει ή έστω να αποσυρθεί αυτοθέλητα από τα εγκόσμια στην ησυχία του μέχρι να πεθάνει. Έγραψε ένα μήνυμα που το ονόμασε Τελευταία Πράξη και το άφησε σε μέρος εμφανές που ήξερε ότι το παρακολουθούν ή ήταν εύκολο να ανακαλυφθεί, ότι κάνει δηλαδή ένας οποιοσδήποτε τίμιος αυτόχειρας που σέβεται τον εαυτό του και τους άλλους και τώρα κάπου αναπαύεται. Το έστειλε σε μένα για να σας το παραδώσω, προφανώς για να έρθουμε σε άμεση επαφή τώρα για κάποιους λόγους που ακόμα δεν μπορώ να τους γνωρίζω επακριβώς.»
«Και τα χρήματα που μου έστειλε τι να τα κάνω; Τα μυστικά που αναφέρει ότι έκρυψε, κάποια άλλων και κάποια δικά του, αφορούν την συμμετοχή του στην LPL; Το ότι με καλεί να συνεχίσω εγώ κάτι που λέει σκοπό του; Πως εξηγούνται όλα αυτά κύριε πρύτανη;»
«Δεν γνωρίζω Κωνσταντίνε τις απαντήσεις σε αυτές σας τις ερωτήσεις. Αυτό καλείστε εσείς να το πράξετε, εξ’ άλλου σε εσάς απευθύνεται το τελευταίο του μήνυμα όπως και τα χρήματα που θα χρηματοδοτήσουν την έρευνά σας. Σε μένα μένει μόνο η υποχρέωση να σας διδάξω ότι δίδαξα και στον Σπύρο κατά την επιθυμία του. Εφ’ όσον το θεωρήσετε φυσικά και εσύ σκόπιμο ή χρήσιμο.»
«Ποιο ήταν το θέμα που διδάξατε στον Πορφύρη κύριε καθηγητά;»
«Ο τρόμος ως στοιχείο νομιμοποίησης των εθνικών κρατών και στοιχείο της τέχνης στον εικοστό αιώνα. Αυτό ήταν που του δίδαξα και σε αυτό επανέρχονταν πολύ συχνά στις κατ’ ιδίαν μας συναντήσεις τον τελευταίο καιρό πριν εξαφανιστεί. Υπάρχει μόνο ένα πρόβλημα τεχνικής φύσεως. Αύριο το πρωί επιστρέφω στο Κέιπ Τάουν όπου σκοπεύω να περάσω τον χρόνο μου με την σύζυγό μου μέχρι το τέλος Μαΐου. Βλέπετε, είμαι σε μια ηλικία που πρέπει να ακολουθώ συνεχώς τον ήλιο και την γυναίκα μου που έχει τα μισά χρόνια μου και που αυτή την ώρα πρέπει να κάνει σέρφινγκ στις παραλίες του Μόσελ Μπέυ. Έτσι, αν συμφωνήσεις να διδαχθείς κάτι από μένα, μένει μόνο η τεχνική της εξ’ αποστάσεως διδασκαλίας νεαρέ μου. Θα σου προτείνω να σε γράψω ως επισκέπτη στην ιστοσελίδα της Διεθνούς Ένωσης Ιστορικών Τέχνης, σου έχω σημειώσει εδώ την ηλεκτρονική διεύθυνσή της και τα κωδικά ονόματα με τα οποία μπορούμε να συνομιλούμε μέσω της αντίστοιχης ειδικής ιστοσελίδας της Ένωσης ή να στέλνουμε μηνύματα εκατέρωθεν, χωρίς μεγάλο κίνδυνο να ξεσηκώσουμε τις αρχές με αυτά που θα ειπωθούν. Εξ’ άλλου ιστορία θα κάνουμε, όλοι σε αυτόν τον δικτυακό τόπο πάνω κάτω με τα ίδια θέματα ασχολούνται, ίσως να έχουν πλέον βαρεθεί να παρακολουθούν και όλους αυτούς τους ξενέρωτους ιστορικούς τέχνης του κόσμου. Εσύ τι λες;»
Συμφώνησες, έχωσες το χαρτάκι με την ηλεκτρονική διεύθυνση και τα ψευδώνυμα στο μπουφάν. Παρατήρησες την σιωπηλή συμφωνία σας να σου μιλάει στον ενικό και εσύ να τον λες καθηγητή αμέσως μόλις δημιουργήθηκε η προοπτική της διδασκαλίας. Για σένα όμως η συζήτηση δεν είχε τελειώσει ακόμα.
«Θα ήθελα να μου εξηγήσετε κύριε καθηγητά πριν χωρίσουμε γιατί όλη αυτή η ιστορία χθες βράδυ με το δήθεν χρέος που ξοφλήσατε στην οικογένειά μου μετά από εκατό χρόνια. Δεν την καταλαβαίνω αφού αυτά τα ανέλπιστα για μένα χρήματα έχουν σαν αποστολέα τους τον Πορφύρη και όχι εσάς.»
«Να το πούμε και αυτό λοιπόν. Θα πρέπει να ξέρεις Κωνσταντίνε ότι μετά από την εξαφάνιση του Σπύρου παρακολουθούμαι. Δεν γνωρίζω από ποιόν αλλά είναι βέβαιο ότι παρακολουθούμαι εγώ και ενδεχομένως και όλοι όσοι είχαν άμεση ή έμμεση σχέση με τον Πορφύρη. Στο εξοχικό σπίτι μου υπάρχουν τέσσερεις ασύρματοι κοριοί, ο ένας στην βιβλιοθήκη και ένας άλλος κάτω από το τραπεζάκι του σαλονιού που πήραμε τον καφέ μας χθες το βράδυ. Στο σπίτι της Αθήνας λειτουργούν άλλοι τρεις. Τους εντόπισα πέρσι και συνεχίζουν ακόμα την δράση τους, άρα ότι είπαμε χθες ενδεχομένως να συνεχίζει να ενδιαφέρει κάποιους. Επιπρόσθετα, ότι λέω στο τηλέφωνο, το κινητό ή το σταθερό ή ότι γράφω στα ηλεκτρονικά μου μηνύματα παρακολουθείται και καταγράφεται, όπως και της συζύγου μου αντιστοίχως.»
Έδειχνε να διστάζει να συνεχίσει. Κοντοστάθηκε, άναψε τσιγάρο και τράβηξε δυο δυνατές ρουφηξιές. Συνέχισε.
«Ο φίλος από το μπριτζ, που σου ανέφερα προηγουμένως, με κάλεσε εμπιστευτικά το καλοκαίρι και μου έδειξε καταστάσεις με απομαγνητοφωνημένες συνομιλίες δικές μου και της συζύγου μου με απίθανους ανθρώπους, μέχρι και τις τηλεφωνικές μου συνομιλίες με τον ράφτη μου είδα σε τυπωμένες καταστάσεις και μου είπε να προσέχω. Ενδεχομένως να προσέχω να μην ξηλωθώ, δεν μπορούσα να καταλάβω τι ήταν αυτό που έπρεπε να προσέχω. Προσφέρθηκε να με ενημερώνει για τις επικοινωνίες της συζύγου μου, με το αζημίωτο φυσικά, ανησυχώντας προφανώς για την διαφορά ηλικίας που μας χωρίζει. Δέχτηκα μόνο και μόνο για να καταλάβω μέχρι πότε θα συνεχισθεί αυτή η κατάσταση. Φυσικά ενημέρωσα για όλα αυτά την σύζυγό μου. Ένας λόγος που αποφασίσαμε να μείνουμε τον χειμώνα στην Νότιο Αφρική ήταν για να αποφύγουμε αυτή την αίσθηση ότι παρακολουθούμαστε συνεχώς και σε κάθε τι. Αλλά δεν είμαι καθόλου σίγουρος ότι αυτή η μετακίνηση μας ότι είχε κανένα πρακτικό αποτέλεσμα, μιας και συνέχιζα να παίρνω τακτικές αναφορές για τις συνήθειες και τις επικοινωνίες της συζύγου μου στο Κέιπ Τάουν μέχρι και πριν τρεις μήνες περίπου, οπότε και διεκόπησαν ξαφνικά, παρά το γεγονός ότι δεν σταμάτησα να εμβάζω τακτικότατα το προσυμφωνημένο τίμημα ανά απομαγνητοφωνημένο μήνυμα στον τραπεζικό λογαριασμό του στρατηγού. Αντιλαμβάνεστε ότι τελικά ξηλώθηκα κανονικά, όπως συνηθίζεται να λέγεται, μόνο και μόνο για να εξαγοράσω έμμεσα μια πληροφορία: Μέχρι πότε και που θα με παρακολουθούν. Νομίζω ότι ο Σπύρος είχε προβλέψει αυτή την παρακολούθηση μου που θα ακολουθούσε μετά την εξαφάνισή του, ίσως να παρακολουθούσαν και τον ίδιο και να το γνώριζε. Σε αυτό συνηγορεί η εμπιστευτικότητα που ζήτησε να κρατηθεί για το ιδιόχειρό σημείωμά του ότι και να ακουστεί γι’ αυτόν στο μέλλον. Ενδεχομένως να υπέθεσε ότι θα χαλαρώσουν αυτά τα μέτρα ένα χρόνο μετά την εξαφάνισή του και γι’ αυτό και ζήτησε να σε συναντήσω τώρα. Πριν σου μιλήσω όμως έπρεπε να βεβαιωθώ απολύτως για την ταυτότητά σου και αυτό έγινε μόνο όταν είδα ότι γνώριζες το όνομα του καϊκιού του προπάππου σου. Σκηνοθέτησα όλη αυτή την ιστορία με το χρέος προς στο Αρχάγγελος για να δικαιολογηθεί αυτή μας η συνάντηση καθώς και τα χρήματα που θα έπρεπε να σου παραδώσω. Σε διαβεβαιώνω ότι μπορείς να τα καταθέσεις άφοβα αύριο στον τραπεζικό σου λογαριασμό, κάποιοι ίσως να περιμένουν εναγωνίως να επιβεβαιώσουν την συναλλαγή και να μου το θυμηθείς, δεν θα σου εγείρουν ποτέ ζήτημα πόθεν έσχες γι’ αυτή σου την κατάθεση. Το πρωί έλεγξα με τα κιάλια την γύρω περιοχή για παν ενδεχόμενο, δεν φάνηκε κάτι ύποπτο, οπότε αισθάνομαι ότι κάναμε την παρούσα συζήτηση μας εκ του ασφαλούς. Όφειλα να σε προστατέψω όπως σε προστάτεψε και ο καθηγητής σου με την τακτική που μας επέβαλε με αυτά τα δύο μηνύματά του.»
Έσβησε το αποτσίγαρο πάνω στο χιόνι. Είχατε φτάσει στα όρια του κτήματος και έπρεπε πλέον να πάρετε είτε την ίδια διαδρομή που ανηφόριζε στην πλαγιά ανάμεσα στα αμπέλια ή να ακολουθήσετε τον ασφαλτοστρωμένο δρόμο μέχρι το σπίτι. Προτίμησε τον δεύτερο που φαινόταν πιο σύντομος.
«Συνοψίζοντας και για να απαντήσω στα ερωτήματα εργασίας που τέθησαν προηγουμένως, πιστεύω ότι ο Πορφύρης έστειλε τα μηνύματά του με ένα τρόπο που θα μας έφερνε σε επαφή ένα χρόνο μετά για να σε διδάξω ενώ ταυτόχρονα με προειδοποιούσε για τις παρακολουθήσεις! Όπως γνωρίζεις, ο Σπύρος ήταν ειδικός στο να κρύβει μηνύματα στα κείμενα και τα διαφημιστικά σλόγκαν, κάτι ανάλογο πιστεύω ότι έπραξε και σε αυτή την περίπτωση. Εσύ φαίνεται ότι είσαι ο πλέον αρμόδιος για να αποκωδικοποιήσεις το τελευταίο του μήνυμα και να ολοκληρώσεις τον σκοπό του.»
«Δηλαδή πιστεύετε ότι το μήνυμα της Τελευταίας Πράξης είναι κωδικοποιημένο; Πιστεύετε ότι γράφτηκε από τον καθηγητή Πορφύρη με σώας τα φρένας του;» ρώτησες.
«Ασφαλώς. Έχεις δει γραπτά του Πορφύρη. Βεβαίως θα αναγνώρισες αμέσως ότι δεν γράφει έτσι, βάζοντας τα κώματα όπου να’ ναι και συνδέοντας τα μέρη του λόγου με αυτό τον αλλόκοτο τρόπο. Δεν έχω όμως λόγο να αμφισβητώ τον συντάκτη του ηλεκτρονικού κειμένου, είναι πράγματι ο καθηγητής Σπύρος Πορφύρης και μάλιστα δείχνει να ξέρει τι γράφει. Αυτό το συμπεραίνω λαμβάνοντας υπ΄ όψη τόσο το προηγούμενο ιδιόχειρο μήνυμά του που έχει τον γραφικό του χαρακτήρα και γράφτηκε την ίδια μέρα, όσο και τις αναφορές του στο Σκοτάδι και κάποιον Γέροντα Σοφό, που τους έφερε και τους δυο σήμερα εδώ να συζητήσουν μέσα στο κρύο. Είμαι απολύτως βέβαιος ότι το μήνυμα αυτό δεν είναι προϊόν κάποιου φαρσέρ που απλώς θα ήθελε να μας βάλει να κάνουμε άσκοπες αναζητήσεις. Και σε αυτό συνηγορούν 84.541 λόγοι και η διαίσθησή μου, που την εμπιστεύομαι συχνά. Και δεν έχω βγει ποτέ χαμένος όταν την ακολούθησα. »
«Και εσείς πως ξέρατε για το Αρχάγγελος;» συνέχισες να ρωτάς σαν καλός μαθητής που δεν θέλει να τελειώσει το μάθημα μαζί με τον δρόμο προς το εξοχικό του σπίτι.
«Από τα αρχεία της εφημερίδας Πελοπόννησος της Πάτρας νεαρέ μου. Διάβασα τυχαία γι’ αυτή την ιστορία του ναυαγίου το περασμένο καλοκαίρι όταν έψαχνα να βρω κάποιο δημοσίευμα του περασμένου αιώνα για τον Ροίδη. Παράλληλα την ίδια εποχή διενεργούσα και την διακριτική μου έρευνά για το άτομό σου και είχα ήδη ανακαλύψει αρκετά για σένα προετοιμάζοντας από τότε αυτή την συνάντηση μας. Δεν μπορείς να φανταστείς ποτέ τι μπορείς να ανακαλύψεις στα παλαιά αρχεία Κωνσταντίνε, αρκεί να ξέρεις να ψάχνεις. Τώρα, ότι μπορεί να υπάρχει πράγματι ένα μικρό χρέος καταγεγραμμένο από το 1892 στα οικογενειακά μας αρχεία προς κάποιον Ανδρέα Φωτεινό, πλοιοκτήτη του καϊκιού Αρχάγγελος νηολογίου Γαλαξιδίου, είναι άνευ σημασίας, μιας και αυτού του είδους τα χρέη παραγράφονται αν δεν εγερθούν αξιώσεις από τους πιστωτές ή τους κληρονόμους τους εντός των επόμενων δέκα χρόνων από την εγγραφή τους.» Χαμογελούσε αινιγματικά, η συζήτηση μπορούσε να θεωρηθεί λήξασα.

Posted in Γιάννης Χατζηχρήστος, Το φ του φόβου | Leave a Comment »

Κεφ 4 Σκέψεις γύρω από ένα κουλούρι

Posted by R.K. στο 13/04/2009

ΣΚΕΨΕΙΣ ΓΥΡΩ ΑΠΟ ΕΝΑ ΚΟΥΛΟΥΡΙ
21/3/2005, Αθήνα

Λες ότι όλα ξεκίνησαν από εκείνο το μισό κουλούρι που σου έφτιαξε την διάθεση η χειρονομία της να στο προσφέρει όταν περνούσες μια κρίση κατάθλιψης. Χωρίς αυτό, δεν θα είχες ανοίξει, μετά από τόσες μέρες, το ηλεκτρονικό σου ταχυδρομείο και να λάβεις έγκαιρα την πρόσκληση του Σοφού Γέροντα. Τώρα μπροστά σε ένα ολόκληρο φρέσκο κουλούρι που βρήκες να σε περιμένει στο γραφείο σου από νωρίς το πρωί, κάθεσαι και κάνεις σκέψεις για αυτά που έγιναν και γι’ αυτά που έμαθες μετά που δέχτηκες εκείνη την απροσδόκητη πρόσκληση.
Λες ότι αυτή η ιστορία μοιάζει με ένα κουλούρι. Στην αρχή σκέφτεσαι τις διαστάσεις της. Όταν κοιτάς αυτό το κουλούρι από μακριά φαίνεται σαν μια μικρή τελίτσα, δηλαδή σαν ένα μονοδιάστατο αντικείμενο. Αν πλησιάσεις πιο κοντά μοιάζει με ένα κύκλο μεγαλώνοντας τον αριθμό των διαστάσεών του στις δύο, πράγμα που θα σου επιτρέψει και να φανείς σπουδαίος υπολογίζοντας το μήκος της περιμέτρου του. Παρατηρώντας το κουλούρι ακόμα από πιο κοντινή απόσταση, βλέπεις ότι έχει τρεις διαστάσεις και μπορείς να ζητήσεις από κάποιο μαθηματικό να βρει πόσο μεγάλη είναι η επιφάνειά του και ο όγκος του. Αν όμως φανταστείς ότι είσαι ένα μυρμήγκι που κάνει βόλτες πάνω στο κουλούρι, θα συναντήσεις βουνά, χαράδρες, και βράχους από σουσαμάκια που όλα μαζί τότε θα έχουν επιφάνεια πολύ μεγαλύτερη από αυτή που μετρήθηκε προηγουμένως για το τρισδιάστατο κουλουράκι που έχεις πάνω στο γραφείο σου. Και οι μετρήσεις αυτές θα αλλάζουν, τα μεγέθη για τις διαστάσεις του κουλουριού θα γίνονται τεράστια αν κάνεις τις παρατηρήσεις σου έχοντας το μέγεθος ενός βακτηριδίου. Εκεί που το μυρμήγκι-μαθηματικός έβλεπε ένα χαντάκι θα συναντούσες κοιλάδες με σπηλιές, εκεί που σκόνταφτε σε βράχους από σουσάμι θα έπρεπε να μετρήσεις επιφάνειες πολύπλοκων βουνών, σαν αυτούς στα Μετέωρα, γεμάτους με βαθουλώματα και εξογκώματα. Δεν ξέρεις πόσες διαστάσεις έχει αυτή η ιστορία της εξαφάνισης του Πορφύρη, είναι δύσκολο να αποφασίσεις από ποια απόσταση να την ερευνήσεις, αν πραγματικά θέλεις να την ερευνήσεις.
Η πρώτη σκέψη που σου πέρασε από το μυαλό ήταν να θεωρήσεις αυτά τα απρόσμενα ευρώ σαν την δίκαιη και εύλογη αποζημίωση του καθηγητή σου για τα δεδομένα της έρευνάς σας που τα εξαφάνισε μαζί του μετά από κάποια δική του παραξενιά. Σε αυτή την περίπτωση όλη αυτή η ιστορία που παρουσίασε ο Λάσκος μαζί με οι εκδοχές που υπαινίχθηκε προβάλλοντας την αλάθητη διαίσθησή του, δεν πρέπει να σε αφορούν. Η διάσταση της ιστορίας είναι όση ενός κουλουριού-τελίτσας και το μόνο που σου μένει είναι να χρησιμοποιήσεις αυτά τα χρήματα για να ανασχεδιάσεις την έρευνά σου μέχρι να μπορεί αυτή να καταλήξει κάπου. Το ίδιο όμως θα μπορούσε να σκεφτεί και να πράξει και ο γεροκτηματίας πρώην πρύτανης. Εσύ δεν θα μάθαινες ποτέ τίποτα και αυτός δεν θα έμπαινε και στον κόπο να σε διδάξει ειδικά θέματα ιστορίας του εικοστού αιώνα. Όμως αυτός αρκέστηκε να καλύψει από αυτά τα χρήματα μόνο τα αεροπορικά του εισιτήρια, παρά την ταλαιπωρία του τους προηγούμενους δώδεκα μήνες να σε ανακαλύψει και να σκηνοθετήσει αριστοτεχνικά την συνάντησή σας. Υπάρχει όμως και ένα ακόμα πρόβλημα που δεν σε βοηθάει να κρατήσεις μακρινές τις αποστάσεις σου από την ιστορία της εξαφάνισης του Πορφύρη. Γεννήθηκες περίεργος, θέλεις να ξέρεις το μήκος της περιμέτρου του κουλουριού, πόσο μεγάλη είναι η επιφάνεια και πόσο όγκο καταλαμβάνει.
Σκέφτεσαι την οπτική του Λιάσκου στην ιστορία. Ο ιστορικός της τέχνης του τρόμου του εικοστού αιώνα, τρομοκρατημένος από το ότι τον παρακολουθούσαν, σκηνοθέτησε μια καταπληκτική παράσταση για να σε προστατέψει όπως είπε. Δεν προσδιόρισε όμως ποιος τον παρακολουθούσε και δεν έδωσε επαρκείς εξηγήσεις για να συνδέσει με κάποια λογική αυτόν που τον παρακολουθούσε με τον Πορφύρη. Υποθέτει ότι υπάρχει σχέση, δεν μπορεί να αποδείξει οποιαδήποτε σχέση με όσα είπε. Από εκείνη την εποχή πριν την Ολυμπιάδα πρέπει να γίνεται στην Ελλάδα όργιο παρακολούθησης. Φανερής και χωρίς πολύ διακριτικότητα, μέχρι και εκείνο το ιπτάμενο υπόθετο έβαλαν να κόβει βόλτες πάνω από την Αθήνα για να θυμίζει σε όλους ότι έστι δίκης οφθαλμός ον τα πανθ ορά, όπως χαρακτηριστικά είχες σχολιάσει τότε. Κάποιος έξυπνος αξιωματούχος, να ήταν μήπως ο μόνος, θα βρήκε την ευκαιρία να του πάρει όσα χρήματα μπορούσε γνωρίζοντας ότι έχει γυναίκα που ακόμα κάνει σέρφινγκ στα κύματα, πλασάροντας του για τυράκι μερικές απομαγνητοφωνημένες συνομιλίες τους. Ο Λάσκος νόμισε ότι τον παρακολουθούν για το τελευταίο μήνυμα του Πορφύρη και χλαπ, το δάγκωσε. Γιατί να παρακολουθούν όμως ένα καθηγητή του μάρκετινγκ; Η σχέση του με την επιτροπή PLP δεν δικαιολογεί παρακολουθήσεις, η προληπτική ιατρική δεν φαίνεται ότι είναι τομέας που σχετίζεται με θέματα που μπορεί να εμπλέξουν πράκτορες και μυστικές υπηρεσίες, οι υπαινιγμοί και η διαίσθηση του φαίνονται να δημιουργούν ένα σενάριο τραβηγμένο από τα μαλλιά. Τον Πορφύρη θα μπορούσαν να τον παρακολουθούν για δεκάδες άλλους λόγους, κανείς δεν γνωρίζει ακριβώς όλες του τις εξωπανεπιστημιακές δραστηριότητες. Απ’ όσα συζητήσατε βγαίνει το λογικό συμπέρασμα ότι κάποιες υπηρεσίες πράγματι υπέκλεψαν το μήνυμα της Τελευταίας Πράξης του Πορφύρη άρα κάποιοι είχαν λόγους για να τον παρακολουθούν. Και είναι αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι κάποιοι έκαναν την Σχολή και τους κήπους της άνω κάτω για να βρουν τα ίχνη του καθηγητή και τα αρχεία του. Μακάρι να τα έβρισκαν μήπως έτσι έβρισκαν και αυτά που σου χρειάζονται για να τελειώσεις την έρευνά σου. Από την άλλη, οι υπαινιγμοί του Σοφού Γέροντα καλύπτουν λογικά κενά και δίνουν μια εξήγηση για τα δύο μηνύματα που έστειλε ο Πορφύρης πριν εξαφανιστεί. Σε αυτή τη περίπτωση, αν η ιστορία αυτή είναι πράγματι σύμφωνη με όσα υποθέτει ο Λάσκος, τα χρήματα του Πορφύρη που σου παρέδωσε είναι μέρος του μηνύματος. Στάλθηκαν για να τονίσουν την σοβαρότητα της υπόθεσης και να δηλώσουν με ένα σαφή τρόπο την επιθυμία του καθηγητή σου να εμπλακείς εσύ σε αυτή την υπόθεση για να ολοκληρώσεις, σαν ο πιο κατάλληλος, κάποιον ακόμα αδιευκρίνιστο σκοπό. Έτσι από αυτή την οπτική γωνιά που στηρίζεται στην υπόθεση ότι όλα αυτά είναι αποτέλεσμα του πανικού του Λάσκου, το κουλούρι μοιάζει σαν ένας κύκλος που δεν ολοκληρώνεται.
Για να δεις τα γεγονότα από πιο κοντά, θα πρέπει υποχρεωτικά να αναλύσεις τις φράσεις του αλλόκοτου μηνύματος της Τελευταίας Πράξης. Σε αυτό το μόνο που είναι σαφές είναι ότι ο Πορφύρης έκρυψε κάπου κάποια μυστικά δικά του που αν τα ανακαλύψεις θα σε οδηγήσουν και σε κάποια άλλα μυστικά που του εμπιστεύθηκαν κάποιοι αδιευκρίνιστοι τρίτοι. Δηλώνει ότι έζησε μια ζωή γεμάτη με μυστικά και τον φόβο του μην παραπέσουν αυτά σε λάθος χέρια. Αν αυτά τα μυστικά αφορούν την συμμετοχή του στην επιτροπή LPL, όπως ισχυρίστηκε ο Λάσκος, ή κάποια άλλη ερευνητική του δραστηριότητα, ενδεχομένως αυτή που κάνατε μαζί, δεν θα το μάθεις ποτέ αν δεν ανακαλύψεις την κρυψώνα του και δεν αναλύσεις αυτά που έκρυψε. Προφανώς δεν τα έκρυψε σε κάποιο δέρας που το έθαψε μετά σε κάποιο παρτέρι με μαργαρίτες της Σχολής. Δεν ξέρεις αν είχε και στο σπίτι του κήπο αλλά είσαι βέβαιος ότι αν είχε, οι «κηπουροί» δεν θα έχουν αφήσει κανένα παρτέρι του χωρίς να το έχουν ψάξει σε βάθος. Μιλάει για την άκρη κάποιου νήματος που έκρυψε σε κάποιο παρτέρι με μαργαρίτες και μετά για κάποιο κλειδί και μετά για την εικόνα της ομίχλης που πίσω της θα ανακαλύψεις αυτά που δεν ήξερε και ο ίδιος, αυτά που ανακάλυψε και θεωρεί μυστικά επικίνδυνα να πέσουν σε λάθος χέρια. Δείχνει αυτή η Τελευταία Πράξη του να είναι ένας χάρτης ενός κρυμμένου θησαυρού που για να τον ανακαλύψεις θα πρέπει να ακολουθήσεις μια συγκεκριμένη πορεία. Δεν έχεις ιδέα ποιο κλειδί είναι κάτω από το 11 για να ξεκλειδώσεις την μια άκρη του νήματος. Και τα αρχεία του Αγίου Ρόκκου, αυτό και αν δεν θυμίζει μυστικισμό των ιπποτών του μεσαίωνα και τον Κώδικα Ντα Βίντσι που έφερε στην μόδα ροδόσταυρους, μυστικές οργανώσεις σοφών επιστημόνων και κάποιες διαχρονικές συνομωσίες τους για να προστατευτούν το μυστικό των απογόνων της Μαρίας της Μαγδαλινής. Θυμάσαι ότι είχατε συζητήσει με τον Πορφύρη το επικοινωνιακό φαινόμενο του Κώδικα και του συγγραφέα του Νταν Μπράουν αλλά και την στροφή της δυτικής λογοτεχνίας την τελευταία δεκαετία προς στον μυστικισμό και σε θέματα που διαμορφώνουν την άποψη ότι ο μεσαίωνας έχει αίγλη, ότι κάποιοι προσπάθησαν στην διάρκειά του να κρύψουν την αρχαία σοφία και κάποια μυστικά που σε αυτά θα πρέπει να στραφεί η ζαλισμένη δύση για να λύσει τα σημερινά αδιέξοδά της. Η σαφής θέση που είχε πάρει ήταν ότι αυτή η τάση ήταν αποτέλεσμα των προσπαθειών του λεγόμενου σύγχρονου αντι-διαφωτισμού που ξεκίνησε αρχικά από τις συντηρητικές πολιτείες των Ηνωμένων Πολιτειών και επεκτείνεται τώρα με τις πλάτες των νεοσυντηρητικών του Μπούς σε παγκόσμιο επίπεδο με μια λυσαλαία προσπάθεια να τοποθετηθεί ξανά ο μυστικισμός στην θέση της επιστήμης. Πονηρά και από την πίσω πόρτα χρησιμοποιώντας ψευδοεπιστήμονες με σαφείς πολιτικούς και ιδεολογικούς στόχους. Δεν θα σε έβαζε ο Πορφύρης όμως σε μια τέτοια περιπέτεια. Είσαι βέβαιος ότι θα υπάρχουν εκατοντάδες εκκλησίες και μοναστήρια με το όνομα του Αγίου Ρόκκου στην Ευρώπη που ενδεχομένως στα αρχεία κάποιου μοναστηριού από τις εκατοντάδες να έχει κρύψει κάτι που, όπως λέει, εξηγεί όλα τα άλλα. Αν είναι να ακολουθήσεις μέχρι το τέλος αυτή την διαδρομή, σε βλέπω να αλλάζεις ειδικότητα και να ξοδεύεις τα επόμενα χρόνια όλα τα ευρώ που σου έστειλε σε εκδρομές με τα ΚΑΠΗ σε όλα τα μοναστήρια του Άγιου Ρόκκου στην Ευρώπη. Έτσι, με όλα αυτά τα ερωτήματα αναπάντητα, το κουλούρι σου θυμίζει με το σχήμα του τον αριθμό αυτών που γνωρίζεις για όλα αυτά. Και εκείνο το τεράστιο κενό που περικλείεται γύρω από το πασπαλισμένο με σουσάμι τρισδιάστατο όγκο του σε προκαλεί να συνεχίσεις να ψάξεις τα μυστικά που κρύβονται σε αυτή την ιστορία, ακόμα και αν θα πρέπει οι μέθοδοί που πρέπει να χρησιμοποιήσεις σε κάνουν να δουλέψεις σκληρά σαν το μυρμήγκι.
Σκέφτεσαι τώρα για το ίδιο το κουλούρι που είναι πάνω στο γραφείο σου. Στο άφησε το πρωί πριν πάει να κάνει το εργαστήριό της. Φαντάζεσαι ότι μεταφέρει και αυτό ένα μικρό μήνυμα, σαν να σε καλεί να συνεχίσεις την ανθρώπινη επικοινωνία της περασμένης Παρασκευής με αυτό το κορίτσι για το οποίο δεν ξέρεις σχεδόν τίποτα παρά τα δυο χρόνια στο ίδιο γραφείο μαζί της και τα χρόνια πριν στα αμφιθέατρα και τις γενικές συνελεύσεις του συλλόγου των φοιτητών. Ως γνήσιος εκπρόσωπος της γενιάς σου την ψάχνεις στο ίντερνετ. Μετά από τέσσερα κλικ, στην οθόνη σου εμφανίζεται το βιογραφικό της που έχει αναρτήσει στην ιστοσελίδα των συνεργατών της σχολής και οι δημοσιευμένες της εργασίες. Ανακάλυψη πρώτη: σήμερα έχει γενέθλια, κλείνει τα τριάντα. Ανακάλυψη δεύτερη: εξειδικεύεται στο κυβερνητικό μάρκετινγκ όπως φαίνεται από τις δημοσιευμένες εργασίες της με τον καθηγητή Καραγιάννη που εποπτεύει το διδακτορικό της. Ανακάλυψη τρίτη: στην εργασία της «Στρατηγικές ανάλυσης των αποτελεσμάτων εφαρμογής των πολιτικών περιφερειακής ανάπτυξης στην κοινή γνώμη και στις επενδύσεις» κάνει αναφορές σε εργασίες του καθηγητή Στέφανο Περμούτι, που τον ανέφερε και ο Λάσκος σαν μέλος της διευρυμένης επιτροπής LPL. Ανακάλυψη τέταρτη: μιλάει άπταιστα τέσσερεις γλώσσες, εκτός από την μητρική της που την προφέρει κόβοντας τις καταλήξεις των λέξεων, είναι κάτοχος πράσινης ζώνης στο τζούντο, ήταν μέλος της προ-ολυμπιακής εθνικής ομάδας τοξοβολίας και ασχολείται ερασιτεχνικά με την ζωγραφική. Έτσι, με όλες αυτές της τις ασχολίες, εξηγείται που δεν μπορεί να μείνει κρέας απάνω της. Μάζεψες τις σημειώσεις με τις σκέψεις σου, έκλεισες τον υπολογιστή και έφυγες βιαστικά από το γραφείο μασουλώντας το κουλούρι. Σου μένει λιγότερη από μισή ώρα για να απαντήσεις στο μήνυμά του.

Σε βρήκε ξυπόλητο στην γνωστή σου θέση αυτή τη φορά να ψάχνεις στο ίντερνετ όλα τα λήμματα με τις λέξεις κλειδιά και τα ονόματα που άκουσες από τον Λάσκο. Καλημέρισε με φανερή την έκπληξη από το γεγονός ότι σε βλέπει να δουλεύεις πάλι, που έγινε ακόμη μεγαλύτερη όταν είδε ένα τριαντάφυλλο να την περιμένει πάνω στο γραφείο της μαζί με ένα δεματάκι όμορφα τυλιγμένο με κορδέλα σε συσκευασία δώρου.
«Είδες ποιος τα’ άφησε αυτά στο γραφείο μου Κωσταντή; Δεν έχει κανένα σημείωμα» ρώτησε.
«Ναι, κάποιος που πιστεύει ότι αν με μισό κουλούρι δικαιούσαι ένα επίθετο που να ξεκινάει από κάπα, με ένα ολόκληρο, και μάλιστα την ημέρα των γενεθλίων σου, θα πρέπει να ακούσεις τουλάχιστον τέσσερα που να σε χαρακτηρίζουν και να ξεκινούν από το ίδιο γράμμα. Χρόνια πολλά, να τα εκατοστίσεις» απάντησες χαμογελώντας πίσω από την οθόνη.
Έδειξε για μια στιγμή να αιφνιδιάζεται, να μην ξέρει αν θα πρέπει να κινηθεί προς το γραφείο σου ή προς τα δώρα της. Για μια στιγμή μόνο, αμέσως μετά έλαμψε ένα χαμόγελο που αυτή τη φορά έβγαινε απ’ όλο το κορμί της. Ήρθε από πάνω σου, σου ‘σκασε ένα φιλάκι στο μάγουλο, και γύρισε αμέσως προς τα δώρα στο γραφείο της για να κρύψει ένα δάκρυ που είχε προλάβει να κυλίσει.
«Ευχαριστώ Κώστα, δεν έπρεπε. Ξέρεις, δεν είμαι συνηθισμένη σε δώρα γενεθλίων, τα τελευταία χρόνια μόνο η μάνα μου τα θυμάται και αυτά για να βρει αφορμή να μου θυμίσει ότι πρέπει να παντρευτώ για να μη της μείνω στο πάνω ράφι. Εσύ πως το’ ξερες;» ρώτησε ξετυλίγοντας την κορδέλα «και πως ήξερες βρε ζαγάρ’ ότι είχα βάλει αυτό ακριβώς το σετ με τα πινέλα ζωγραφικής στο μάτι τόσο καιρό; Με παρακολουθείς κρυφά ή μου φαίνεται;»
«Καχύποπτη, κουκλάρα…»
«Το κουκλάρα δεν μετράει, μας τα ‘παν κι άλλοι. Άλλο βρες να ξεκινάει από κάπα. Και πώς να μην είμαι καχύποπτη όταν σε βλέπω ξαφνικά τελείως διαφορετικό, τι έγινε παιδάκι μου αυτό το Σαββατοκύριακο, κέρδισες το τζακ ποτ στου τζόκερ; Αυτά τα πινέλα πάντα τα ήθελα και όλο δεν μ’ έφτανε το μηνιάτικο. Πήγες και καταξοδεύτηκες για μισό κουλούρι, τόσο πολύ πείναγες κακότχο’μ;»
«Εγώ λέω σήμερα επίθετα από κάπα, άσε τα δικά σου γι’ αργότερα δεσποινίς ετών τριάντα. Ναι, μπορείς να πεις ότι μου έπεσε ένα λαχείο αυτό το σαββατοκύριακο αλλά αυτό δεν έχει μεγάλη σημασία. Λοιπόν, συνεχίζω, Κριός με ωροσκόπο Καρκίνο, τρία τα κάπα μέχρι τώρα…»
«Πολύ σωστά, αλλά δεν νομίζω να πιστεύεις εσύ σ’ αυτές τις αηδίες. Άλλο;»
«Καλλιτέχνης του πολιτικού μάρκετινγκ, τέσσερα τα κάπα.»
«Του κυβερνητικού μάρκετινγκ, έχει τεράστια διαφορά άσχετε. Το πολιτικό είναι για να εκμεταλλεύονται μερικοί τους αφελείς, πουλώντας τους φτιαχτές υποσχέσεις με εικόνες ξεσηκωμένες από διαφημίσεις οδοντόπαστας και με βουκολικά τοπία με μουσική υπόκρουση από Καρμίνες Μπουράνες και Δρόμους της Φωτιάς. Δεν έχει σχεδόν κανένα ερευνητικό ενδιαφέρον αυτός ο τομέας, τα έχουν βρει όλα οι Αμερικάνοι εδώ και είκοσι χρόνια και τα εφαρμόζουν ακόμα και εδώ σαν τυφλοσούρτη στις δημοσκοπήσεις και όταν φτιασιδώνουν τους υποψήφιους πριν από τις εκλογές και τους μαθαίνουν να κουνάνε τα χέρια τους σαν να είναι μαριονέτες του σύμβουλου επικοινωνίας τους. Το κυβερνητικό μάρκετινγκ είναι σχετικά νέος κλάδος, τώρα αναπτύσσεται σε επιστημονική βάση και έχει τρομερό ερευνητικό ενδιαφέρον.»
«Και ποια προϊόντα πουλάει και διαφημίζει αυτό το νέο φρούτο του μάρκετινγκ;» ρώτησες.
«Αν το καλοσκεφτείς, όλα τα άλλα προϊόντα που ξέρεις. Ξέρουμε ότι τις τελευταίες τέσσερις δεκαετίες έχει παρατηρηθεί στην δύση μια αλλαγή των αξιών που σχετίζονται με τα κοινωνικοπολιτιστικά χαρακτηριστικά κάθε χώρας, έτσι;»
«Σωστά, έχω υπ’ όψη μου τι έγραψε ο Μπάτζι της Σχολής του Σικάγου σχετικά, δεν είμαι και τελείως άσχετος. Για συνέχισε, είμαι πολύ περίεργος να μάθω τι σχέση έχει με την ζήτηση όλων των προϊόντων και όλων των υπηρεσιών το ότι έχει ενισχυθεί η τάση για άτυπες σχέσεις αντί για τυπικές, ότι γίνονται σήμερα γάμοι σε ποιο ώριμες ηλικίες απ’ ότι παλιότερα, ότι το μοντέλο των σταθερών γάμων κατέρρευσε από τα όλο και περισσότερα διαζύγια, το ότι δεν αποταμιεύουμε πλέον αλλά δαπανάμε και ότι προτιμούμε την άνετη ζωή από την σκληρή δουλειά.»
«Δεν τα είπες όλα. Προτιμάμε και τα μοντέλα της αργής οικονομικής ανάπτυξης από τα γρήγορα που είχαν κυριαρχήσει τις προηγούμενες δυο δεκαετίες, δομούμε τις κοινωνίες με βάση το άτομο αντί για την οικογένεια και ζητάμε ποιο ποιοτικά προϊόντα αντί για περισσότερα προϊόντα. Ακόμα περισσότερο την τελευταία δεκαετία, περάσαμε από τις κοινωνίες που είχαν ελάχιστη κινητικότητα σε κοινωνίες με αυξημένη κινητικότητα, σε ένα σχεδόν νομαδικό τρόπο ζωής που αποζητάει την ευχαρίστηση τώρα αντί να την περιμένει στο μέλλον. Σε κοινωνικές συμπεριφορές που καθορίζονται από τον αυτοπροσανατολισμό αντί για τον προσανατολισμό από άλλους, την ατομικότητα αντί για την συλλογικότητα αλλά και ταυτόχρονα στο να βασιζόμαστε περισσότερο στην κυβέρνηση και το κράτος από ότι τον εαυτό μας, εμπιστευόμενοι περισσότερο τις συναισθηματικές εικόνες που προβάλουν οι πολιτικοί, έχοντας υποκαταστήσει με αυτές σχεδόν ολοκληρωτικά την λογική από τον πολιτικό τους λόγο. Ειδικά μετά την ενδεκάτη του Σεπτέμβρη, έχει αρχίζει να εκφυλίζεται η αξία της ανεξαρτησίας προς όφελος της ασφάλειας. Πες μου τώρα εσύ ένα προϊόν ή μια υπηρεσία που να μην επηρεάζεται η ζήτησή του από αυτές τις αλλαγές.»
«Και λες ότι όλες αυτές τις αλλαγές τις σχεδίασαν κάποιες ισχυρές κυβερνήσεις, κάποια πανίσχυρα κέντρα οικονομικών αποφάσεων Φρόσω;»
«Όχι, δεν είμαι πλέον τόσο αφελής να πιστεύω σε αυτό το υπεραπλουστευτικό μοντέλο ερμηνείας. Αυτές οι αντιφατικές μεταξύ τους αλλαγές στις αξίες, που έχουν στείλει σχεδόν όλη την Αμερική και την μισή Ευρώπη στα ντιβάνια της ψυχανάλυσης, είναι το αποτέλεσμα μιας φοβερά πολύπλοκης διαδικασίας, μάλλον χαοτικής, όπου παίζουν ρόλο εκατοντάδες ιστορικοί, πολιτισμικοί, οικονομικοί και κοινωνικοί λόγοι μαζί με τις πολιτικές που ασκούν οι κυβερνήσεις. Εγώ δεν ξεχνάω και τους ταξικούς λόγους, όπως δεν παραγνωρίζω για την παγκοσμιότητα αυτών των φαινόμενων τον πολύ μεγάλο ρόλο των Μέσων Μαζικής Επικοινωνίας και των νέων τεχνολογιών που μελετάς εσύ. Στο κυβερνητικό μάρκετινγκ δεν μελετάμε τις αιτίες αυτών των αλλαγών, αυτό είναι δουλειά των κοινωνιολόγων. Εμάς μας ενδιαφέρει περισσότερο να βρούμε τρόπους που να μπορούν να μετρήσουν την αλληλεπίδραση των κυβερνητικών πολιτικών με τις αλλαγές που φέρνουν στις κοινωνικές αξίες, άρα τελικά στην ζήτηση όλων των προϊόντων ή των υπηρεσιών που επηρεάζονται από αυτές τις αλλαγές. Μερικοί προσπαθούν να φτιάξουν προβλεπτικά μοντέλα για να εκτιμούν εκ των προτέρων τις αξιακές αλλαγές και τις μεταβολές στη ζήτηση που θα φέρει μια νέα πολιτική αλλά εδώ έχουν σπάσει τα μούτρα τους πολλοί ερευνητές. Βγάζουν συνέχεια αντιφατικά αποτελέσματα που δεν επιβεβαιώνονται. Άλλοι, όπως εγώ, προσπαθούν να κατασκευάσουν μοντέλα που αξιολογούν τις πολιτικές που εφαρμόζονται σε σχέση με την αλλαγή στις αξίες που φέρνει η εφαρμογή τους στις κοινωνίες. Και όλοι όσοι ασχολούνται με αυτό τον κλάδο, χρησιμοποιούν τις ίδιες μεθόδους και τα ίδια εργαλεία καταγραφής των τάσεων στις κοινωνικές συμπεριφορές αλλά και τις ίδιες επικοινωνιακές μεθόδους για την προβολή των κυβερνητικών πολιτικών που χρησιμοποιείς και εσύ και όλοι οι άλλοι στην διαφήμιση. Κατάλαβες τώρα πλι’μ;»
«Ένα Στέφανο Περμούτι τον ξέρεις;»
«Φυσικά, είναι σαν να ρωτάς αν ξέρει ένας ψυχολόγος τον Φρόιντ. Κορυφή στον κλάδο αλλά μούρη μεγάλη, χωμένος σε ότι μπορείς να φανταστείς. Ξεκίνησε από το πολιτικό μάρκετινγκ ως βασικός σύμβουλος επικοινωνίας του Μπερλουσκόνι. Όταν κέρδισε τις εκλογές η Φόρτσα Ιτάλια το γύρισε στο κυβερνητικό μάρκετινγκ, δικτυώθηκε και τώρα διαπρέπει. Θεωρείται από τους πλέον έγκυρους σε ευρωπαϊκό και σε παγκόσμιο επίπεδο, ιδιαίτερα σε ότι αφορά τα ερμηνευτικά μοντέλα κοινωνικών συμπεριφορών και τα μοντέλα αξιολόγησης της εφαρμογής πολιτικών που σχετίζονται με τον περιορισμό της αξίας της ανεξαρτησίας προς όφελος της ασφάλειας. Τον άκουσα πέρσι σε ένα συνέδριο. Τι θες να μάθεις γι’ αυτόν;»
«Ότι ξέρεις αλλά όχι τώρα» είπες.
«Ο.Κ., σήμερα το βράδυ στο μπαράκι Αποκάλυψη στο Μετς, θα το βρεις εύκολα αν δεν το ξέρεις. Έλεγα να σβήσω τριάντα κεράκια και να κεράσω κανένα ποτό τώρα που έγινα μεγάλο κορίτσι και έφτασα στα πρώτα μου -αντα. Θα στο ‘λεγα μετά αλλά με πρόλαβες, θα σε περιμένω στις δέκα. Έλα μόνο φαγωμένος γιατί σε λίγο θα κάνω ανάληψη τα τελευταία του μήνα.»
Η αποκάλυψη στο μπαράκι δεν ήταν για τον Περμούτι, ότι ήξερε το είχες διαβάσει όλη τη μέρα στις ιστοσελίδες που έκαναν αναφορά στο όνομά του και στις μεταφρασμένες στα αγγλικά ερευνητικές του εργασίες. Περίμενες ότι δεν θα είσαστε μόνοι, ότι θα είχε καλέσει φίλους ή φίλες της για να σβήσει τα κεράκια των πρώτων της -αντα. Δεν απογοητεύτηκες γι’ αυτό. Σου αποκαλύφθηκε ένα κορίτσι τρυφερό και ώριμο, γεμάτο αυτοπεποίθηση και ζωντάνια που δεν ήθελε να περάσει ούτε μια στιγμή της χωρίς να την ρουφήξει μέχρι το μεδούλι παρά τις ατυχίες που την βρήκαν στα προσωπικά της, ενώ πάλευε ταυτόχρονα να νικήσει κάποιες σκιές. Κάπου εκεί γύρω στις δύο μετά τα μεσάνυχτα, αποφάσισες ότι δεν είχες κανένα λόγο να μην την εμπιστευθείς και της αποκάλυψες την ιστορία του Σαββατοκύριακου. Σας βρήκε το ξημέρωμα να συζητάτε στην πλατεία Κοτζιά ταΐζοντας τα περιστέρια της με κομμάτια από ένα πρωινό κουλούρι.

Posted in Γιάννης Χατζηχρήστος, Το φ του φόβου | Leave a Comment »

Κεφ.5 Αναφορά του Σταθμού 6

Posted by R.K. στο 13/04/2009

ΑΝΑΦΟΡΑ ΤΟΥ ΣΤΑΘΜΟΥ 6
Προς Σταθμό Συντονισμού
Υπόθεση 47.Α
24/3/2005, 10:45 ΑΠΟΡΡΗΤΟΝ

Επιβεβαιώνουμε συνάντηση των Στόχων 2 και 7 στο εξοχικό σπίτι του πρώτου την 19 και 20 τρέχοντος. Η συνάντηση έγινε μετά από ηλεκτρονική πρόσκληση του Στόχου 2, που αναχέτισε Σταθμός Zulu και μας αναφέρθηκε με το C167/18.3.05 σήμα του. Κατά την διάρκεια της συνάντησης αναφέρθηκε μια φορά το όνομα του Στόχου 1 χωρίς όμως να αναφερθούν και θέματα που σχετίζονται με την υπόθεση 47.Α. Κατά την συνάντηση παραδοθήκαν στον Στόχο 7 συνολικά 84.541 ευρώ ως εξόφληση χρέους της οικογένειας του Στόχου 2 προς την οικογένεια του Στόχου 7. Σταθμός Zulu επιβεβαίωσε την επιστροφή του Στόχου 2 εις Κέιπ Τάουν στις 22 τρέχοντος.
Από έρευνα στα αρχεία στο σπίτι του Στόχου 2 που διενήργησε στις 23 τρέχοντος όργανό μας, επιβεβαιώνεται εγγραφή στα λογιστικά βιβλία που τηρήθηκαν και η αναφερόμενη αιτία της συναλλαγής. Ο Στόχος 7 κατέθεσε 83.000 ευρώ στον λογαριασμό του 131.006.007896 στο υποκατάστημα Πανεπιστημίου της Αγροτικής Τράπεζας στις 8.19πμ της 21 τρέχοντος. Εισηγούμαι την συνέχιση παρακολούθησης του Στόχου 7 σε επίπεδο Πορτοκαλί1 και του Στόχου2 στο ισχύον επίπεδο Κόκκινο2, αφού δεν φαίνεται μεταξύ τους άλλη σχέση επί της υποθέσεως 47.Α πέραν αυτής της οικονομικής συναλλαγής που επιβεβαιώσαμε.
Μετά την επιστροφή του Συνδέσμου Αναφοράς 1 στην βάση του, αναφέρονται συχνές επαφές του Στόχου 7 με γυναίκα υπο τα στοιχεία Φρόσω Δρόσου του Γεωργίου, γεννηθείσα στην Καρδίτσα νομού Καρδίτσας την 21/3/1985, κάτοικου Παλαιού Φαλήρου Αττικής Αγίου Αλεξάνδρου 211, μεταπτυχιακής υποτρόφου του Τμήματος Επικοινωνίας του Πανεπιστημίου Αττικής. Ο σύνδεσμος 1 ανέφερε ότι η εν λόγω εργάζονταν υπό την εποπτεία του ανενεργού Στόχου 6. Η εν λόγω εργάζεται καθημερινά στον ίδιο χώρο με τον Στόχο 7.
Παρακαλούμε εγκρίνατε χαρακτηρισμό της εν λόγω ως νέου Στόχου σε παρακολούθηση επιπέδου Πορτοκαλί1 και μεριμνήσατε την κοινοποίηση μας πλήρους φακέλου με στοιχεία της καθώς και έναρξη παρακολούθησης του 210-9883321 σταθερού και του 6918784155 κινητού τηλεφώνου της.

Posted in Γιάννης Χατζηχρήστος, Το φ του φόβου | Leave a Comment »

Κεφ.6 Άκου να δεις

Posted by R.K. στο 13/04/2009

ΑΚΟΥ ΝΑ ΔΕΙΣ
27/3/2005, Αθήνα

Σε πήρε στο τηλέφωνο στις 10, την ώρα που σκουπιζόσουν από το πρωινό μπάνιο, για να σε καλέσει για κυριακάτικο μεσημεριανό τραπέζι. Είχε μαγειρέψει είπε, να μην φέρεις εσύ τίποτα. Έτσι μπήκες ξανά στο μπάνιο για να ξυριστείς. Ξαναχτύπησε το τηλέφωνο, η αναγνώριση έγραφε Φρόσω πλι’μ, κάτι θα ξέχασε να σου πει. Μια απόμακρη αντρική φωνή από την άλλη άκρη ακούστηκε να λέει πριν το κλείσει «Έλα εντάξει είναι, κλείσε την σκιά ρε μινάρα μη βρούμε κανένα μπελά, να πάμε να φύγουμε Κυριακάτικα» ή κάτι τέτοιο, δεν κατάλαβες. Λάθος θα πήραν και θα μπλέχτηκε η αναγνώριση με την τελευταία κλήση της Φρόσως είπες.
Κυριακάτικο μεσημεριανό τραπέζι χωρίς γλυκό δεν λέει, σταμάτησες για ένα ταψάκι γαλακτομπούρεκο που το άρωμά του και μόνο θα την βάλει σίγουρα στον πειρασμό να ξεφύγει από τις διαιτολογικές της συνήθειες. Αν δεν ξεφύγει, λίγο το κακό, θα το φας εσύ ζεστό, δεν θα πάει χαμένο.
Είχε το σπίτι κούκλα, που να την φέρεις στο δικό σου, θα πρέπει να συγυρίζεις μια βδομάδα και να πετάς παλιές εφημερίδες και περιοδικά με τις μαύρες σακούλες για να το κάνεις ανθρώπινο. Μοσχομύριζε από την κουζίνα όπως θυμώσουν τις μυρωδιές που άκουγες στο πατρικό στο Γαλαξίδι μικρός, πριν ξεκινήσεις την εργένικη ζωή της Αθήνας από την δευτέρα Λυκείου που κατέβηκες για τα φροντιστήρια. Στο CD έπαιζαν σιγά παλιές ροκ μπαλάντες. Άφησες το ταψάκι με τα γλυκά στο τραπεζάκι δίπλα στην είσοδο και μπήκες στα άδυτα των αδύτων της νοικοκυράς. Πάλευε να βγάλει από το φούρνο ένα ραβανί που ήταν έτοιμο να δεχτεί τα σιρόπια της κατσαρόλας που άχνιζαν γαρύφαλλο και κανέλα.
«Για βάλε ένα χεράκι Κωσταντή γιατί δεν τα καταφέρνω καλά με όλα τούτα εδώ τα μαραφέτια. Από τις εφτά είμαι στο πόδι για να φτιάξω το ροζμπίφ, τη σαλάτα και τούτο το ραβανί. Τι ήθελα και είπα στην μάνα μου ότι θα φτιάξω το ραβανί της, κάθε πέντε λεπτά στο τηλέφωνο με έχει απ’ το πρωί για να μην δώκουμε λέει τον μύθο. Κανονικές οδηγίες προς ναυτιλομένους μου έδωσε και νομίζω ότι για πρώτη φορά στη ζωή μου δεν τα έκανα θάλασσα με αυτά τα σύνθετα φαγητά.»
Ακούμπησες το μπράτσο της όπως έκανες να βγάλεις το γλυκό από τον φούρνο για να σουρώσεις μετά την μακαρονάδα, να φτάσεις δηλαδή στα όρια των δικών σου μαγειρικών ικανοτήτων. Έμενε μόνο η γεύση σου παραπονεμένη, οι άλλες τέσσερεις είχαν αποζημιωθεί ήδη από την στιγμή που πέρασες την πόρτα που σε περίμενε ανοιχτή.
«Καλά βρε Φρόσω, μπήκες σε τόσο κόπο για μένα;» ρώτησες με την ελπίδα η απάντηση να είναι καταφατική.
«Πως νομίζεις ότι θα σε κατακτήσω γλυκό μου αγόρι; Και τι ήθελες, να δώκουμε το μύθο που λέει και η μάνα μου η Βασίλω; Μαγείρεψα και θα πιούμε και κόκκινο σπιτικό κρασί που μου το έστειλε ο πατέρας μου χθες με το ΚΤΕΛ, θα παραβιάσω δηλαδή όλα όσα συνηθίζω να κάνω και να τρώω κάθε Κυριακή για χάρη σου αλλά και για ένα επιπρόσθετο λόγο. Σήμερα θα δοξάσουμε την μεγαλοφυΐα μου.»
Γέμισε δυο ποτηράκια κόκκινο από το πλαστικό μπουκάλι, σε πήρε από την μέση και σε οδήγησε στο σαλόνι της που έπαιζε πολύ έξυπνα και τον ρόλο του εργαστηρίου της στο σπίτι. Στους τοίχους κρεμασμένοι πίνακες ζωγραφικής, στην άκρη του δωματίου ένα καβαλέτο με ριγμένο ένα πανί πάνω από το τελάρο που δούλευε και στην άλλη άκρη ένα τραπεζάκι με τον φορητό της υπολογιστή και τις στοίβες από τις σημειώσεις και τακτοποιημένα αντίγραφα από τις ερευνητικές εργασίες που μελετούσε. Ένας καναπές που γίνονταν και κρεβάτι έβλεπε στο μικρό μπαλκονάκι με τις δύο γλάστρες με τις μπουμπουκιασμένες μαργαρίτες και τον ακάλυπτο με τις ανθισμένες αμυγδαλιές και τις λεμονιές. Την ακολούθησες υπάκουα εκεί που σε οδήγησε για να καθίσεις δίπλα της.
«Τι γιορτάζουμε Φρόσω, τι ανακάλυψες βρε παλιοθηρίο που αξίζει όλες αυτές τις τιμές; Πάμε για Νόμπελ Οικονομίας;»
«Μη βιάζεσαι χαρά μου, δεν πρόκειται να στα πω όλα με το σι και με το νίγμα, όπως έλεγα μικρή, χωρίς να έχουμε καρδαμώσει πρώτα με όλα αυτά που ετοίμασα. Διαφορετικά υπάρχει κίνδυνος να μου μείνεις στα χέρια με αυτά που θα ακούσεις και άντε να σε κουβαλάω μετά στο κρεβάτι για να σε συνεφέρω.»
Στο CD o Μπόνο των U2 σολάριζε το Pride.
«Τι ζωγραφίζεις;» ρώτησες.
«Α, αυτό θα στο δείξω μόλις τελειώσει. Πες μου, σ’ αρέσουν τα’ άλλα που έχω έτοιμα;»
«Μελέτη πάνω στο φως και τις σκιές βλέπω ότι κάνεις. Σε αυτό εκεί απέναντι, με την βάρκα και το παιδί στην παραλία, έχεις πετύχει πολύ καλά τις αποχρώσεις κάτω από το πολύ έντονο φως. Το φως φταίει που δεν φαίνονται τα χαρακτηριστικά του προσώπου του μικρού ή μήπως δεν έμαθες ακόμα να ζωγραφίζεις μάτια και μύτες;»
«Στο άλλο δίπλα, που είναι από τα πρώτα που έκανα μετά το λύκειο, το κοριτσάκι έχει και ματάκια θυμωμένα και χειλάκια σουφρωμένα όπως βλέπεις. Ναι, εδώ με το αγόρι έπαιζα με το έντονο φως που αφήνει μόνο αμυδρό το περίγραμμα κρύβοντας τις λεπτομέρειες. Το ίδιο έκανα και με αυτό το γατάκι που παίζει με το κεράσι. Ξέρεις τι με έκανε να ζωγραφίσω πριν δυο χρόνια αυτό το θέμα που σου τράβηξε πρώτο την προσοχή;»
Που να ήξερες. Συνέχισε.
«Εσύ και το ρητό σου πάνω στην αφίσα με τον ήλιο Σκοτεινέ μου τύπε. Κάπως έτσι σε φαντάστηκα να αλητεύεις ξυπόλητος στο Γαλαξίδι όταν ήσουν μικρός. Σε φανταζόμουν να ταλαιπωρείσαι από αυτό το έντονο φως που έρχεται από παντού και εσύ να αποζητάς μάταια μια σκιά περιμένοντας να έρθει κάτι από την θάλασσα.» Χαμογελούσε πάλι με τα μάτια.
«Πριν δυο χρόνια ίσα που λέγαμε καλημέρα. Ήξερες εσύ από τότε ότι μεγάλωσα στο Γαλαξίδι;»
«Το ήξερα, και ας μην μου έλεγες κάθε μέρα καλημέρα.»
«Εντάξει, αυτό θα το βρήκες στο βιογραφικό μου στο ίντερνετ. Κολακεύομαι όψιμα από το ενδιαφέρον σου. Πως μπορεί όμως να ήξερες ότι πράγματι γύριζα ξυπόλητος σε μια παρόμοια παραλία περιμένοντας το καΐκι κάποιου μακρινού παππού μου να εμφανιστεί ξαφνικά για να με πάρει να ταξιδέψουμε όλες τις θάλασσες; Αυτό δεν μπορείς να το βρεις σε καμιά ιστοσελίδα ή να το έχεις ακούσει από κάποιον. Αυτή είναι μια εικόνα που την έχω μόνο εγώ, είναι το εφτασφράγιστο παιδικό μυστικό μου που δεν το είπα ποτέ σε κανένα.» Ήπιες μια γεμάτη γουλιά από το μπρούσκο των οικογενειακών της κτημάτων για να συνέλθεις λίγο από την έκπληξη και μια μικρή ταραχή που αναδεύονταν ύπουλα στο στομάχι.
«Ψάχνεις να βρεις αίτιο και αιτιατό στην έμπνευση βρε Κώστα; Με σκονάκι πέρασες την εφαρμοσμένη ψυχολογία στο τέταρτο ή μήπως είχες διαφορετικό καθηγητή από τον δικό μου; Ειλικρινά δεν ξέρω γιατί σε φαντάστηκα έτσι, αυτή την εικόνα μου έδειχνες επίμονα από την πρώτη στιγμή στο γραφείο, αυτή ζωγράφισα, αυτό που είδα.»
«Και το λιβάδι με τις μαργαρίτες; Αυτή τη βδομάδα το τελείωσες ή έκανες και εδώ μαγικά;»
«Ναι, το άρχισα την Τρίτη το βράδυ και το τέλειωσα προχθές. Εδώ δεν έπεσες έξω, φαντάστηκα κάποιους φουσκωτούς με μαύρες κουκούλες να παίρνουν αυτό το τελάρο μαζί με τις γλάστρες μου με τις μαργαρίτες και να τις περνάνε από το μικροσκόπιο, μετά που διάβασα το Τελευταίο Μήνυμα του Πορφύρη και όσα μου είπες από την συζήτηση που είχες με τον Λάσκο. Το διασκέδασα αφάνταστα ξενυχτώντας με την εικόνα στο μυαλό μου με τους φουσκωτούς που θα έψαχναν να βρουν άκρη σε αυτό που ζωγράφισα. Τώρα όμως που το ξαναβλέπω έχω την αίσθηση ότι κάτι του λείπει ακόμα. Έστω. Και αμέσως μετά που το τελείωσα, μου ήρθε η έμπνευση και άρχισα αυτό που είναι στο καβαλέτο και δεν θα σου το δείξω ακόμα.»
«Ζωγραφίζεις πολύ καλά Φρόσω. Δεν είμαι ειδικός αλλά νομίζω ότι έχεις ταλέντο.»
«Ναι, αν δεν τελειώσω το διδακτορικό μου λέω να το κάνω επάγγελμα. Μπορεί να ανοίξω και εργαστήριο για να πουλάω τα καταπληκτικά ραβανί μου. Τώρα που έχω την μυστική συνταγή της Βασίλως, θα σκίσω. Πάμε να στρώσουμε τώρα το τραπέζι.»
Έφτασε η στιγμή που την έτρεμες. Αργά ή γρήγορα θα πρέπει να κάνεις κρίση στη μαγειρική της τέχνη. Και καλά αν το ροζμπίφ και το ραβανί της τρώγονταν. Αν όμως δεν είχε ακολουθήσει πιστά τις οδηγίες προς τους ναυτιλομένους και αυτοσχεδίασε, αν το κρέας είναι σαν σόλα ή το ραβανί της λάσπη, θα πρέπει να διαλέξεις ανάμεσα στην ανειλικρίνεια ή να την πληγώσεις τηρώντας την υπόσχεση που έδωσες στον εαυτό σου να μιλάς πάντα ειλικρινά με αυτό το κορίτσι. Δούλεψε σκληρά για σένα από τα χαράματα αλλά είναι προφανώς τόσο ερασιτέχνης στο άθλημα με τις κατσαρόλες όσο και εσύ. Οι πιθανότητες για το αποτέλεσμα φαίνονταν ακριβώς μοιρασμένες. Κάθισες στο τραπέζι της κουζίνας με μεγαλύτερη αγωνία από τη Φρόσω για το αποτέλεσμα του μόχθου της, ενώ οι U2 σιγοντάριζαν στο κλίμα από τα ηχεία στο σαλόνι προβάλλοντας την κατάληξη του κυριακάτικου μεσημεριανού με το Sunday Bloody Sunday[1]. Είχε και πράσινη ζώνη στο τζούντο.
Με την πρώτη μπουκιά από το ροζμπίφ έσκασες στα γέλια. Γέλια τρανταχτά, ανακυκλούμενα, νευρικά, να μην σταματάνε με τίποτα. Σε κοίταζε με γουρλωμένα μάτια από την απορία.
«Δεν τρώγεται;» ρώτησε μυρίζοντας κάπως δειλά το φαγητό στο πιάτο της.
Το ροζμπίφ ήταν θεϊκό, τα μπαχαρικά του σε σωστές αναλογίες και η σάλτσα έδενα σωστά με την μακαρονάδα την διαβεβαίωσες με κόπο ανάμεσα στα τρανταχτά γέλια που συνέχιζαν να εφορμούν κατά κύματα ανάμεσα στις σκόρπιες φράσεις του λόγου που προσπαθούσες να αρθρώσεις. Το γέλιο σου κατέληξε σε ένα κρετσέντο όταν, με μεγάλη δυσκολία, κατάφερες να της πεις τις προηγούμενες σκέψεις σου και να περιγράψεις τη σκηνή που φαντάστηκες να βάφεται κόκκινη αυτή η Κυριακή σου με ένα πιάτο μακαρόνια, το ροζμπίφ και τη σάλτσα του χυμένα στο κεφάλι σου.
«Τι θα έλεγες αν το φαγητό δεν τρωγόταν;» ρώτησε όταν, επιτέλους, τα κύματα κόπασαν.
«Δεν ξέρω» απάντησες ειλικρινά.

Αποσώσατε το φαγητό, είπε να αφήσεις τα πιάτα αμάζευτα, το ραβανί θα το σερβίριζε μαζί με τον καφέ στο σαλόνι.
«Τιμούμε σήμερα την μεγαλοφυΐα της μαγείρισσας ή έχεις και άλλες εκπλήξεις;» ρώτησες.
«Ποιας μαγείρισσας Κωσταντή; Ας μην ήταν η μάνα μου και θα σου ‘λεγα τι θα είχαμε φάει σήμερα. Όχι, σ’ έφερα εδώ σήμερα και για να σου πω ότι έσπασα τον κώδικα του Πορφύρη την ώρα που ζωγράφιζα. Ενδιαφέρεσαι να ακούσεις;»
Δεν χωρούσε πλέον καμία αμφιβολία. Ζωγραφίζει, κάνει έρευνα, σπάει κώδικες, έχει χιούμορ, ρίχνει με τόξο, φτιάχνει καταπληκτικό ραβανί και ξέρει να γελάει με τα μάτια. Αν είναι και ΑΕΚ σκέφτεσαι σοβαρά να της ζητήσεις να την παντρευτείς αμέσως. Σταμάτησες να τσιμπολογάς τα ψίχουλα από το ραβανί στο πιατάκι που στο σέρβιρε, πήρε όλη τη προσοχή σου.
«Κατ’ αρχήν πες μου τι ξέρεις για τους κώδικες και τη κρυπτογράφηση» είπε.
«Άσχετος όσο και στο κυβερνητικό μάρκετινγκ» απάντησες ειλικρινά.
«Δεν θα έπρεπε, είναι μέρος της δουλειάς του επικοινωνιολόγου να κρύβει μηνύματα με κώδικες που μπορεί να τα αποκωδικοποιήσει εύκολα ο αποδέκτης τους. Αν το καλοσκεφτείς, αυτό κάνουμε. Οι κώδικες όπως και η κρυπτογράφηση έχουν μεγάλη ιστορία, η διαφήμιση τους ανακάλυψε πολύ πρόσφατα. Από πολύ παλιά, σχεδόν μαζί με την ανακάλυψη της γραφής επινοήθηκαν, απλές στην αρχή, μέθοδοι κρυπτογράφησης όπως για παράδειγμα ο τρόπος που τύλιγαν το σχοινί στην σκυτάλη που μετέφερε μηνύματα και διαταγές στις στρατιωτικές δυνάμεις της Σπάρτης, τα τετράγωνα του Καίσαρα, τα φωτεινά σήματα που έστελναν οι Βυζαντινοί από τα κορφοβούνια στο δίκτυο επικοινωνίας που είχαν αναπτύξει και άλλα τέτοια. Όλες αυτές οι μέθοδοι κρυπτογράφησης και αποκρυπτογράφησης στηρίζονται πάνω σε ένα κλειδί που το γνώριζε μόνο ο αποστολέας και ο αποδέκτης του κάθε μηνύματος. Έτσι για παράδειγμα οι Ρωμαίοι μετέτρεπαν τα γράμματα των λέξεων σε αριθμούς ή άλλα γράμματα, κάνοντας τις μετατροπές σύμφωνα με ένα πίνακα διαστάσεων έξι επί έξι. Αυτός ο πίνακας είναι το κλειδί αυτής της μεθόδου. Όποιος τον γνώριζε διάβαζε το μήνυμα.»
«Θυμάμαι ότι παίζαμε ένα παιχνίδι με τα άλλα αγόρια στο δημοτικό. Γράφαμε μηνύματα μεταξύ μας που τα κωδικοποιούσαμε για να μην τα ανακαλύψουν τα κορίτσια, ο προαιώνιος εχθρός, και που αφορούσαν πάντα τα μυστήρια του αντίθετου φύλου. Απλό ήταν, αντί για ένα γράμμα γράφαμε το επόμενό του στην αλφαβήτα και στην θέση του ωμέγα γράφαμε το άλφα.»
«Αυτό λέγεται Κώδικας Αντιμετάθεσης. Για συνέχισε για τα κορίτσια στο Γαλαξίδι.»
«Κάτι ανάλογο έκαναν και τα κορίτσια, χρησιμοποιούσαν κάποιο κώδικα που συσχέτιζε γράμματα με αριθμούς, μάλλον μέσω κάποιου πίνακα όπως αυτοί των Ρωμαίων. Δεν καταφέραμε ποτέ να τον σπάσουμε παρά τις υποκλοπές μας και τις ώρες που φάγαμε στην προσπάθεια. Μάθαμε χρόνια αργότερα ότι τον δικό μας κώδικα τον ήξεραν, το είχε αποκαλύψει εκείνος ο μπασμένος ο Νικολής στην Λενίτσα την κόρη της κυρά Τασίας με αντάλλαγμα το πρώτο του φιλί με κορίτσι.»
«Όλοι αυτοί οι κώδικες κρυπτογράφησης θεωρούνται πλέον ξεπερασμένοι και απλοϊκοί. Σπάνε εύκολα αν μετρήσεις την συχνότητα εμφάνισης ενός συμβόλου και την συσχετίσεις με την αντίστοιχη συχνότητα εμφάνισης κάποιου γράμματος στην αντίστοιχη γλώσσα. Με τα σύγχρονα μέσα τηλεπικοινωνίας, έγιναν και οι κώδικες που τις προστατεύουν ποιο σύνθετοι, θα είδες εκείνο το έργο με την συσκευή Αίνιγμα που χρησιμοποιούσαν οι Γερμανοί στον δεύτερο πόλεμο. Μαζί με τους κώδικες έγιναν και πιο πολύπλοκες και οι μέθοδοι αποκρυπτογράφησης, χρησιμοποιήθηκαν ανώτερα μαθηματικά και ηλεκτρονικοί υπολογιστές για να τους σπάζουν. Σήμερα οι πιο σύγχρονοι μέθοδοι κρυπτογράφησης που υπάρχουν στηρίζονται στο λεγόμενο σχήμα της ισχυρής κρυπτογραφίας. Σε γενικές γραμμές αυτή η ασφαλής μέθοδος δουλεύει ως εξής: Υπάρχουν τρία κλειδιά. Ένα το ξέρει ο αποστολέας, ένα μπορούν να το ξέρουν όλοι και το λέμε δημόσιο κλειδί και ένα το ξέρει ο αποδέκτης του μηνύματος. Συνήθως αυτά τα κλειδιά στηρίζονται στην θεωρία των πρώτων αριθμών της αριθμητικής, ξέρεις εκείνων των ακέραιων αριθμών που διαιρούνται ακριβώς μόνο από τον εαυτό τους και το ένα. Πολύ μεγάλοι πρώτοι αριθμοί, ας πούμε με είκοσι ψηφία, είναι τα μυστικά κλειδιά που έχει από ένα ο αποστολέας και ο αποδέκτης. Το γινόμενό τους, ένας τεράστιος αριθμός, μεταδίδεται μαζί με το κωδικοποιημένο μήνυμα και μπορεί να το δει ο οποιοσδήποτε. Αυτό το αποτέλεσμα του πολλαπλασιασμού είναι το δημόσιο κλειδί. Το μήνυμα το έχει κρυπτογραφήσει ο αποστολέας με το δικό του κλειδί. Ο αποδέκτης διαιρεί τον δημόσιο αριθμό που μπορεί να τον δει οποιοσδήποτε με το δικό του κλειδί και ανακαλύπτει το κλειδί του κρυπτογράφου σαν το αποτέλεσμα της τέλειας διαίρεσης που του προκύπτει. Έτσι μπορεί να αποκρυπτογραφήσει το μήνυμα. Αν δεν ξέρεις ένα από τα δύο κλειδιά και προσπαθήσεις να βρεις από ποιους πρώτους προέκυψε αυτός ο δημόσιος πολύ μεγάλος αριθμός για να βρεις το κλειδί της αποκρυπτογράφησης του αποδέκτη θα σου πάρει χρόνια, ακόμα και αν χρησιμοποιείς τους πιο ισχυρούς υπολογιστές. Αν και η μέθοδος είναι και απλή και γνωστή από χρόνια, αποφεύγουν να την ενσωματώνουν οι εταιρίες τηλεπικοινωνιών στα συστήματά τους. Ξέρεις γιατί.»
«Γιατί δεν τις αφήνουν οι κυβερνήσεις των χωρών που ανήκουν υποθέτω.»
«Σωστά υποθέτεις. Και κάτι ακόμα χειρότερο, αν στείλεις ένα ηλεκτρονικό μήνυμα που το έχεις κρυπτογραφήσει με ένα από τα πολλά ελεύθερα προγράμματα ισχυρής κρυπτογραφίας που υπάρχουν στο ίντερνετ, αμέσως χαρακτηρίζεσαι ύποπτος τρομοκράτης, τουλάχιστον από τους φίλους μας απέναντι απ’ τον Ατλαντικό.»
«Τέτοιο κλειδί χρησιμοποίησε ο Πορφύρης; Πρώτους αριθμούς;» ρώτησες.
«Όχι δεν χρησιμοποίησε πρώτους αριθμούς, το έψαξα. Ενδεχομένως και να τους έχει ξεχάσει μετά που τους διδάχτηκε στο λύκειο, όπως και εσύ. Χρησιμοποίησε όμως την μέθοδο του δημόσιου και των ιδιωτικών κλειδιών έξυπνα, κάνοντας ακριβώς αυτό που ξέρει να κάνει ένας καλός ειδικός της διαφήμισης. Θυμάσαι το σλόγκαν think small της διαφήμισης της Φόλκσβάγκεν; Το think small, δηλαδή να σκέφτεσαι το μικρό μέγεθος του αυτοκινήτου που διαφημίζονταν, λειτούργησε σαν δημόσιο κλειδί του μηνύματος που κρύφτηκε από τον έξυπνο διαφημιστή του. Με αντιστροφή, την μέθοδο που θεμελίωσε θεωρητικά ο καθηγητής σου και που στηρίζεται στην φυσιολογική αντίσταση του κάθε καταναλωτή να ακολουθήσει ένα ακόμα μήνυμα που τον προτρέπει να κάνει κάτι, ο αποδέκτης σκεφτόταν το αντίθετο, δηλαδή το think big που σχεδόν ο κάθε ένας μας το είχε ακούσει σαν σύνθημα των γιάπιδων της δεκαετίας του 80. Έτσι αποκρυπτογραφούσε το μήνυμα που ήταν σκέψου μεγάλα πράγματα, μεγαλεία που θα έχεις αγοράζοντας το συγκεκριμένο μικρό αυτοκίνητο. Έπιασε το κόλπο, τώρα σχεδόν όλοι οι διαφημιστές με ανάλογα κρυπτογραφημένα μηνύματα προσπαθούν να κάνουν την δουλειά τους. Κάτι ανάλογο έκανε με την Τελευταία του Πράξη και ο καθηγητής σου. Αυτό το κατάλαβα τελειώνοντας τον πίνακα με τις μαργαρίτες προχθές, αφού προηγουμένως έσπασα τα μούτρα μου δοκιμάζοντας όλα τα άλλα κόλπα αποκρυπτογράφησης που ήξερα πάνω στην Τελευταία Πράξη του.» Χαμογελούσε πάλι.
Σηκώθηκε και άλλαξε CD στο ηχοσύστημα. Πήρε από το γραφείο της ένα φάκελο και τον έφερε στον καναπέ. Περιείχε κάπου τριάντα σελίδες με μουτζουρωμένες σημειώσεις της και μια φωτοτυπία του μηνύματος Τελευταία Πράξη του Πορφύρη.
«Αυτό το μήνυμα το αναγνωρίζεις προφανώς. Το θέμα είναι από ποια απόσταση το βλέπεις για να καταλάβεις το κλειδί που το αποκρυπτογραφεί.» Απομακρύνθηκε ένα μέτρο. «Τώρα κάτσε να δεις…Από αυτή την απόσταση τι ακούς;»
«Μετά βίας διακρίνω κάποια γράμματα, δεν έχω και μάτι γερακιού» απάντησες όλο απορία. Απομακρύνθηκε και άλλο ένα μέτρο.
«Πες μου τώρα από αυτή την απόσταση τι ακούς, όχι τι βλέπεις βρε Κωσταντή, συγκεντρώσου.»
Εκτός από τους χτύπους της καρδιάς σου το μόνο που ακούγονταν ήταν το Sound of Silence, ένα παλιό τραγούδι των Σάιμον και Γκαρφάνκελ που ακουγόταν διακριτικά από το ηχοσύστημα. Ο Πολ Σάιμον τραγουδούσε με την χαρακτηριστική του φωνή:

hello darkness my old friend
i’ve come to talk with you again…

«Αυτό το τραγούδι που ακούγεται τώρα είναι το δημόσιο κλειδί του μηνύματος του Πορφύρη» είπες πετώντας σαν ελατήριο από την θέση σου. «Οι πρώτοι στίχοι του μεταφρασμένοι στα ελληνικά είναι η αρχή του μηνύματος της Τελευταίας Πράξης! Και αυτά που γράφει μετά για τις την ομιλία χωρίς λαλιά και τα τραγούδια με τα λόγια τα ανείπωτα είναι μέσα στους στίχους από τον Ήχο της Σιωπής!»
«Αυτό το κατάλαβα και εγώ από τη φράση του Αποφάσισα να φύγω για πάντα σιγοσφυρίζοντας τον σκοπό μου που έγραψε στο τέλος του μηνύματος. Για να είναι όμως δημόσιο κλειδί αυτό το πασίγνωστο τραγούδι της δεκαετίας του εξήντα, θα πρέπει να υπάρχει και ένα ιδιωτικό κλειδί που το ξέρετε μόνο ο Πορφύρης και εσύ, που είσαι ο αποδέκτης του. Υπάρχει κάτι γύρω από αυτό το τραγούδι που μας σιγοτραγούδησε φεύγοντας, αφήνοντας σε να το συνεχίσεις μόνος σου αυτή τη φορά και που το ξέρετε μόνο οι δυο σας;»
«Και βέβαια υπάρχει. Οι στίχοι από τον Ήχο της Σιωπής ήταν μια άσκηση που μας έβαλε ο Πορφύρης όταν έκανα το μεταπτυχιακό μου και την έλυσα μόνο εγώ. Του είχα πει τότε ότι με αυτό το τραγούδι ο Σάιμον με τον φιλαράκο του τον Γκαρφάνκελ περιγράφανε με τον καλλίτερο δυνατό τρόπο, κοντά σαράντα πέντε χρόνια πριν, το τι γίνεται σήμερα μέσα σε ένα ίντερνετ καφέ. Σε αυτούς τους χώρους απλώνεται όπως ο καρκίνος ο ήχος της σιωπής ανάμεσα στους καθηλωμένους στις οθόνες, που συνομιλούν αμίλητοι δικτυωμένοι με άλλους με γραπτά μηνύματα και ανταλλάσσουν τραγούδια και λόγια που δεν ακούγονται έξω από τα ακουστικά τους. Δοξάζουν ένα νέο θεό που δημιούργησαν και που τους εξασφαλίζει ανωνυμία, ελευθερία κινήσεων και την πρόσβαση σε ένα τεράστιο πηγάδι πληροφοριών που μέσα του βρίσκεις καμιά φορά την ηχώ από κανένα διαμάντι που σπάει τους ήχους της σιωπής. Με αφορμή αυτή την ανάλυσή μου συζητήσαμε πολύ με τον Πορφύρη και φτάσαμε στο σημείο να είναι ακριβώς αυτό το θέμα, η μελέτη της σιωπηρής συμπεριφοράς της γενιάς του ίντερνετ στα καφέ της, το θέμα του διδακτορικού μου.»
«Ενδιαφέρον. Με αυτά που είπες είμαι πλέον βέβαιη ότι την μια άκρη από τα νήματα που οδηγούν στα μυστικά του την έχει κρύψει ο Πορφύρης σε κάποιο ίντερνετ καφέ. Ξέρεις κανένα που να σύχναζε;»
«Δεν νομίζω ότι σύχναζε σε ίντερνετ καφέ. Για θυμήσου πως σύνδεσε τα μέρη του λόγου και που έβαλε τα κώματα την φράση του Τα τελευταία, αυτά που οδηγούν σε όλα τα άλλα, τα έκρυψα καλά απ’ όλους τους, μη παραπέσουν σε λάθος χέρια και εξαφανιστούν για πάντα, εκεί που κυριαρχεί ο ήχος της σιωπής, εκεί που συνομιλούν χωρίς να ακούγεται λαλιά και τραγουδούν τραγούδια με λόγια ανείπωτα το όνομα του θεού που ονόμασαν αυτό το μέρος. Νομίζει κανείς σε πρώτη ανάγνωση ότι φοβάται μην εξαφανιστούν τα μυστικά και καταλήξουν σε μέρη που κυριαρχεί ο ήχος της σιωπής, μην μείνουν άγνωστα.»
«Ακριβώς, ακριβώς σε αυτό το σημείο έκανε αντιστροφή. Λέει ακριβώς το αντίθετο, εκεί έκρυψε την μια τους άκρη για να τα αποκαλύψω. Αυτό το κατάλαβα και εγώ όταν ζωγράφιζα, όπως σου είπα.”
«Ξέρεις κάτι; Νομίζω ότι μας λέει πεντακάθαρα και το όνομα του ίντερνετ καφέ.» Χαμογελούσες και εσύ τώρα.
«Που το λέει; Ποιο είναι;»
«Νόμιζα ότι το είχες βρει και αυτό. Έχει το ίδιο όνομα με το θεό που ονόμασαν αυτό το μέρος που ψάχνουμε στο τραγούδι του Ήχου της Σιωπής. Είμαι βέβαιος ότι κάτι έχει αφήσει για μένα στο ίντερνετ καφέ ΝΕΟΝ που βρίσκεται ακριβώς απέναντι από την είσοδο της σχολής. Πολύ βολικό μέρος για τον Πορφύρη, δίπλα ακριβώς είναι το γκαράζ που άφηνε το αυτοκίνητό του. Μόνο δεν θυμάμαι Φρόσω να έχει εκεί παρτέρια με μαργαρίτες.»
Μείνατε για λίγο σιωπηλοί βυθισμένοι σε σκέψεις.
«Έχει μαργαρίτες χαζέ και μάλιστα πολλές. Πως φαίνεται ότι δεν ξενύχτισες ποτέ στα νιάτα σου κάνοντας τσατ με φιλαράκια στο ίντερνετ παλιόγερε. Εγώ πάντως έμαθα αγγλικά και να κάνω φλερτ σε ένα τέτοιο τόπο με μαργαρίτες. Το εικονίδιο από ένα πρόγραμμα που συνήθως χρησιμοποιείται στο ίντερνετ για να γίνουν αυτές οι ηλεκτρονικές συζητήσεις είναι μια μαργαρίτα! Είμαι σχεδόν βέβαιη ότι αυτό που σου άφησε σαν ίχνος για να το ακολουθήσεις, είναι κρυμμένο σε κάποιο αρχείο καταγραφής συνομιλίας τσατ του προγράμματος icq στον ηλεκτρονικό υπολογιστή νούμερο 11 στο ίντερνετ καφέ NEON, σε δημόσιο χώρο απέναντι από την σχολή» δήλωσε θριαμβευτικά μετά από λίγο.
«Εντάξει, αυτό είναι μια πιθανότητα. Αν έχεις δίκαιο όμως, που θα βρούμε το ψευδώνυμο που χρησιμοποιούσε όταν έκανε τσατ; Ποιο κωδικό πρόσβασης είχε για να μπει στο πρόγραμμα του icq; Χωρίς αυτά θα είναι δύσκολο να εντοπίσουμε αυτό το αρχείο καταγραφής του ιστορικού κάποιας συνομιλίας του ανάμεσα στις εκατοντάδες που θα είναι αποθηκεμένα από μόνιμους ή περιστασιακούς χρήστες του προγράμματος icq του υπολογιστή στην θέση 11. Αν φυσικά δεν έχουν αλλάξει εν τω μεταξύ θέση στον υπολογιστή που ενδεχομένως να χρησιμοποίησε ο Πορφύρης τουλάχιστον πριν από δώδεκα μήνες.»
«Το όνομα μας το περιγράφει, χρησιμοποίησε κάποιο που θυμίζει ινδιάνικο κριάρι. Για το συνθηματικό πρόσβασης δεν ξέρω, θα δούμε επί τόπου. Τι λες, να συνεχίσουμε τον καφέ μας στο ΝΕΟΝ, απέναντι από την Σχολή, για να δούμε αν όλα αυτά που είπαμε δεν είναι απλώς εικασίες μας;» Ήταν ξαναμμένη, τα μάγουλα κατακόκκινα και δεν ήταν το μπρούσκο του μπαμπά της η αιτία.

Ο διάκοσμος του ΝΕΟΝ ήταν εμπνευσμένος από το Μάτριξ, την τριλογία των κινηματογραφικών ταινιών με τον Κιάνου Ριβς. Κυρίαρχη η γιγαντοαφίσα του Μορφέα, της Τρίνιτυ και του Νίο, που στα αγγλικά γράφεται το όνομά του όπως αυτό του ίντερνετ καφέ. Η θέση 11 αυτή την ώρα ήταν άδεια όπως και οι διπλανές της. Έκανε κλικ στο εικονίδιο με τη μαργαρίτα στην οθόνη του υπολογιστή, φορτώθηκε το πρόγραμμα και περίμενε την πληκτρολόγηση του κωδικού ονόματος του χρήστη και του συνθηματικού που επιτρέπει την πρόσβαση. Η λίστα των ψευδώνυμων όσων είχαν χρησιμοποιήσει κατά καιρούς αυτό το πρόγραμμα για να επικοινωνήσουν εμφανίστηκε ως δια μαγείας μετά από την πληκτρολόγηση της Φρόσως ενός συνδυασμού από γράμματα και ειδικά σύμβολα στο πληκτρολόγιο του υπολογιστή. Εμφανίστηκαν γύρω στα σαράντα ψευδώνυμα.
«Η εμπειρία του παλιού χρήστη» δήλωσε «Δεν πήγαν τελικά χαμένες τόσες ώρες στο ίντερνετ. Ποιο απ’ όλα αυτά τώρα σου θυμίζει ινδιάνικο κριάρι;»
Ανάμεσα στα sugar, Takis85, Litsa_Cool και τα παρεμφερή, ξεπήδησε το όνομα από εκείνο το ινδιανάκι ενός παιδικού κόμικ που καθάριζε τις δύσκολες καταστάσεις με κουτουλιές και είχε για φίλο του ένα ινδιάνικο κριάρι. Ο Καριμπού.
«Αυτό είναι, Karibu, γράψ’ το» είπες. «Για δοκίμασε για συνθηματικό το 10»
«Γιατί το δέκα; Πως σου ήρθε» ρώτησε.
«Γιατί μπορεί αυτό να είναι το κλειδί που ξεκλειδώνει την άκρη των μυστικών και είναι κάτω από το 11» είπες με περηφάνια για τις αδιαμφισβήτητες πλέον ικανότητές σου στην κρυπτογραφία.
Στην οθόνη εμφανίστηκε ένα μήνυμα που σε χλεύαζε μιας και το συνθηματικό που μάντεψες ήταν λάθος.
«Δοκίμασέ τα όλα από το μηδέν μέχρι το εννιά» είπες αρνούμενος να παραδεχτείς την ήττα.
«Και γιατί από το μηδέν και όχι από το μείον τριάντα έξι ή το δύο κώμα τέσσερα; Δεν θα κάνουμε έτσι τίποτα. Κάτσε, σκέφτηκα κάτι άλλο» είπε και γλίστρησε κάτω από το έπιπλο του υπολογιστή στη θέση 11. Αναδύθηκε αμέσως μετά με ένα φάκελο χαμογελώντας θριαμβευτικά.
«Τον είχε κολλήσει με σιλοτέιπ κάτω από το παρτέρι με τις μαργαρίτες, κάτω από το 11. Να δεις που εδώ μέσα θα έχει το κλειδί που ψάχνουμε. Το ίδιο κάνω και εγώ με τα τόσα συνθηματικά που πρέπει να θυμάμαι.» Έκλεισε πονηρά το μάτι.
Μέσα του ένα παλιό χάλκινο κλειδί, τεράστιο και με ένα οικόσημο στο κεφάλι του. Το οικόσημο είχε δύο συμμετρικές αλεπούδες να σχηματίζουν κύκλο με τις ενωμένες ουρές τους και τη κορδέλα που στήριζαν με τα κεφάλια τους. Μέσα της διακρίνονταν πεντακάθαρα η λέξη Beneficenza και ένας αριθμός: το 1782 στην αραβική και την λατινική του γραφή.
«Αγαθοεργία, καλή πράξη, ιταλικά είναι» απάντησε στο απορημένο μου βλέμμα.
Ο Karibu θα αποκάλυπτε τα μυστικά του έχοντας τελικά το 1782 στην λατινική του γραφή ΜDCCLXXXII για να τα προστατεύει. Στην δεξιά οθόνη που άνοιξε αμέσως, εμφανίζονταν το όνομα του μοναδικού συνομιλητή του Karibu με το ψευδώνυμο Misty που σημαίνει Ομίχλη.
«Καλώς την και την Ομίχλη μας. Για να δούμε, αγόρι ή κορίτσι κρύβεται πίσω από αυτό το ομιχλώδες όνομα.» Πληκτρολόγησε τα μαγικά της, στο δημόσιο προφίλ η Misty δήλωνε γυναίκα και κάτοικος Πάτρας. Τίποτα περισσότερο. Με ένα ακόμα κλικ εμφανίστηκε το ιστορικό κάποιας συνομιλίας που είχε γίνει ανάμεσα στον Karibu και την Misty λίγη ώρα μετά την αποστολή του μηνύματος της Τελευταίας Πράξης του Πορφύρη στον Λάσκο από το γραφείο του πρώτου στη Σχολή απέναντι:

Karibu 21/3/2004 00:13 πμ
Καλησπέρα Στέλλα. Περίμενες πολύ; Άργησα λίγο γιατί μου έπιασαν κουβέντα οι φύλακες στην είσοδο της Σχολής. Όλα έτοιμα από μένα, όπως τα είπαμε.

Misty 21/3/2004 00:14 πμ
Καλησπέρα Σπύρο, όχι ένα δεκάλεπτο περίμενα μόνο 🙂

Karibu 21/3/2004 00:14 πμ
Υπολογίζω να είμαι αύριο εκεί γύρω στις 4. Κοίτα να τα έχεις πακετάρει όλα. Πόσες βαλίτσες λες να έχεις;

Misty 21/3/2004 00:15 πμ
Δύο, δεν έχω πολλά πράγματα. Είναι έτοιμες από σήμερα το απόγευμα.

Karibu 21/3/2004 00:15 πμ
Ωραία. Θύμισέ μου μόνο πάλι την διεύθυνση και ποιο όνομα έγραψες στο κουδούνι.

Misty 21/3/2004 00:16 πμ
Στρατηγού Καλάρη 12 στα Ψηλά Αλώνια, δεύτερη παράλληλος της Γούναρη. Στο κουδούνι γράφει Παπαδημητρίου. Θα πρέπει να έχω γυρίσει από το χωριό πριν τις τέσσερις. Αν όμως με αργήσουν οι δικοί μου, θα έχω αφήσει τα κλειδιά στο ψιλικατζίδικο απέναντι από την είσοδο της πολυκατοικίας. Τα παιδιά που το έχουν είναι φιλαράκια και τα εμπιστεύομαι.

Karibu 21/3/2004 00:17 πμ
OK. Καληνύχτα Στέλλα, θα τα πούμε αύριο από κοντά. Φιλάκια 🙂

Misty 21/3/2004 00:17 πμ
Φιλάκια 🙂

Δεν είχε τίποτα άλλο, αυτά είχαν καταγραφεί μόνο σε αυτό τον υπολογιστή. Συνεννοηθήκατε με τα μάτια, αντέγραψε το αρχείο με την συνομιλία στο μπιχλιμπίδι με την μνήμη-μινιατούρα που είχε περασμένη στην κλειδοθήκη της και εξαφάνισε αμέσως μετά τον Καριμπού και τα αρχεία του από τον υπολογιστή νούμερο 11 με γρήγορες και σίγουρες κινήσεις. Πληρώσατε για τον καφέ που δεν προλάβατε να πιείτε και για τον χρόνο που απασχολήσατε τον υπολογιστή.
Έπεφτε πούσι και άρχισε να ψιλοβρέχει, οι δρόμοι της Αθήνας γέμιζαν πάλι με εκείνη τη γλίτσα από την λάσπη με τη σκόνη και τα χυμένα λάδια στην άσφαλτο. Πήγες την μηχανή ήρεμα μέχρι το Φάληρο. Η καρδιά σου χτυπούσε το ίδιο δυνατά όσο και του κοριτσιού που σε αγκάλιαζε σφιχτά από την πίσω θέση. Μείνατε σιωπηλοί πολύ ώρα στο σπίτι. Μήπως για να χωνευτούν τα όσα φάγατε και μάθατε ή μήπως για να μην χαλάσει η αίσθηση του μηδενισμού της απόστασης που την νοιώσατε πάνω στη μηχανή, με μόνο τα κοινά σας μυστικά να βρίσκονται ανάμεσά σας; Τη πήρες αγκαλιά στον καναπέ, κουλουριάστηκε μέσα της.
«Κώστα, νομίζω ότι την πατήσαμε. Όλα όσα σου είπε ο Λάσκος και όσα σου υπαινίχθηκε επιβεβαιώνονται, φαίνονται ότι είναι αλήθεια. Άρα πρέπει να μας παρακολουθούν και ‘μας τώρα. Πάει η μυστική συνταγή απ’ το ραβανί της μάνας μου που πάνω της θα στήριζα την καριέρα μου. Να δεις που αύριο θα την πουλήσουν στον Μαμαλάκη και θα την δούμε να την φτιάχνουν στα κανάλια.» δήλωσε με ανησυχία και νάζι μαζί.
«Φρόσω τι ομάδα είσαι;» την ρώτησες γεμάτος αγωνία για την απάντηση της.
[1] Μια Κυριακή, αιματοβαμμένη Κυριακή

Posted in Γιάννης Χατζηχρήστος, Το φ του φόβου | 1 Comment »

Κεφ. 7 Επτά πρόσωπα

Posted by R.K. στο 13/04/2009

ΕΠΤΑ ΠΡΟΣΩΠΑ
16/4/2005, Αθήνα

Ιδιωτικό forum 176 της Διεθνούς Ένωσης Ιστορικών Τέχνης
Μήνυμα του μέλους: Plot-out προς το μέλος: Romfea
Έναρξη Αποστολής: 15/4/05, 11:14πμ
Λήξη Αποστολής: 15/4/05, 12:32μμ

Πήρα την πρωτοβουλία να ξεκινήσουμε την σειρά των ιδιαίτερων μαθημάτων μας με ένα μονόλογό μου. Δες το σε παρακαλώ σαν μια αναγκαία διάλεξη που έχει σαν στόχο να ορίσει μερικές βασικές έννοιες, σχετικές για αυτά που θα μας απασχολήσουν. Τα επόμενα μαθήματα επιθυμώ να είναι διαδραστικά με ταυτόχρονη συνομιλία μας, αξιοποιώντας αυτό το θαυμαστό τεχνολογικό μέσο που έχουμε διαθέσιμο. Πριν ξεκινήσω θα ήθελα να δηλώσω ότι η μικρή μου εισήγηση και ότι θα ακολουθήσει δεν θα εξαντλήσει το θέμα που θα ασχοληθούμε. Σε προτρέπω να εμβαθύνεις ανατρέχοντας στην σχετική βιβλιογραφία που θα σου αποστείλω με την ολοκλήρωση αυτού του κύκλου.
Το θέμα μας είναι ο τρόμος ως στοιχείο της τέχνης και ως παράγοντας νομιμοποίησης των εθνικών κρατών στον εικοστό αιώνα.
Κράτος. Δύσκολη έννοια να οριστεί, δεν νομίζεις; Δεν θα προχωρήσω σε κάποιο τυπικό ορισμό, γι’ αυτό μπορείς να ανατρέξεις στις εκατοντάδες που έχουν προταθεί από την εποχή του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη μέχρι τον Κάντ, τον Έγγελο, τον Γουάιτχεντ ή τον Χόμπς. Αυτό που ενδιαφέρει για τον σκοπό των μαθημάτων μας είναι να συμφωνήσουμε σε ένα σύγχρονο ερμηνευτικό σχήμα για το κράτος και όχι να αναλωθούμε για να καταλήξουμε σε ένα ακριβή ορισμό του. Θα χρησιμοποιήσω το ερμηνευτικό σχήμα που πρότεινε ένας αγαπητός και πολύ άξιος συνάδελφος που το θεωρώ σαφές, περιεκτικό και σύγχρονο. Η εικόνα που έρχεται στο μυαλό όταν αναφερόμαστε στο κράτος είναι η εικόνα ενός «πλάσματος» με ανθρωπόμορφα χαρακτηριστικά και ιδιότητες, ένα πλάσμα καθ’ ομοίωση των ανθρώπων που κατασκεύασαν τις διαφορετικές μορφές που απέκτησε μέσα στο ιστορικό γίγνεσθαι.
Το «πλάσμα» αυτό δρα σε μια συγκεκριμένη γεωγραφική περιοχή που την καθορίζουν σαφή ή λιγότερο σαφή και αμφισβητούμενα όρια από τα γειτονικά του «πλάσματα», τα άλλα κράτη που συνορεύει. Μέσα σε αυτά τα όρια, την επικράτειά του, προστατεύει τις κοινωνίες και τα άτομα που ζουν σε αυτά τα όρια από τις επιβουλές των άλλων κρατών. Όλα τα κράτη, σύμφωνα με αυτή την εικόνα, δρουν ως μέλη μιας ευρύτερης κοινωνίας σύμφωνα με κανόνες, άλλοτε σεβαστούς και συνήθως σαφώς ασαφείς προς όφελος του ισχυρότερου, που νομικά τους αποκαλούμε σήμερα Διεθνές Δίκαιο. Η δυναμική της συμπεριφοράς των κρατικών αυτών οντοτήτων οδήγησε σε περιόδους συγκρούσεων ή ειρήνης που είναι, δυστυχώς, το κύριο ή το μοναδικό μέρος της ιστορίας που συνεχίζει να διδάσκεται στα σχολεία. Η εικόνα αυτή του κράτους ως δρώντος υποκειμένου της ιστορίας παραμένει σταθερή παρά την μετεξέλιξη των διαφορετικών μορφών οργάνωσης των οντοτήτων που προηγήθηκαν των σημερινών εθνικών ή υπερεθνικών κρατών (φέουδα, αυτοκρατορίες, κράτη-πόλεις, αρχέγονες κοινότητες ή οι προϊστορικές οικογένειες). Κυρίαρχο κοινό χαρακτηριστικό τους είναι ότι πάντα σε αυτά τα «πλάσματα» είχε ανατεθεί η ευθύνη της προστασίας των ατόμων και των ομάδων των κατοίκων του έναντι κάποιων εξωτερικών επιβουλών. Η πρώτη βασική λοιπόν ιδιότητα αυτού του δρώντος υποκειμένου είναι ότι πάντα προσπαθεί να προστατεύει ένα σύνολο ανθρώπων από κάποιο φόβο, από κάποια απειλή «εκεί έξω».
Διαφορετικά πράγματα σκεφτόμαστε όταν δεν στρέφουμε το βλέμμα στο εξωτερικό αλλά στο εσωτερικό αυτού του περίεργου πλάσματος. Το πλάσμα αυτό διαθέτει όργανα για να αισθάνεται (τις κρατικές του υπηρεσίες), όργανα για να λαμβάνει αποφάσεις και να εκφράζει την βούλησή του (τον φύλαρχο, τον μονάρχη, την βουλή ή την κυβέρνησή του) και όργανα για να κινεί τις δυνάμεις του (δικαστικό σώμα, στρατός, αστυνομία, διοικητική ιεραρχία) για να επιβάλλει αυτή του την βούληση. Το νευρικό αυτό σύστημα, μέχρι σήμερα πάντα ιεραρχικό, προσδίδει σε αυτό το πλάσμα υπόσταση για να λειτουργεί ως μια επιπρόσθετη οντότητα δίπλα σε όλες τις άλλες οργανώσεις που κατοικούν στην επικράτειά του (άτομα, οικογένειες, σύλλογοι, συντεχνίες, οικονομικές οντότητες, δίκτυα ατόμων και οικογενειών, φατρίες, εθνολογικές ομάδες, ιδεολογικές ομάδες, θρησκευτικοί θεσμούς, κοινωνικές ομάδες, τάξεις, πολιτικά κόμματα κλπ) και να συναλλάσσεται μαζί τους με την δική του προσωπικότητα ως δρών οργανισμός της εσωτερικής τους ιστορίας.
Παρά τον αυτόνομο χαρακτήρα της συμπεριφοράς της προσωπικότητας αυτού του «πλάσματος», το ίδιο πάντα λειτουργεί και ως ένα πλέγμα που διαμορφώνει και διεκπεραιώνει σχέσεις και συναλλαγές ανάμεσα στα άτομα, τις ομάδες και τις οργανώσεις που το απαρτίζουν, δρώντας σαν ένας αόρατος μεσολαβητής τους.
Οι σχέσεις όμως των ατόμων ή των ομαδοποιήσεών τους με άλλα άτομα, ομάδες ή οργανώσεις σχεδόν πάντα εμπεριέχουν αντιθέσεις σαν αποτέλεσμα διαφορετικών συμφερόντων ή ερμηνειών. Έτσι το ίδιο το κράτος, λόγω της προηγούμενης λειτουργίας του ως πλέγματος σχέσεων, μετατρέπεται συχνά σε πεδίο αντιπαραθέσεων και συγκρούσεων.
Στην εκπλήρωση του ρόλου του ως πλέγματος σχέσεων και ως πεδίο αντιπαραθέσεων, το «πλάσμα» μας παίρνει θέση υπερ του ενός ή του άλλου ή λαμβάνει θέση για να ρυθμίσει αυτές τις συγκρούσεις. Σχεδόν πάντα μεροληπτεί. Αυτό το οδηγεί να διαμορφώνει με αυτόν τον τρόπο ένα πλέγμα εξουσίας με αυτούς που μεροληπτεί υπερ τους, αφήνοντας εκτός αυτού του πλέγματος τους αντιπάλους τους.
Η προηγούμενη ιδιότητα αυτού του ανθρωπόμορφου κατασκευάσματος, του προσδίδει χαρακτηριστικά και αξία που το καθιστά μήλον της έριδος των συνιστάμενων δυνάμεων της κοινωνίας. Έτσι ο έλεγχος του ίδιου του κράτους σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό από κάποια κοινωνική ομάδα ή από ευρύτερες συμμαχίες που θέλουν να χρησιμοποιήσουν το πλέγμα των σχέσεων υπερ των ειδικών τους συμφερόντων, αποτέλεσε το ιστορικό σύνηθες.
Το σύνολο των ιδιοτήτων του κράτους σε αυτό το ερμηνευτικό μας σχήμα το συμπληρώνει η ιδιότητά του ως κέντρο νομιμότητας και ως φύλακα ηθικής. Χωρίς αυτές τις δύο, είναι δύσκολο για το κράτος να επιβάλει την βούλησή του στο εσωτερικό του στα πλαίσια του ελέγχου που ασκεί στο πλέγμα των σχέσεων σύμφωνα με το εκάστοτε πλέγμα εξουσίας που έχει διαμορφωθεί. Και δεν είναι περίεργο που η νομιμότητα και η εκάστοτε επικρατούσα αντίληψη για την ηθική διαμορφώνονται σύμφωνα με την αντίστοιχη που επιβάλλεται, συνήθως με την άσκηση κάποιας μορφής βίας, από το ισχύον πλέγμα εξουσίας.
Τα επτά αυτά διαφορετικά πρόσωπα-ιδιότητες του πλάσματος-κράτους βρίσκονται σε διαρκή αλληλεπίδραση μεταξύ τους. Μεταβάλλουν τα υπόλοιπα και μεταβάλλονται, προβάλλουν και προβάλλονται ανάλογα την έκφραση της λειτουργίας του που προσπαθούμε να ερμηνεύσουμε. Δεν είναι απορίας άξιον ότι, μελετώντας αυτά τα χαρακτηριστικά που προσδώσαμε στο πλάσμα-κράτος, ερμηνεύουμε φαινόμενα όπου οι εσωτερικές αντιθέσεις που διαμορφώνουν τον έλεγχο στο πλέγμα εξουσίας που μοιράζεται να οδηγούν σε αλλαγή της εξωτερικής του συμπεριφοράς ή αντίθετα, η αλλαγή αυτή να είναι το άλλοθι για να μεταβληθεί η ισχύουσα ηθική και οι σχέσεις συναλλαγής που διεκπεραιώνει στο εσωτερικό του. Το κρατικό αυτό «πλάσμα» είναι ζωντανό, γεννιέται και πεθαίνει, μεγαλώνει ή καταρρέει, κάνει συνεταιρισμούς ή δημιουργεί αποικίες και έχει τα ίδια χαρακτηριστικά με ένα οποιοδήποτε άλλο δυναμικό πολύπλοκο σύστημα όπως για παράδειγμα το ζωντανό κύτταρο. Μερικοί σύγχρονοι ερευνητές, όπως ο ο Ρενέ Τομ παλαιότερα, ο Εμμανουέλ Κανόβας, και ο Πήτερ Τάρκιν πιο πρόσφατα, πρότειναν μεθόδους μελέτης αυτών των διαφορετικών προσώπων του κράτους και της ιστορίας του, δανεισμένες από την φυσική ή την βιολογία. Με αυτές προσπαθούν να μετρήσουν ή να προβλέψουν την χαοτική συμπεριφορά ή την κατάρρευσή του με μοντέλα που πρέπει να επιβεβαιώνουν τα ιστορικά γεγονότα, δίνοντας έτσι στην επιστήμη της ιστορίας διεπιστημονική διάσταση. Δεν ισχυρίζομαι ότι θα μετατραπεί ποτέ η ιστορία σε Κλειο-δυναμική, δηλαδή μια καθαρά ποσοτική επιστήμη αλλά με όλα αυτά ενδεχομένως να μπορέσουμε να ερμηνεύσουμε καλλίτερα τις αλλαγές που επέρχονται στον τρόπο οργάνωσης του «νευρικού» του συστήματος για να εξυπηρετηθούν καλλίτερα όσοι συμμετέχουν στο πλέγμα εξουσίας που το ελέγχει, να μπορέσουμε να ερμηνεύσουμε τις κοινωνικές επαναστάσεις ή την συμπεριφορά των ηγετών του και να αντιληφθούμε τον μηχανισμό που αυτές οι δυναμικές επηρεάζουν και επηρεάζονται από την τέχνη στις διαφορετικές εκφάνσεις της. Αντιλαμβάνεσαι ελπίζω ότι η αξία ενός τέτοιου ερμηνευτικού σχήματος είναι πολύ μεγάλη για ένα ιστορικό, αφού προσδιορίζει και το μεθοδολογικό πλαίσιο της όποιας ιστορικής του έρευνας, όπως αυτή που θα επιχειρήσουμε.
Το ερμηνευτικό αυτό, και ελπίζω α-χρονικό, σχήμα που για το κράτος που εν συντομία και υπεραπλουστευμένα σου παρουσίασα, θα παρατήρησες ότι οδηγεί στο πρώτο συμπέρασμα ότι το κράτος νομιμοποιείται από τον φόβο (τον φόβο του τίγρη, τον φόβο του γείτονα, τον φόβο του θεού, τον φόβο της επιβίωσης, τον φόβο του άγνωστου και άλλους φόβους) και νομιμοποιεί τον φόβο της εξουσίας που ασκεί με κάποια μορφή βίας στο εσωτερικό του αλλά και με την συμπεριφορά του ως δρών υποκείμενο της ιστορίας στις διεθνείς του σχέσεις. Τα σύγχρονα εθνικά κράτη της δύσης αντικατέστησαν τις ελέω και φόβω θεού κρατικές οντότητες του μεσαίωνα, προβάλλοντας κυρίως τις αρχές του ανθρωπισμού για να δικαιολογηθεί ο νέος φόβος που έπρεπε να τα νομιμοποιήσει και να προσδίδει ηθικό έρεισμα στο νέο πλέγμα σχέσεων που αντικαθιστούσε το αντιπαραγωγικό τρόπο λειτουργίας των φέουδων και των εκκλησιαστικών κρατών. Οι τάσεις στην τέχνη ακολούθησαν αυτή την ροή της ιστορίας, αλλά σε αυτό θα επανέλθουμε ειδικότερα σε επόμενες συνεδρίες μας.
Στο σημείο αυτό κρίνω σκόπιμο να ξεκαθαρίσουμε και τις σχετικές έννοιες ορίζοντας τυπικά τον φόβο, τον τρόμο και τις φοβίες. Είναι δυστύχημα που στην γλώσσα μας χρησιμοποιούμε, λανθασμένα, αυτές τις τρεις διαφορετικές έννοιες περίπου ως ταυτόσημες. Όπως θα αντιληφθείς αμέσως, τις χωρίζει εννοιολογική και επιστημονική άβυσσος.
Για να καταλάβουμε τις έννοιες αυτές θα πρέπει προς στιγμήν να θυμηθούμε λίγα στοιχειώδη από την φυσιολογία του ανθρώπινου εγκεφάλου και μερικά πράγματα που γνωρίζουμε για τη λειτουργία του. Ο εγκέφαλός μας επεξεργάζεται πληροφορίες και δεν κάνει καμία ιδιαίτερη διάκριση αν οι πληροφορίες που φτάνουν σε αυτόν είναι πραγματικές, φανταστικές, εικονικές ή συμβολικές. Ας σκεφτούμε το ακόλουθο απλό παράδειγμα.
– Εάν ξαφνικά βρεθείς όρθιος στο χείλος της χωρίς παραπέτο στέγης ενός δεκαπενταόροφου κτιρίου, ο εγκέφαλός σου θα ερμηνεύσει αυτήν την κατάσταση ως πραγματικό κίνδυνο, Εδώ, έχει επεξεργαστεί μια πραγματική πληροφορία.
– Εάν, διαβάζοντας το παραπάνω παράδειγμα, φαντάστηκες τον εαυτό σου σε αυτή τη θέση, πιθανώς ο εγκέφαλός σου να ενεργοποίησε τις ίδιες αντιδράσεις. Εντούτοις, δεν βρίσκεσαι πραγματικά σε κίνδυνο, αφού παρέμενες καθισμένος και διάβαζες. Ο εγκέφαλός σου όμως επεξεργάστηκε μια φανταστική πληροφορία σαν να ήταν πραγματική.
– Εάν, τώρα, κατά τη διάρκεια ενός ηλεκτρονικού παιχνιδιού ή κάποιας κινηματογραφικής προβολής, το σενάριο σου προβάλει στο χείλος μιας στέγης, με το κενό από κάτω, σκηνή τραβηγμένη από την οπτική γωνία του ήρωα, και είσαι αρκετά βυθισμένος, συνεπαρμένος μέσα στην εικόνα, ο εγκέφαλός σου θα αντιδράσει και πάλι με το ίδιο τρόπο. Θα έχει επεξεργαστεί μια εικονική πληροφορία σα να ήταν πραγματική. – Και τέλος, εάν σου ανακοινώσουν ξαφνικά ότι η έρευνα με την οποία ασχολήθηκες χρόνια και που πάνω της στηρίζεις την καριέρα σου αποδείχτηκε λανθασμένη εκ θεμελίων τη στιγμή που έχεις αποφασίσει να παντρευτείς και μόλις πάρει ένα μεγάλο δάνειο από την τράπεζα, ενδεχομένως θα αισθανθείς τη γη να χάνεται κάτω από τα πόδια σου. Ο εγκέφαλος θα ενεργοποιήσει και πάλι τις ίδιες αντιδράσεις, παρόλο που ή άβυσσος που έχεις μπροστά σου, δεν είναι παρά συμβολική. Έτσι, θα έχει επεξεργαστεί μια συμβολική πληροφορία πάλι σα να ήταν πραγματική.
Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, οι πληροφορίες στον εγκέφαλό σου θα ενεργοποιήσουν μια συγκεκριμένη ακολουθία από σήματα και ορμόνες έτσι που, το βασικό ένστικτο της επιβίωσης που έχει τον μηχανισμό του στην βάση του εγκεφάλου σου, θα αντιδράσει με την παραγωγή μιας καινούργιας ακολουθίας σημάτων και χημικών ουσιών που θα σου δημιουργήσουν την αίσθηση του φόβου ενεργοποιώντας μια σειρά εγκεφαλικών περιοχών. Μαζί με τον φόβο θα ενεργοποιηθεί και μια σειρά φυσιολογικών αντιδράσεων και ανακλαστικών συμπεριφοράς (άνοδος του ποσοστού της αδρεναλίνης, επιτάχυνση του καρδιακού παλμού, εφίδρωση, άγχος, ίλιγγος, κ.λπ.) που έχουν σαν σκοπό να σε προστατέψουν από τον κίνδυνο που αναγνωρίστηκε προετοιμάζοντας το σώμα σου για να τον αντιμετωπίσει.
Ο φόβος είναι λοιπόν το φυσιολογικό αίσθημα που σχετίζεται με την επεξεργασία μιας πραγματικής, φανταστικής, εικονικής ή συμβολικής πληροφορίας από τον εγκέφαλο που τον προειδοποιεί για κάποιο κίνδυνο και συνοδεύεται από φυσιολογικές αντιδράσεις και ανακλαστικά συμπεριφοράς.
Σε αντίθεση με τον φόβο, η φοβία είναι ψυχική διαταραχή, δηλαδή είναι ασθένεια. Ορίζεται ως η ειδική κατηγορία φόβου που εμφανίζεται ανεξάρτητα και σε δυσανάλογη ένταση σε σχέση με το γεγονός που τον προκάλεσε και σχετίζεται με την επεξεργασία μόνο φανταστικών πληροφοριών. Οι ασθενείς που πάσχουν από φοβία συνήθως αναγνωρίζουν πως οι φόβοι τους δεν είναι βάσιμοι και πως οι άλλοι άνθρωποι δικαιολογημένα δεν φοβούνται για τα ίδια πράγματα. Συνοδεύεται συχνά από έντονες κρίσεις άγχους ή πανικού και απαιτείται θεραπεία του ασθενούς από ειδικούς μιας και στην φοβία έχουμε μη ομαλή λειτουργία του εγκεφάλου, καθ’ όσον αυξάνεται η αρτηριακή πίεση και ο μεταβολισμός του δεξιού ημισφαιρίου του σε σχέση με το αριστερό. Ως ασθένεια, οι ιατροί φρόντισαν να την κατηγοριοποιήσουν σε τρεις μεγάλες ομάδες: την κοινωνική φοβία, την αγοραφοβία και τις ειδικές φοβίες όπως η υψοφοβία ή η αραχνοφοβία. Αναγνωρίζουν μέχρι σήμερα επίσημα 530 διαφορετικές ειδικές φοβίες για να τις γράφουν ως διαγνώσεις. Πολύ φοβάμαι όμως πως θα συνεχίζουν να ανακαλύπτουν συνεχώς και νέες φοβίες για να γράφουν ως διαγνώσεις, σε βαθμό που να υποψιάζομαι ότι μπορεί να τους δώσω εγώ τη λαβή με αυτά που γράφω εδώ για την ανακάλυψη και της φοβιοφοβίας.
Ο τρόμος είναι κάτι το διαφορετικό. Αν θελήσουμε να ορίσουμε τον τρόμο, θα πούμε πως είναι ο έντονος, διαρκής και ομολογούμενος φόβος για το κακό που περιμένουμε ότι θα έρθει σε όλους μας. Ο τρόμος εκφράζεται σε κοινωνικό επίπεδο με συγκεκριμένες συλλογικές συμπεριφορές παρά το γεγονός ότι συνήθως βιώνετε από το κάθε άτομο με ξεχωριστό τρόπο και με διαφορετική ένταση. Έτσι με αυτό τον ορισμό δεν είναι πολύ λάθος η άποψη ότι τρόμος είναι μια μορφή φοβίας μιας ολόκληρης ομάδας ανθρώπων, που ο κάθε ένας τους την βιώνει διαφορετικά και όλοι μαζί συμπεριφέροντε με τον ίδιο τρόπο. Ως κοινωνική «ασθένεια» ο τρόμος μεταδίδεται, μεταλλάσσεται, πολλαπλασιάζεται και μπορεί να πάρει την μορφή επιδημίας ή και πανδημίας ακόμη.
Αντιλαμβάνεσαι πλέον πόσο λάθος είναι να ομιλούμε για ταινίες τρόμου, μιας και είναι ταινίες που προκαλούν απλώς εικονικό ή συμβολικό φόβο. Είναι παραπλανητικό να ομιλούμε για τον φόβο της νόσου των τρελών αγελάδων μιας και αυτό είναι κατ’ εξοχήν εκδήλωση τρόμου. Είναι λάθος να θεωρούμε τρόμο τον έντονα ισχυρό στιγμιαίο φόβο που προκαλεί το σκάσιμο ενός λάστιχου ή η εκπυρσοκρότηση ενός όπλου. Θα παρατήρησες ελπίζω ότι και το συμπέρασμα που εξέθεσα προηγουμένως για τον φόβο ως βασικού παράγοντα νομιμοποίησης των κρατών χρήζει ήδη αναθεώρησης, μιας και ο τρόμος είναι πάντα αυτός που έπαιζε και παίζει πάντα αυτόν τον ρόλο. Έτσι καταλήγουμε να δικαιολογήσουμε τον τίτλο αυτού του κύκλου μαθημάτων που θα κάνουμε.

Με όλα αυτά τα θαυμαστά (ή τρομερά, όπως συνηθίζει να λέει η γενιά σου ) που σου παρέθεσα υπό μορφή διάλεξης εκ του μακρόθεν, πιστεύω ότι διαθέτουμε πλέον επαρκείς ορισμούς και ξεκάθαρες έννοιες για να συζητήσουμε το κυρίως θέμα μας. Θα πρότεινα να έχουμε την συνέχεια την 18/4/05, 11:30πμ ή εναλλακτικά την 20/4/05, 16:30 για να επιλέξεις ανάλογα με τις ειλημμένες υποχρεώσεις σου. Κατ’ εξαίρεση, και για μόνο για την επόμενη συνεδρία μας, θα αναμείνω για την παρουσία σου σε αυτόν τον φιλόξενο δικτυακό τόπο όχι περισσότερο από το σύνηθες ακαδημαϊκό τέταρτο.

«Είδες ψευδώνυμο που διάλεξε ο παν-σοφο-λογιότατος δάσκαλός σου για τον εαυτό του; Plot-out. Με αντιστροφή σκέφτεσαι το Plot-in, τον Πλωτίνο που φαίνεται ότι είναι το φιλοσοφικό του πρότυπο. Σωστό τον βρίσκω. Και απ’ το πώς γράφει φαντάζομαι ότι θα παραμένει ένας πολύ γοητευτικός άντρας. Γιατί λες να διάλεξε για σένα την Ρομφαία;» ρώτησε η Φρόσω αφού τελείωσε την ανάγνωση της εκτύπωσης του μηνύματος που σε περίμενε ένα εικοσιτετράωρο υπομονετικά στην ιστοσελίδα της Ένωσης Ιστορικών Τέχνης για να το διαβάσεις.
«Υποθέτω ότι με δήλωσε με αυτό το ψευδώνυμο στην ιστοσελίδα της Ένωσης που είναι μέλος της για τρεις λόγους. Μάλλον θα έδωσε στην Ένωση τα προσωπικά στοιχεία για ένα θηλυκό συνομιλητή του με το ψευδώνυμο Ρομφαία, ένα ακόμα τέχνασμα για να αισθάνεται ότι με προστατεύει. Η ρομφαία όμως είναι και το όργανο του Aρχάγγελου, ίσως με συσχετίζει έτσι με την ιστορία του καϊκιού του προπάππου μου ή ενδεχομένως να περιμένει ότι θα πέσω κάποια στιγμή σαν τιμωρός σε όλους τους κακούς αυτής της ιστορίας που φαίνεται ότι τον έχει ταλαιπωρήσει πολύ. Ξέρεις όμως, αυτή η επαγγελματική μας διαστροφή να προσπαθούμε συνέχεια να βρούμε τα κρυμμένα μηνύματα πίσω από τα ονόματα και τα μηνύματα που πέφτουν στα χέρια μας, μπορεί να μας αφήσει τελικά κανένα κουσούρι.»
«Εγώ λέω να τον ρωτήσεις την επόμενη φορά που θα συνομιλήσετε στο τσατ αυτής της Ένωσης. Είμαι πολύ περίεργη να μάθω τι ακριβώς είχε στο μυαλό του ο ιστορικός της τέχνης όταν σε βάφτιζε με αυτό το όνομα.»
«Εντάξει θα το κάνω. Αν και με τα τόσα ερωτηματικά που έχουν μαζευτεί μέχρι τώρα θα έχουμε να πούμε πολλά άλλα. Θέλεις να κάνω ανασκόπηση στο τι ξέρουμε και τι δεν ξέρουμε μέχρι τώρα;»
«Όχι» απάντησε «θα προτιμούσα να την κάνουμε αφού κοιτάξουμε πρώτα πίσω από την εικόνα της Ομίχλης που φυλάχτηκε από τους απέναντι για σένα σε εκείνο το ψιλικατζίδικο. Πότε λες να την κάνουμε για Πάτρα, ο καιρός έχει φτιάξει. Μόνο που σκιάζομαι εκείνη τη τρομερή τη μηχανή σου όταν τρέχει πάνω στις δυο της ρόδες με εκατόν πενήντα. Φόβος λες να είναι τώρα αυτό ή φοβία;»

Posted in Γιάννης Χατζηχρήστος, Το φ του φόβου | Leave a Comment »

Κεφ.8 Το ταμείο

Posted by R.K. στο 13/04/2009

ΤΟ ΤΑΜΕΙΟ
16/4/2005, Πάτρα

«Την Στέλλα; Ποια Στέλλα; Ξέρω πολλές Στέλλες. Την Στέλλα κρατάω μαχαίρι, μια άλλη από τα Δολιανά που παράτησε τον άντρα της, επώνυμο δεν ξέρετε;»
«Παπαδημητρίου» είπες.
«Πως λέγεστε κύριε;» ρώτησε ο ιδιοκτήτης του ψιλικατζίδικου κοιτώντας με την άκρη του ματιού του και την κοπέλα που παρακολουθούσε τακτοποιώντας τα γαριδάκια στα ράφια με ένα βλέμμα γεμάτο ανησυχία.
Είπες όνομα, ζήτησε και ταυτότητα, δεν σε ενοχλούσε πλέον αυτή η διαδικασία που πήγαινε να τυποποιηθεί.
«Με συγχωρείτε κύριε Φωτεινέ αλλά έχουμε φοβηθεί πολύ τον τελευταίο καιρό με όλους αυτούς που ψάχνουν την Στέλλα. Ναι, την ξέρουμε την Στέλλα που έμενε απέναντι στο 12, μόνο που δεν την λένε Παπαδημητρίου. Αν την ζητούσατε με το πραγματικό της επώνυμο σαν Στέλλα Χατζή, θα σας λέγαμε ότι έχουμε πει και σε όλους τους άλλους που ρωτούσαν στην γειτονιά τους τελευταίους μήνες για το καλό μας το κορίτσι. Πόσοι πάνε Κάτια από τότε που ήρθαν πρώτα εκείνοι οι δυο με τις χοντρόφατσες και ρωτούσαν;»
«Από πέρσι τον Απρίλη. Μετά ήρθαν κάποιοι άλλοι δυο φορές τον Μάη, μετά εκείνοι οι αγενείς τον Αύγουστο, καταμεσής στην Ολυμπιάδα, που είπαν ότι θα μας έστελναν τον ΣΔΟΕ αν δεν τους λέγαμε που είναι η Στέλλα και κάποιο αρχείο που έψαχναν. Οι τελευταίοι ήταν τον Νοέμβρη» απάντησε η Κάτια με την αλογοουρά και τα καρφάκια στη μύτη όσο έκλεινε βιαστικά τα σκούρα.
«Την γνωρίσαμε απ’ όταν ήρθε από το χωριό της και έπιασε σπίτι απέναντι. Τότε δεν είχαμε το μαγαζί, μας στήριξε πολύ μέχρι να βγούμε από την τρύπα και να ορθοποδήσουμε ψυχολογικά. Στην αρχή είχε δουλειά, μετά τελείωσε το επιδοτούμενο πρόγραμμα και την απέλυσαν όπως και τόσους πολλούς άλλους για να πάρουν σειρά κάποιοι πιο ημέτεροι. Τα έφερνε δύσκολα βόλτα από τότε, τα τελευταία τέσσερα χρόνια όλο στην τρεχάλα την βλέπαμε, άλλοτε να ψάχνει για δουλειά και άλλοτε για να κάνει ψευτοδουλειές του ποδαριού για να την βγάλει. Κρίμα το κορίτσι, κρίμα τα χρόνια που έφαγε στα Πανεπιστήμια.» Ο ψηλός με το τατουάζ με τη κιθάρα στο λαιμό μίλαγε με ένα κόμπο, σαν κάτι να τον γρατζουνούσε κάτω από την κιθάρα.
«Τριάντα πέντε χρονών και να μη μπορεί να στεριώσει τίποτα. Και εμείς περάσαμε μια από τα ίδια, ανοίξαμε όμως αυτό το μαγαζάκι και τα κουτσοβολεύουμε χάρη στη Στέλλα» είπε η Κάτια αγκαλιάζοντας το μπράτσο του.
«Άφησε κάτι για μένα πριν φύγει;» ρώτησες.
Ο ψηλός ψιλικατζής άνοιξε το συρτάρι που κρατούσε την είσπραξη. Στο ταμείο κάτω από την κερματοθήκη φύλαγε ένα φάκελο αλληλογραφίας.
«Έφυγε πριν ένα χρόνο περίπου. Μας χαιρέτησε μια Κυριακή και δεν την ξαναείδαμε από τότε. Τον Σεπτέμβρη λάβαμε αυτό το γράμμα της. Σε αυτό μας έγραφε να δώσουμε τη φωτογραφία που έστελνε μαζί μόνο σε κάποιο Κώστα Φωτεινό που θα την αναζητούσε με το επώνυμο Παπαδημητρίου. Διαφορετικά, γράφει, αν την έβλεπε άλλος αυτή τη φωτογραφία, μπορεί να έμπαινε σε κίνδυνο και αυτή και εμείς. Εκτός από αυτό, έλεγε να μην ανησυχούμε γι’ αυτήν, ότι περνάει καλά και ότι είναι ευτυχισμένη. Με το γράμμα έστειλε και τα τριάντα πέντε ευρώ που είχε αφήσει βερεσέ, καλή της ώρα όπου και να’ ναι. Εσείς την ξέρατε; Σας είπε ότι είχε στείλει σε μας αυτό το γράμμα; Παπαδημητρίου τον έλεγαν εκείνον με το κοντό μαλλί που την πήρε με το 4 επί 4 εκείνη την Κυριακή; Κινδυνεύει;» είπε παραδίδοντάς σου τον φάκελο.
«Όχι» απάντησες συνοπτικά σε όλες τις ερωτήσεις του. «Αλλά πολύ θα ήθελα να την γνωρίσω από κοντά κάποια μέρα» συμπλήρωσες ρίχνοντας μια ματιά στη φωτογραφία της.

H Φρόσω περίμενε στα Ψηλά Αλώνια στη ίδια καφετερία που την είχες αφήσει. Μιλούσε πάλι με τη μάνα της στο κινητό την ώρα που έμπαινες στη σκιά της μουριάς με εκείνο το σκοτεινό σου ύφος.
«Τι έγινε;» ρώτησε κλείνοντας το τηλέφωνο.
Άφησες τον φάκελο πάνω στο τραπέζι.
«Ωραία κοπέλα, μ’ αρέσουν και αυτά που φοράει, τζιν και στράπλες. Έχει φωτογένεια, θα την έλεγες μοντέλο. Κοίτα και το χαμόγελο, μόνο με την ομίχλη δεν μοιάζει» σχολίασε.
«Κοίτα και πίσω από τη φωτογραφία, έχει και άλλο μήνυμα για μένα.»
Έγραφε: Ημερολόγιο καταστρώματος Braundy. Άγιος Ιωάννης, Δήμος Παρελίων.
«Νομίζω ότι έχει αρχίσει να με εκνευρίζει πολύ αυτή η ιστορία που μοιάζει με το παιγνίδι του χαμένου θησαυρού. Άντε τώρα, και άλλο μήνυμα για αποκρυπτογράφηση. Που είναι τώρα αυτός ο Παρελίων, μήπως ξέρεις;» ρώτησες κακόκεφα.
«Η σφραγίδα πάντως είναι του Ταχυδρομείου της Κέρκυρας, το γράμμα στάλθηκε από εκεί στις 30 Σεπτεμβρίου. Για δες και εδώ.»
Κοίταξες πίσω από την εικόνα της Ομίχλης. Ποζάρισε χαμογελώντας γλυκά στον φακό μπροστά στην αυλόπορτα ενός σπιτιού κάτω από το οικόσημό του. Ήταν το ίδιο με εκείνο με τις αλεπούδες που είχε το χάλκινο κλειδί που άφησε ο Πορφύρης στο ΝΕΟΝ. Στην κάτω δεξιά γωνιά της ήταν ψηφιακά τυπωμένη μια ημερομηνία: 29.09.2004.
«Κάποιος πρέπει να κρατούσε την φωτογραφική μηχανή για να βγει αυτή η ψηφιακή φωτογραφία, δεν νομίζεις;» Χαμογελούσε πάλι με τα μάτια θριαμβευτικά.
Ανατρίχιασες.

«Νομίζω ότι ήρθε η ώρα να κάνουμε εκείνη την επισκόπηση». Ρούφηξε από το καλαμάκι μια γερή από τον δεύτερο χυμό πορτοκάλι που παρήγγειλε.
«Συμφωνώ, είναι πολύ ωραία η μέρα, μπορούμε να μείνουμε ακόμα εδώ δυο-τρεις ώρες και να γυρίσουμε στην Αθήνα πριν σκοτεινιάσει» είπες. «Θα ξεκινήσεις εσύ για να βρούμε τι ταμείο έχουμε μέχρι τώρα;»
«Εντάξει. Ας πάρουμε τα γεγονότα που ξέρουμε από την αρχή και ας αφήσουμε τις υποθέσεις γι’ αυτά που δεν ξέρουμε γι’ αργότερα. Ξέρουμε ότι ο Πορφύρης συμμετείχε σε κάποια επιτροπή σοφών της Ένωσης που είχε να κάνει με θέματα προβολής της προληπτικής ιατρικής. Ο Λάσκος σου είπε ότι ο καθηγητής σου του εκμυστηρεύτηκε ότι το περιεχόμενο της δουλειάς του σε αυτή την επιτροπή ήταν απόρρητο. Ξέρουμε ότι μετά την διεύρυνση της LPL με τον Περμούτι, ο Πορφύρης δεχόταν πιέσεις.»
«Όχι, αυτό δεν το ξέρουμε» είπες, «το υποθέτουμε, οι πιέσεις μπορεί να ήταν άσχετες με τον Περμούτι. Αλλά δεν έχει μεγάλη σημασία, συνέχισε.»
«Εντάξει, το υποθέτουμε, έχεις δίκαιο. Ο Πορφύρης, κατά τα λεγόμενα του Λάσκου, την ίδια εποχή ήταν άρρωστος και έκανε θεραπεία για καρκίνο στο στομάχι. Αυτό μπορούμε να το αποδείξουμε μόνο αν μπορέσουμε να βρούμε τον ιατρικό του φάκελο στο νοσοκομείο ή την κλινική που έκανε την θεραπεία του. Ο Πορφύρης για κάποιους λόγους που δεν τους ξέρουμε ακριβώς, αποφάσισε να εξαφανιστεί πέρσι την άνοιξη μαζί με αυτό το κορίτσι. Ξέρουμε ότι μέχρι το τέλος του περασμένου Σεπτέμβρη ήταν ζωντανός»
«Και αυτό δεν το ξέρουμε, αλλά είναι μια πολύ ισχυρή υπόθεση μετά από αυτή την φωτογραφία. Συνέχισε» είπες.
«Πριν τα βροντήξ’ όλα χάμου, και σε αφήσει και σένα σίξυλο, σχεδίασε πολύ καλά τις επόμενες κινήσεις του. Ήξερε ότι θα τον έψαχναν όλες οι αρχές, ίσως για τα μυστικά που λέει ότι έχει στα χέρια του και φοβόταν μην παραπέσουν σε λάθος χέρια.»
«Ναι, αυτό το ήξερε, δεν χωράει πια καμιά αμφιβολία. Αλλά αυτό το ζήτημα θέλει πολύ ανάλυση. Αν τα μυστικά που λέει ότι είχε σχετίζονταν με την LPL ή με κάποια άλλη δουλειά που του είχαν αναθέσει οι αρχές, τι να είναι αυτό που προσπαθεί να κρύψει από αυτές τις αρχές και θέλει να το βρω μόνο εγώ; Λάθος χέρια είναι οι αρχές; Ή μήπως κάποιες αρχές δεν θέλουν να βγουν στο φως πράγματα που έχουν στα χέρια τους κάποιες άλλες αρχές; Δεν ξέρουμε καν ποιες είναι αυτές οι αρχές αλλά είμαι σχεδόν βέβαιος ότι εμπλέκονται πολλές, θα σου πω μετά για το πόσες πέρασαν από το ψιλικατζίδικο των παιδιών ψάχνοντας τον Πορφύρη. Και η κάθε μια τους έψαξε ανεξάρτητα από τις άλλες να βρει την Στέλλα για να φτάσουν στον Πορφύρη, άρα ότι ψάχνουν ίσως να ενδιαφέρει πολλούς. Ξέρουμε ότι δεν την είχαν εντοπίσει μέχρι τον Νοέμβρη που έκαναν την τελευταία απόπειρα να μάθουν κάτι στη γειτονιά της. Την ίδια περίπου εποχή έπαψαν να στέλνουν και τις αναφορές στον Λάσκο για τα τηλεφωνήματα που έκανε η γυναίκα του απ’ το Κέιπ Τάουν. Έτσι;»
Συμφώνησε. Συνέχισες.
«Απ’ τα δυο μηνύματα που έστειλε στον Λάσκο πριν εξαφανιστεί, φαίνεται ότι είχε καταστρώσει ένα καλό σχέδιο διαφυγής. Στην Τελευταία Πράξη, που δεν ήταν καθόλου η τελευταία του όπως φαίνεται, μας είπε για το κλειδί με το συνθηματικό και το οικόσημο του σπιτιού αυτής της φωτογραφίας με την Στέλλα. Την φωτογραφία την τράβηξε έξι μήνες μετά και την έστειλε στα παιδιά απέναντι, για να μου την παραδώσουν εμένα μετά από ένα χρόνο από την εξαφάνιση του, αφού προηγουμένως μπλέχτηκε και ο Λάσκος για να γίνει τελικά αυτή η συνάντηση στο ψιλικατζίδικο. Έχω την αίσθηση ότι παίζει αριστοτεχνικά με τον χρόνο και σκηνοθετεί τις κινήσεις μας έχοντας προβλέψει τις αντιδράσεις τόσων σαν να είναι σκηνοθέτης-μεγαλοφυΐα του βωβού κινηματογράφου. Συμφωνείς;»
«Ναι, φρόντισε πολύ προσεκτικά να την κρύψει αυτή την φωτογραφία μέχρι να φτάσει στα χέρια σου. Το κλειδί με το οικόσημο το άφησε στο ΝΕΟΝ. Αν το εύρισκε κάποιος τυχαία δεν θα μπορούσε να ξέρει ποια κλειδαριά ανοίγει. Την κλειδαριά την φωτογράφησε και την έστειλε στους φίλους της Στέλλας με την οδηγία να την παραδώσουν μόνο σε αυτόν που θα ήξερε το συνθηματικό Παπαδημητρίου. Μόνο εσύ θα μπορούσες να τα βρεις όλα αυτά, μιας και μόνο εσύ μπορούσες να καταλάβεις το μέρος που είχε κρυμμένο το κλειδί από εκείνο το τραγούδι και να δεις την συνομιλία τους στο ίντερνετ. Τώρα μας καλεί να πάμε σε αυτό το σπίτι που πρέπει να βρίσκεται κάπου στην Κέρκυρα. Και να δεις που εκεί θα μας εξηγηθούν πολλά. Μόνο έχω μια απορία, κάτι δεν μου κολλάει» είπε. «Άρχισαν να τρέχουν να βρουν τον Πορφύρη μόνο μετά που εξαφανίστηκε, έτσι; Τότε πότε έμαθαν για την Στέλλα και που μένει;»
«Ή τον παρακολουθούσαν πριν εξαφανιστεί ή…»
« Ή την εντόπισαν που μένει μετά από την εξαφάνιση τους από τις κλήσεις που θα είχε κάνει από το κινητό της στα τηλέφωνα του Πορφύρη και που τις βρήκαν όταν άρχισαν να τον ψάχνουν. Ξέρω πως γίνεται αυτό, μου το είχε εξηγήσει ο πρώην μου που δούλευε σε εταιρία κινητής τηλεφωνίας. Πιάνουν τα σήματα από το τηλέφωνο προς τις κεραίες, τα φυλάνε και τα αναλύουν με κάτι που λένε «τριγωνισμό». Έτσι μπορούν να βρουν ανά πάσα στιγμή την θέση του κινητού με ακρίβεια δέκα μέτρων. Αλλά δεν νομίζω ότι παρακολουθούσαν τον Πορφύρη πριν εξαφανιστεί. Και αν τον παρακολουθούσαν, δεν θα έφταναν και στις συνομιλίες του στα τσατ του ίντερνετ απ’ όπου φαίνεται ότι επικοινωνούσε κυρίως με τη Στέλλα. Μπορεί να άκουγαν και να κατέγραφαν από παλιά τις συνομιλίες του στο τηλέφωνό, όπως κάνανε και με τον Λάσκο μετά. Έτσι μπορεί να ήξεραν το όνομα της Στέλλα Χατζή, αυτό ναι. Το πιο πιθανό είναι ότι σύνδεσαν το πραγματικό όνομά της με τον εντοπισμό του σπιτιού της που έκαναν μετά. Ή κάποια στιγμή μπορεί να είχε αναφέρει την διεύθυνσή της στον Πορφύρη από το κινητό της. Όμως ούτε ο πρώτος ούτε ο τελευταίος καθηγητής ήταν σε απόρρητες επιτροπές, σιγά μη τους παρακολουθούν όλους τόσο πολύ ώστε να φτάνουν να παρακολουθούν και τα ραντεβουδάκια τους στα τσατ του ίντερνετ, θα είχανε φαλιρίσει. Έτσι το ψεύτικο όνομα Παπαδημητρίου που έγραφε στο κουδούνι δεν θα ήταν εύκολο να το ξέρουν πριν από την εξαφάνιση του Πορφύρη» δήλωσε κάνοντας την τελική σούμα.
Σκεφτόσουν τις παρακολουθήσεις των τηλεφώνων όσων σχετίζονταν άμεσα με τον Πορφύρη και πριν από την εξαφάνισή τους, άρα και του δικού σου. Δεν θα είχαν απολύτως κανένα λόγο να τις διακόψουν μετά από την εξαφάνιση του Πορφύρη, το αντίθετο μάλιστα. Μένατε σκεπτικοί και οι δυο να παρακολουθείτε τα πιτσιρίκια που έπαιζαν δίτερμα στο γκαζόν της πλατείας φωνάζοντας το ένα το άλλο «εδώ τη μπάλα ρε μινάρα, δώσε πάσα ρε μινάρα». Κάτι έλαμψε μέσα σου, η βρισιά σε έκανε να πεταχτείς σαν ελατήριο από το κάθισμα.
«Κάπου άκουσα ότι στην Κέρκυρα γίνεται το πιο όμορφο Πάσχα. Σήκω, έχουμε να κάνουμε ψώνια, τα μαγαζιά σήμερα κλείνουν στις έξι και δεν έχουμε πάρει μαζί μας ούτε δεύτερο εσώρουχο» της είπες. «Έχει μονάδες το καρτοκινητό σου;»

Έβγαλες δύο εισιτήρια για Βενετία με καμπίνα πρώτης θέσης στα ονόματα που έγραφαν οι ταυτότητές σας. Πιο δίπλα έκοβαν εισιτήρια της γραμμής Πάτρα- Κέρκυρα- Αγκόνα. Έβγαλες και άλλα δυο για Κέρκυρα σε δίκλινη καμπίνα στα ονόματα Πέτρος και Ουρανία Κουρή και ένα για τη μηχανή με το άλλο πλοίο που θα έφευγε τα μεσάνυχτα. Δεν ζήτησαν ταυτότητες, ήταν διαδρομή εσωτερικού, για την μηχανή είπες τα γράμματα με άλλη σειρά.
Έξω από το λιμάνι της Πάτρας είχε στηθεί ένας καταυλισμός με χαρτόκουτα από τους Κούρδους που προσπαθούσαν να τρυπώσουν σε κάποιο φορτηγό που έφευγε για Ιταλία αφού ξεφύγουν από τους λιμενικούς που καραδοκούσαν. Ένα νέο ζευγάρι, είκοσι με εικοσιδυό χρονών παιδιά θα ήταν, κάθονταν κάτω απ’ τον ήλιο στο περβάζι του πεζοδρομίου μπροστά από ένα χάρτινο σπίτι ντυμένο με νάυλον κρατώντας ο ένας το χέρι του άλλου. Περίμεναν απελπισμένα να γίνει κάποιο θαύμα για να μπορέσουν να ταξιδέψουν. Πλησίασες, έδωσες τα δύο εισιτήρια για την Βενετία, τα κινητά σας τηλέφωνα και διακόσια ευρώ στο αγόρι που σε κοιτούσε με ορθάνοιχτα τα μάτια.
«Προλαβαίνετε, πάρε το κορίτσι σου και τρέχα» είπες δείχνοντας του με νοήματα το καράβι που ετοιμαζόταν να λύσει. Σιγουρεύτηκες ότι τους άφησαν να μπουν, είχαν γνήσια εισιτήρια πρώτης θέσης άρα ήταν υπεράνω πάσης υποψίας ότι το σκούρο χρώμα του δέρματος τους ήταν επειδή προσπαθούσαν να βρουν στον ήλιο μοίρα.
Την επόμενη τα ξημερώματα στο λιμάνι της Κέρκυρας έψαχνες με την Φρόσω να βρεις στον χάρτη του νησιού κατά που πέφτει ο Άγιος Ιωάννης του Δήμου Παρελίων.

Δεν ήταν δυνατό να γνωρίζεις τότε ότι την ίδια εκείνη ώρα, ο Σταθμός 6 στο Κέντρο Συντονισμού για την υπόθεση 47.Α που έπαιρνε άλλες διαστάσεις, ανέφερε με ένα μήνυμα όπως αυτό:

Προς Σταθμό Συντονισμού
Υπόθεση 47.Α ΑΠΟΡΡΗΤΟΝ.
17/4/05 08:20

Αναφέρω τηλεφωνικές κλίσεις την 16/4/05 των Στόχων 7 και 11 από σημείο εκατό μέτρων πλησίον κατοικίας της Στόχου 3 εις Πάτραν. Κατόπιν τούτου αυτομάτως χαρακτηρίστηκαν σε επίπεδο παρακολούθησης Κόκκινο1 σύμφωνα με πάγια διαταγή Σ.209/7.4.04. Μετά την αλλαγή χαρακτηρισμού παρακολούθησής τους, εντοπίστηκαν στις 12:15 σήματα κινητού τηλεφώνου του Στόχου 7 ο οποίος παρέμεινε επί εικοσάλεπτο σε απόσταση είκοσι μέτρων από την κατοικία του Στόχου 3.
Ακολούθως στις 16:36 ο Στόχος 7 διενήργησε ανάληψη 4.000 ευρώ από τον λογαριασμό του 131.006.007896 από αυτόματο μηχάνημα συναλλαγών της Αγροτικής Τραπέζης Λιμένος Πατρών. Στις 17:12 αγοράστηκαν στα ονόματα των Στόχων 7 και 11 εισιτήρια πρώτης θέσης για το οχηματαγωγό Κρήτη IV που απέπλευσε σήμερον στις 18:00 προς Βενετία Ιταλίας μέσω Ηγουμενίτσας.
Οι σύνδεσμοί μας στους σταθμούς αναφοράς ΠΑΝΘΕΟΝ και ΤΟΜ ανέφεραν συνεχώς και ανεξαρτήτως κίνηση σημάτων των στόχων 7 και 11 στην θαλάσσια περιοχή Δυτικής Ελλάδος και ανοικτά των Αλβανικών ακτών με κατεύθυνση βόρεια προς Ιταλία μέχρι της στιγμής απώλειας σύνδεσης μαζί τους. Οι θέσεις των σημάτων αυτών συμπίπτουν συνεχώς και απολύτως με το στίγμα του Ο/Γ ΚρήτηIV όπως μας τα μετέδωσε σύνδεσμός μας στο VTMIS Λιμενικού Σώματος.
Ο ΠΑΝΘΕΟΝ ανέφερε ότι από το τηλέφωνο του Στόχου 11 έγιναν τρεις κλήσεις προς Ουλαμπακίρ Τουρκίας μεταξύ 00:45 και 01:10 σήμερον όταν το πλοίο έπλεε εκτός ελληνικών χωρικών υδάτων. Παρακαλούμε μεριμνήσατε για ανίχνευση των αριθμών περιοχής Ουλαμπακίρ 654798, 689406 και 823475 και τη διερεύνηση πιθανής διασύνδεσης των κατόχων τους με πυρήνες τρομοκρατικών ή άλλων οργανώσεων.
Παρακαλούμε ακόμη όπως μεριμνήσετε για μεταφορά του ελέγχου των Στόχων 7 και 11 σε επίπεδο Κόκκινο1 προς Σταθμούς Giocoso. Επισημάνατε σπουδαιότητα υπόθεσης και ζητήσατε αναφορά τους για επιβεβαίωση της αποβίβασης τους εις Βενετία. Ειδικώς στην περίπτωση που οι Στόχοι 7 και 11 εντοπιστούν πλησίον εκκλησιών ή μονών Αγίου Ρόκκου ή στην περίπτωση συνάντησής τους με άλλους ενεργούς Στόχους υποθέσεως 47.Α όλοι οι εμπλεκόμενοι Στόχοι να χαρακτηρίζονται αμέσως σε επίπεδο Κόκκινο3 οπότε και επιβάλλεται η ανάληψη άμεσης κοινής δράσης Σταθμών Giocoso με τον Σταθμό μας. Έναρξη αναφορών Giocoso προς Σταθμό σας σχετικών με υπόθεση 47.Α. από την επιβεβαίωση λήψεως του παρόντος σήματος μας.
Ο Σταθμός 6, σύμφωνα με Κανονισμό, θα παραμείνει ανενεργός λόγω έλλειψης ενεργών Στόχων υποθέσεως 47.Α στην περιοχή ευθύνης του και μέχρι λήψης νεότερου σήματος σας για επαναενεργοποίησή του. Το ταμείο εξόδων του Σταθμού μας θα παραδοθεί εις Σταθμόν Αναφοράς με νεότερο σήμα μας εντός της σήμερον.

Posted in Γιάννης Χατζηχρήστος, Το φ του φόβου | Leave a Comment »

Κεφ.9 Ημερολόγιο Καταστρώματος

Posted by R.K. στο 13/04/2009

ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΚΑΤΑΣΤΡΩΜΑΤΟΣ
17/4/2005, Κέρκυρα

«Α, την βίλα Μπενεφιτσέντζα ψάχνετε. Πως, πως, την ξέρω. Στο δεύτερο δρόμο θα κάνετε δεξιά, μετά από διακόσια μέτρα θα δείτε τον νερόμυλο. Εκεί έχει ένα δρόμο που πάει λοξά προς την Αλεπού, έχει πινακίδα. Πάρτε αυτό το σοκάκι και μετά από εκατό μέτρα θα την δείτε, έχει ένα φράχτη με κυπαρίσσια. Το πορτόνι του είναι αυτό στη φωτογραφία.»
Η γιαγιά που γύριζε από την εκκλησία ντυμένη με τα καλά της ρούχα κρατώντας τα αντίδωρα σε μια χαρτοπετσέτα, κοιτούσε καχύποπτα μια τη μηχανή και μια τη φωτογραφία. Έκανε το σταυρό της την στιγμή που την ευχαριστούσες για την πληροφορία. Σου φάνηκε σαν να προσπαθούσε να εξορκίσει κάποιο κακό.
Το πορτόνι με το οικόσημο ήταν ξεκλείδωτο, έσπρωξες και άνοιξε. Ένα πυκνό δάσος από κυπαρίσσια, λεμονιές και ελιές άφηνε τον ήλιο να περάσει μόνο στον καλοπατημένο χωματόδρομο που έδειχνε φωτεινά μια πορεία. Την ακολουθήσατε πάνω στη μηχανή. Μετά από εκατό πενήντα μέτρα ήταν ένα υποστατικό. Πάπιες, χήνες και κότες έβοσκαν στο γρασίδι δίπλα στο ποταμάκι. Μετά τη γέφυρα ο δρόμος έκανε διχάλα, σταμάτησες τη μηχανή πάνω στο πέτρινο γεφυράκι. Ένας κοντός γεροδεμένος, γύρω στα εξήντα εμφανίστηκε μέσα από μια πόρτα του υποστατικού που άνοιξε στο άκουσμα της μηχανής. Η κυρά του που φορούσε την ποδιά της κουζίνας, παρατηρούσε από μέσα. Αυτός κινήθηκε προς το γεφυράκι με μεγάλες δρασκελιές.
«Για πού το βάλατε παιδιά;» ρώτησε.
«Εδώ είναι το σπίτι που μένει ο καθηγητής Σπύρος Πορφύρης; Είμαι συνεργάτης του στο Πανεπιστήμιο» δήλωσες. Ο ενεστώτας προσδιόριζε την κρυμμένη σου ελπίδα στο υποσυνείδητο.
«Πως λέγεστε;» ρώτησε κοφτά.
Το ήξερες πλέον το ποίημα, είπες όνομα, επώνυμο και έδωσες την ταυτότητα για έλεγχο ταυτοπροσωπίας πριν στην ζητήσει. Φαίνεται ότι αυτό δεν αρκούσε.
«Δεν μπορώ να σας αφήσω να προχωρήσετε στο σπίτι, δεν έχω το κλειδί του» είπε.
«Το έχουμε εμείς, μας το έχει αφήσει ο καθηγητής» είπε η Φρόσω δείχνοντάς του το χαλκοπράσινο με το οικόσημο.
Πήρε το κλειδί στα χέρια του και το εξέτασε εξονυχιστικά. Έδειξε να αρχίζει να χαλαρώνει.
«Σας περιμέναμε» είπε «μόνο που περίμενα να είστε μόνος κύριε Κώστα. Η κοπέλα;»
«Η κυρία Φρόσω Δρόσου, συνεργάτης και αυτή του καθηγητή στο Πανεπιστήμιο, δουλεύουμε μαζί. Το όνομά σας;» ρώτησες.
«Φώτης Παγκράτης. Είμαι ο επιστάτης και φύλακας του κτήματος. Τη γυναίκα μου τη λένε Μαρίνα, ζούμε εδώ μαζί σαράντα χρόνια.»
«Ο καθηγητής και η Στέλλα είναι στο σπίτι;» ρώτησες.
«Γνωρίζεις και την Στελλίνα;» χαμογελούσε πλέον τελείως χαλαρωμένος. «Όχι, λείπουν και οι δύο. Πριν φύγουν όμως μου είπαν ότι θα ερχόσουν κάποια μέρα μετά το τέλος Μαρτίου και να σε βοηθήσω σε ότι χρειαστείς στο σπίτι. Μου είπε ακόμα να σε αφήσω να μπεις σε αυτό μόνο αν είχες μαζί σου αυτό το κλειδί. Δεν ανοίγει πια καμιά κλειδαριά, είναι κειμήλιο. Να πω της Μαρίνας να φτιάξει καφεδάκια; Το σπίτι είναι έτοιμο, σε περιμένει εδώ και μέρες, θα σας οδηγήσω εγώ.»
Καθίσατε στο κτιστό τραπέζι κάτω από την κρεβατίνα που άρχισε να φτιάχνει τα πρώτα της κληματόφυλλα. Δεν ακουγόταν τίποτα από έξω απ’ το κτήμα, οι μόνοι ήχοι που έφταναν εδώ ήταν από τα πουλερικά και το νερό στο ποταμάκι. Άναψε άφιλτρο τσιγάρο αμίλητος. Η κυρία Μαρίνα έφερε τους καφέδες και γλυκό κουμ-κουάτ. Κάθισε απέναντι από την Φρόσω και την κοιτούσε διερευνητικά.
«Όμορφο κτήμα» της είπες.
«Αχ και που να το’ βλεπες στα καλά του γιέ μου. Γεράσαμε πια και εγώ και ο Φώτης μου, έφυγε η κόρη για τη πόλη, τι να σου κάνουμε δυο χέρια. Ο Φώτης τα μαστορέματα, εγώ τα πουλιά και το μποστάνι. Δόξα το Θεό όμως, δε λέω. Είσαστε παντρεμένοι;» ρώτησε με αφοπλιστική ειλικρίνεια ή σαν αυτή η ερώτηση να είναι ότι το πιο φυσικό να ρωτηθεί σε αυτό τον τόπο όταν ένα κορίτσι είναι με ένα αγόρι.
«Είμαστε μικροί κυρία Μαρίνα» απάντησε η Φρόσω. «Ακόμα μαθαίνουμε γράμματα στα θρανία.»
«Βρε δεν τα’ αφήνετε αυτά λέω εγώ. Τα ίδια μου λέει και εκείνη η δική μου η βουρλισμένη που τρέχει όλο με τα καλλιτεχνικά, άντε πότε θα δούμε και ‘μεις κανένα εγγόνι. Η μάνα σου δεν σε έχει τσουρομαδίσει ακόμα με αυτά που λες;» Χαμογελούσαν και οι δυο. Πήρε τον λόγο ο επιστάτης αφού έσβησε το τσιγάρο.
«Το κτήμα αυτό και το σπίτι του έχουν πολύ μεγάλη ιστορία που φτάνει πολύ πιο πίσω από την χρονολογία που γράφει σε αυτό το κλειδί του. Το έφτιαξαν δυο αδέρφια από την Πάντοβα γύρω στο 1670, ο Τζιάκομο και ο Τζιοβάνι Βόλπε που ήταν έμποροι κρασιού και είχαν και δικά τους πλοία. Το επώνυμό τους πάει να πει αλεπού. Αγόρασαν από την Βενετσιάνικη διοίκηση του νησιού όλη την γύρω περιοχή και έχτισαν το σπίτι που θα μείνετε. Εδώ θα μείνετε, έτσι; Έβαλαν για οικόσημο του τις δυο αλεπούδες που είδατε σε αυτό το κλειδί και ρίζωσαν. Οι απόγονοι των Βόλπε δωρίσαν το 1782 το σπίτι και το κτήμα στη Μεγάλη Στοά της Βερόνα. Αυτοί ίδρυσαν εδώ την Μπενεφιτσέντζα, μια οργάνωση κάτι σαν τους τέκτονες, απ’ όπου πήρε και το όνομά του το κτήμα. Τότε έγινε η προέκταση στο σπίτι, έχτισαν το υποστατικό και έβαλαν και αυτό το όνομα στην κορδέλα στο οικόσημο. Λένε ότι εκείνη την εποχή δούλευαν διακόσια άτομα στο κτήμα και στο σπίτι, είχε γίνει το κέντρο του νησιού.»
«Είδαμε μια γριά κυρία να σταυροκοπιέται όταν την ρωτήσαμε τον δρόμο. Από τότε λέτε να της έμεινε;» ρώτησε η Φρόσω.
«Δεν μπορούσε να μπει κανείς τότε εύκολα στο κτήμα, ήταν απαγορευμένη περιοχή για τους ντόπιους και του μη μυημένους. Τότε φτιάχτηκε η περίφραξη και φυτεύτηκαν και τα κυπαρίσσια που ορίζουν το κτήμα περιμετρικά και το κάνουν απρόσιτο ακόμα και με το βλέμμα. Δέκα εφτά χιλιάδες κυπαρίσσια φύτεψαν πίσω από τον φράχτη γύρω από το κτήμα, σήμερα υπάρχουν περίπου τα μισά. Έβλεπαν οι χωριάτες να φτάνουν συνέχεια οι άμαξες με τους διοικητές του νησιού και την υψηλή κοινωνία της εποχής, κυκλοφόρησαν φήμες ότι εδώ μέσα έκαναν τελετές και συμβούλια για να κρατάνε τους δικούς μας σκλάβους, έμεινε από τότε στον χώρο αυτόν η ρετσινιά. Και ‘μας ακόμα μερικοί παλιοί συνεχίζουν να μας λοξοκοιτάνε στον δρόμο. Το 1811, το κτήμα το αγόρασε ο Διονύσιος Ρώμας και το έκανε εξοχικό σπίτι του στη Κέρκυρα. Ο Ρώμας ίδρυσε εδώ, σε αυτό το χώρο, την Γαληνοτάτη Μεγάλη Ανατολή της Ελλάδος, κατ’ Ανατολήν Κερκύρας που λένε ότι συνεργάστηκε με την Φιλική Εταιρεία και το Ελληνικόν Ξενοδοχείον του Καποδίστρια στο Παρίσι. Από αυτή την οργάνωση δημιουργήθηκε αργότερα η Μεγάλη Στοά των τεκτόνων και από αυτήν αργότερα όλες οι άλλες που έχουν γίνει σήμερα τόσες πολλές όσες και οι μουσικές μπάντες της Κέρκυρας. Θυμάμαι ότι κάποια αρχεία του Ρώμα είχαν μείνει εδώ, μέχρι και το 60. Είχα δεν είχα κάνει δυο χρόνια εργάτης τότε στο κτήμα, τα φορτώσαμε μια μέρα σε ένα στρατιωτικό φορτηγό και τα πήραν στην Αθήνα. Λένε ότι είχε ενδιαφερθεί για τα αρχεία αυτά ο ίδιος ο βασιλιάς Παύλος που έρχονταν τα καλοκαίρια στο Μον Ρεπό» Άναψε και άλλο τσιγάρο.
«Έχει στο σπίτι πεντάλφες, νεκροκεφαλές και τέτοια; Εγώ τα φοβάμαι αυτά, δεν μπαίνω μέσα» είπε η Φρόσω.
«Ησύχασε κορίτσι μου, δεν έχει τέτοια πράγματα εδώ. Το 1840 αγόρασε το κτήμα και το σπίτι ο Σπυρέτος Δελακούρας που ήταν μεγάλος έμπορος ξυλείας και από τότε ανήκει στην οικογένειά του. Ο Δελακούρας εκείνη την εποχή αγόραζε ξυλεία από τους Άγγλους, από εκείνη που έβγαζαν από τα πολεμικά πλοία του στόλου της Μεσογείου που τα διαλύανε στην Μάλτα και την πουλούσε εδώ και στα άλλα Επτάνησα. Όλα τα σπίτια και τα έπιπλα στα αρχοντικά της παλιάς πόλης είναι φτιαγμένα με τα μαόνια και το τικ από τα πλοία που κάποτε έπλεαν με τον στόλο που ναυλοχούσε στη Κέρκυρα, από τα καράβια που πήραν μέρος στην ναυμαχία του Ναυαρίνου. Όταν λέμε εδώ στην Κέρκυρα ότι καθόμαστε πάνω στην ιστορία το εννοούμε κυριολεκτικά. Ας πούμε, αυτές οι καρέκλες που καθόσαστε τώρα είναι από εκείνη την εποχή. Η τελευταία Δελακούρα, η Δέσποινα Δελακούρα -Θεός σχωρέστην, πέθανε πριν οκτώ χρόνια. Ο Σπύρος ο καθηγητής σου, ήταν ο αγαπημένος της βαφτισιμιός και μακρινός της συγγενής, ερχόταν πάντα συχνά και την έβλεπε μέχρι τα τελευταία της. Μετά που πέθανε η νονά του τον βλέπαμε πολύ σπάνια, ποτέ δεν έμενε περισσότερο από μια δυο ώρες. Τον ξαναείδαμε πάλι πέρσι τέτοια εποχή που ήρθε με την Στέλλα και έμειναν μέχρι τον περασμένο Νοέμβρη.»
Η μικρή διακοπή που για να ανάψει τσιγάρο έδωσε την αφορμή για να συνεχίσες η Μαρίνα λέγοντας:
«Τον θυμάμαι μικρό με την αδελφή του που κυνηγούσε τις κότες και τις πάπιες στο ποτάμι, μας είχαν ταράξει και το μποστάνι, αξέχαστα καλοκαίρια. Που τον έχανες που τον έβρισκες τότε, μαζί με την αδελφή του κάθε μεσημέρι το ‘σκαγαν από το σπίτι και ρήμαζαν τις μουριές, ο Σπύρος στα άσπρα μούρα, η αδελφή του στα μαύρα. Τα μαύρα προτιμούσε και ο Σπύρος αλλά δεν ήθελε να προδοθεί από τους λεκέδες στα ρούχα του και τις αρπάξει από την μάνα τους το απόγευμα. Δεν είχε παιδιά ή άλλους συγγενείς η κυρά, το κτήμα και το σπίτι το έγραψε στο Σπύρο και την αδελφή του. Σε μας άφησε αυτό το υποστατικό, το μποστάνι πιο κάτω και δώδεκα στρέμματα, ας είναι καλά. Θα μείνετε για φαγητό. Ετοιμάζω μπακαλιάρο βουτύρου, δεν θα έχετε φάει κάτι παρόμοιο. Βενετσιάνικη συνταγή από τη γιαγιά μου που την έμαθε απ’ τη δική της. Το έμαθε να το φτιάχνει και η Στελλίνα, χρυσό κορίτσι» είπε γεμάτη περηφάνια η κυρα-Μαρίνα αφού ήταν και η ίδια μέρος της ιστορίας. Είπατε να κάτσετε να δοκιμάσετε και γεύσεις από την ιστορία.

Το σπίτι ήταν στο τέλος του χωματόδρομου δεξιά από το γεφυράκι, κάπου τετρακόσια μέτρα μακριά από το υποστατικό του Φώτη. Καταπληκτική Βενετσιάνικη κατασκευή με χοντρούς πέτρινους τοίχους και κεραμίδια, βαμμένο στο χρώμα της τερακότα. Το μισό το κάλυπτε ένας τεράστιος κισσός που άφηνε χώρο να αναπνεύσουν μόνο τα παράθυρα του πάνω ορόφου. Η γύρω φύση έπνιγε το σπίτι μέσα σε ένα πράσινο κλοιό που πιο πράσινο του δεν είχες ξαναδεί ποτέ. Απ’ έξω έδειχνε καλά συντηρημένο. Μια σκάλα οδηγούσε στον πάνω όροφο από τον Νότο, υπήρχε και μια είσοδος από την ανατολική του πλευρά που οδηγούσε κατευθείαν στον κάτω όροφο του σπιτιού που πρέπει να ήταν η προέκταση της αρχικής οικοδομής. Στο κεφαλόσκαλο το οικόσημο με τις αλεπούδες σε υποδέχονταν πάνω σε ένα φίνο ψηφιδωτό. Πάνω από την πόρτα της εισόδου η μαρμάρινη εκδοχή του με τις προσθήκες των ιδρυτών της Αγαθοεργίας. Ο Φώτης έβγαλε μια μεγάλη αρμάθα με κλειδιά, άνοιξε και μας πέρασε στο εσωτερικό του πάνω ορόφου. Άνοιξε τα σκούρα, το φως όρμισε απότομα να καταλάβει τον χώρο που έδειχνε πεντακάθαρος. Στο σαλόνι δέσποζε ένα μαρμάρινο τζάκι, σε όλο τον άλλο χώρο κυριαρχούσε το ξύλο. Μαόνι πάτωμα με εκείνη την πατίνα του χρόνου που του έδινε μια πρόσθετη γοητεία, ξυλόγλυπτο ταβάνι, βαριά έπιπλα παντού, κάποια καλυμμένα με καλόγουστες στόφες. Αριστερά η βιβλιοθήκη γεμάτη παλιά βιβλία και ένα πολύ σύγχρονο ηχοσύστημα. Σε όλους τους τοίχους λάδια και γκραβούρες από παλιά ιστιοφόρα, όλα με το όνομα του σκαριού που απεικόνιζαν και δυο χρονολογίες. Μάλλον της καθέλκυσης και της διάλυσής του. Δεξιά η τραπεζαρία και η βιτρίνα με τα παλιά κρύσταλλα.
«Η κουζίνα είναι στον κάτω όροφο, εκεί είναι και τα υπνοδωμάτια και το μπάνιο. Ακολουθήστε με, προσοχή μόνο μη χτυπήσετε το κεφάλι σας κατεβαίνοντας την σκάλα, φαίνεται ότι ψηλώσαμε πολύ τους τελευταίους πέντε αιώνες». Έσκυψε, αν και δεν ξεπερνούσε το μπόι του το ένα και εξήντα, περνούσε άνετα και όρθιος.
«Έχω την εντύπωση ότι απ’ έξω το σπίτι δείχνει πιο μεγάλο από την αίσθηση που δημιουργεί το εσωτερικό του» παρατήρησες.
Χαμογέλασε. «Πεντάλφες όπως βλέπεις κοπέλα μου δεν έχει. Θα σας ανάψω το καλοριφέρ και τον θερμοσίφωνα, δεν σας περιμέναμε σήμερα. Τα κρεβάτια είναι στρωμένα, αν θέλετε κι’ άλλα σκεπάσματα έχει στις ντουλάπες. Στο ψυγείο έχει εμφιαλωμένο νερό, αν χρειαστείτε και άλλο έχει στα ντουλάπια, της βρύσης δεν το πίνουμε στην Κέρκυρα. Αν χρειαστείτε τίποτε άλλο, καλέστε το 11 στο τηλέφωνο, με το 9 παίρνετε εξωτερική γραμμή. Αφήνω ένα ζευγάρι κλειδιά για τις εξώπορτες. Άντε καλή ξεκούραση.»
Άνοιξες το ηχοσύστημα. Ο χώρος γέμισε με το Ένας Αμερικανός στο Παρίσι του Γκέρσουιν, το ξεχασμένο CD θα ήταν μάλλον το τελευταίο που άκουγε ο Πορφύρης πριν την δεύτερη αναχώρησή του. Έβαλες ένα ποτό και βγήκες στο μπαλκόνι της εισόδου να θαυμάσεις την θέα προς την θάλασσα ανάμεσα στο πράσινο της εξοχής.
«Πως το είπε εκείνο το καράβι Μπράουντυ ή Μπρούντυ; Για δες εδώ, κάποιος έκανε συλλογή από ημερολόγια καραβιών» ρώτησε η Φρόσω που εξερευνούσε το εσωτερικό του σπιτιού.
Καμιά σαρανταριά χοντρά δερματόδετα ναυτικά ημερολόγια έπιαναν δυο ράφια στην βιβλιοθήκη. Άλλα από παλιά καράβια του εμπορικού και άλλα του πολεμικού ναυτικού της Αγγλίας, η θέση τους θα έπρεπε να ήταν κανονικά σε κάποιο μουσείο του Αγγλικού Ναυαρχείου. Ο συλλέκτης τους θα έπρεπε να είχε ξοδέψει μια περιουσία για να τα μαζέψει σε δημοπρασίες.
Τράβηξες από την βιβλιοθήκη το ημερολόγιο καταστρώματος 1852-54 της φρεγάτας Μπράουντυ. Η ελαιογραφία του δέσποζε πάνω από την τραπεζαρία. Ημερομηνία καθέλκυσης 1802, διάλυσης 1854, το τελευταίο του ημερολόγιο του ήταν αυτό. Μάλλον ο Σπυρέτος Δελακούρας είχε εξασφαλίσει με κάποιο τρόπο και τα τελευταία ημερολόγια των πλοίων μαζί με την ξυλεία τους που αγόραζε στην Μάλτα. Άνοιξες περίεργος για να ξεφυλλίσεις τις τελευταίες ώρες του περήφανου σκαριού. Εκεί έκαναν τους υπολογισμούς της ξυλείας και ανέφεραν το όνομα του εμπόρου που θα την αγόραζε μετά την διάλυσή του. Στην τελευταία σελίδα του γραμμένου με καλλιγραφικά γράμματα ημερολογίου, στη σελίδα που κατέγραφε τις τελευταίες στιγμές του Μπραόυντυ που ανέφερε πίσω από τη φωτογραφία της Στέλλας, σε περίμενε υπομονετικά ένα φύλλο με μια ιδιόχειρη επιστολή του Πορφύρη. Έγραφε:

Αγαπητέ φίλε Κώστα,

Είναι αλήθεια ότι δεν σε αποκάλεσα τα χρόνια που συνεργαστήκαμε ποτέ έτσι, φίλο μου, και έχω ειλικρινά μετανιώσει για αυτό. Εφ’ όσον διαβάζεις αυτό το γράμμα μου, θα καταλαβαίνεις ότι δεν έχω μετανιώσει που σε επέλεξα για συνεργάτη μου, μιας και αυτή σου η ανάγνωση και μόνο αποδεικνύει ότι έχεις τις ικανότητες αλλά και το ψυχικό σθένος που απαιτείται για να ολοκληρώσεις αυτό που δυστυχώς εγώ δεν είμαι σε θέση να κάνω.
Είμαι βέβαιος ότι από την στιγμή που ήρθες σε επαφή με τον δάσκαλο και έμπιστο φίλο μου καθηγητή Φαίδωνα Λάσκο μέχρι σήμερα, θα έχεις ταλαιπωρηθεί και προβληματιστεί αρκετά με αυτά που έχεις ήδη ανακαλύψει ή υποψιαστεί για τον ασφυκτικό κλοιό που με ανάγκασε να αναχωρήσω έτσι απροειδοποίητα και χωρίς να αφήσω επαρκείς εξηγήσεις σε κανένα. Όπως σου υποσχέθηκα στο σημείωμα που σου παρέδωσε ο Φαίδων, εδώ, μέσα σε αυτό το σπίτι, θα σου τα αποκαλύψω όλα.
Στον Φώτη αρέσει να διηγείται την ιστορία αυτού του σπιτιού και είμαι βέβαιος ότι θα το έχει κάνει ήδη. Θα σου ανέφερε ήδη για τις τεκτονικές στοές και τα αρχεία τους που κάποτε φυλάσσονταν εδώ προσδίδοντας ενδεχομένως στην διήγησή του κάποια δόση μυστηρίου ή και μελαγχολίας. Μην περιμένεις να βρεις σήμερα σε αυτό το σπίτι κάποια σκοτεινά μυστικά αρχεία που παραπέμπουν σε μυστικά άλλων παλιότερων εποχών, αυτά δεν με ενδιαφέρουν και όπως ξέρω, δεν θα ενδιέφεραν και εσένα.
Εκείνο όμως που δεν σου είπε ο Φώτης είναι ότι το σπίτι αυτό διαθέτει λόγω του παρελθόντος του και ένα μυστικό δωμάτιο. Βρίσκεται πίσω από το τζάκι και τη παρουσία του δεν την ξέρει κανείς, ούτε ο Φώτης. Η είσοδός του ανοίγει με το χάλκινο κλειδί που έχεις ήδη στα χέρια σου. Χρησιμοποίησέ το στην σχισμή ανάμεσα στους έλικες του πρεβαζιού στο τζάκι που δεν είναι συμμετρικοί, στο πλάι από την δεξιά πλευρά. Θα ήθελα να το επισκεφθείς μιας και σε αυτό βρίσκεται όλο το ερευνητικό μου αρχείο, ο υπολογιστής με το προσωπικό μου ημερολόγιο, το ερευνητικό μου ημερολόγιο και όλα τα στοιχεία εκείνα που αποκαλύπτουν το μέγεθος και την σπουδαιότητα όσων ανακάλυψα δουλεύοντας σκληρά τα τελευταία δέκα χρόνια. Θα διευκολυνθείς πολύ να καταλάβεις την όλη υπόθεση αν ακολουθήσεις τις σελίδες του προσωπικού μου ημερολογίου που σου εμπιστεύομαι. Ότι γράφεται εκεί, τεκμηριώνεται από το υπόλοιπο υλικό του αρχείου καθώς και από τα σχετικά συνδεδεμένα ηλεκτρονικά αρχεία στον υπολογιστή. Στους φακέλους του ερευνητικού μου αρχείου, θα βρεις και τα δεδομένα της εξαίρετης δικής σου ερευνητικής εργασίας, σχολιασμένα και επεξεργασμένα από εμένα, μαζί και τις αναλυτικές συμβουλές μου για την κατεύθυνση που πρέπει να πάρει η έρευνά σου στην συνέχεια μέχρι να ολοκληρωθεί.
Στην περίπτωση που θα χρειαστείς το ίντερνετ κατά την παραμονή σου εδώ, o υπολογιστής διαθέτει μια ασφαλή και γρήγορη δορυφορική σύνδεση. Χρησιμοποίησε την, όπως και την τηλεφωνική συσκευή, με σύνεση. Μην ξεχνάς ποτέ ότι μπορεί να βρίσκεσαι ακόμη σε παρακολούθηση από διάφορες υπηρεσίες και συμφέροντα που έχουν σοβαρούς λόγους να μην αποκαλυφθεί ποτέ η αλήθεια, δηλαδή να παραμείνουν όλα όσα ανακάλυψα στην λήθη.
Δεν είναι ο φόβος που με έκανε να αναχωρήσω. Δεν φοβάμαι, ή πιο σωστά, δεν φοβάμαι πια. Όπως θα μάθεις σύντομα, ένα σοβαρό προσωπικό πρόβλημα με αναγκάζει να διαθέτω την κάθε στιγμή που μου απομένει για να ζήσω όλα αυτά που θα ήθελα και τα δικαιούμαι. Εσύ έχεις τον χρόνο μπροστά και όλες τις δυνάμεις σου στο ακέραιο. Αξιοποίησέ τες για να βγάλεις την αλήθεια από την σκιά. Αυτή ήταν και η τελευταία συμβουλή που σου δίνω. Το τι θα κάνεις είναι καθαρά δική σου επιλογή. Όποια και αν είναι αυτή θα την σεβαστώ.

Θα ήθελα πολύ να βρεθούμε πάλι κάποια στιγμή.
29/10/2004
Σπύρος Πορφύρης

Η μυστική πόρτα άνοιξε δίπλα στο τζάκι ακριβώς με τον τρόπο που είχε γράψει,. Πίσω της βρίσκονταν ένα δωμάτιο περίπου στο μισό μέγεθος του σαλονιού. Παράθυρα πουθενά, παντού βιβλιοθήκες με ράφια που αγκομαχούσαν γεμάτα με φακέλους και μπλόκ με σημειώσεις του Πορφύρη. Για να τα μεταφέρει κανείς όλα αυτά θα ήθελε φορτηγό. Στην μέση του δωματίου ένα σκαλιστό γραφείο με τον φορητό υπολογιστή του καθηγητή, μια δερμάτινη πολυθρόνα και ένα περίτεχνο βενετσιάνικο φωτιστικό. Πάνω του κολλημένο ένα κίτρινο αυτοκόλλητο που έγραφε:

Ημερολόγιο καταστρώματος.doc

Άνοιξες τον υπολογιστή και με δυο κλικ μπήκες στον κόσμο του Πορφύρη.

Posted in Γιάννης Χατζηχρήστος, Το φ του φόβου | 1 Comment »

Κεφ.10 Τολμώντας για το αδύνατο

Posted by R.K. στο 13/04/2009

ΤΟΛΜΩΝΤΑΣ ΓΙΑ ΤΟ ΑΔΥΝΑΤΟ
1/8/2003 Καλογρέζα- Καλαμάκι

Για τους λόγους που θα εξηγήσω πιο κάτω, αποφάσισα σε αυτό εδώ το αρχείο θα καταγράφω σκέψεις μου και κάποια συμβάντα που θα τα θεωρώ σημαντικά ή υπεύθυνα για την πρόκληση των προηγούμενων. Και όπως σε κάθε τυπικό ημερολόγιο, ας ξεκινήσω με τα συμβάντα της σημερινής ημέρας, αυτά που έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στην απόφασή μου να ξαναγράψω ημερολόγιο.
Ήμασταν από τις τέσσερις και μισή το απόγευμα μαζί, είχαμε να βρεθούμε οι τρεις μας σχεδόν είκοσι χρόνια. Συναντηθήκαμε στην κηδεία στο Δεύτερο Νεκροταφείο στην Ριζούπολη σε ένα πανάθλιο μπαράκι μπροστά σε ένα τραπέζι με άδεια ποτήρια μπύρας. Εκεί γύρω στις δέκα, κάναμε για πρώτη φορά αναφορά στον Βασίλη με το όνομά του, αυτόν που θάψαμε σήμερα εδώ παρακάτω. Κανείς μας δεν είχε τολμήσει τόσες ώρες να μιλήσει για τον Βασίλη ή για τα φοιτητικά μας χρόνια, να πει μια κοινοτυπία, έστω από αυτές που λένε σε τέτοιες περιπτώσεις. Με τα μάτια λες είχαμε συνεννοηθεί να μην μιλήσουμε ούτε για τον κοινό φίλο ούτε για τα κοινά χρόνια, οι ζωντανοί με τους ζωντανούς και οι πεθαμένοι χώρια. Γύρισε η κουβέντα αλλού αμέσως, ρώτησα με τι ασχολούνται.
Ούτε ο Χρήστος ο Τσακ, ούτε ο Όμηρος, που πάλι να πίνουν ανέλπιστα μαζί μου, δεν έκαναν κάτι σχετικό στη ζωή τους με αυτό που υποτίθεται ότι σπούδασαν στην ίδια σχολή μαζί με τον Βασίλη. Ο Βασίλης έκανε τον μαθηματικό τα πρώτα χρόνια μετά το πτυχίο, πριν τα παρατήσει και ασχοληθεί με αυτό που αγαπούσε πάντα, την μουσική. Ήταν ο πρώτος που δεν άντεξε την πίεση από τις σοφές συμβουλές του Φαράκου προς την νεολαία για τα τρίγωνα και τα τετράγωνα, το τι θα ακούμε και πως θα λέμε αυτά που δεν σκεφτόμασταν. Τους τα βρόντηξε κάτω το ογδόντα έξι και δεν ξανάκουσε από τότε ρεμπέτικο, παρόλο που αγαπούσε υπερβολικά τα μπλουζ του νότου. Εγώ τον ακολούθησα το ογδόντα εφτά όταν τέλειωνα το μάστερ στην Αμερική και άκουσα τα μπλουζ για πρώτη φορά. Ο Βασίλης άφησε το φροντιστήριο και άλογο-ουρά, πρόλαβε και άλλαξε τρεις μηχανές, η τελευταία μια γυαλιστερή Χάρλεϋ Φατ μπόυ που τώρα θα έμενε κλειδωμένη στο γκαράζ στο πατρικό του στο Νέο Ηράκλειο. Γύρισε όλο τον κόσμο, έκανε τη διαδρομή του Τσε με μηχανή, γέμισε με εικόνες και ήχους αλλοτινούς και παντρεύτηκε μετά την συμφοιτήτριά του την Νέτα, το άγιο δισκοπότηρο για όλα τα αρσενικά της Φυσικομαθηματικής όπως συνηθίζαμε να λέμε. Φοβερά δύσκολο να βρεις ταίρι τότε σε σχολές όπως η Φυσικομαθηματική και η Πολυτεχνική. Όλο στην Φιλοσοφική και στο δικό μου Τμήμα του Οικονομικού αλητεύανε όλοι και έτσι γνωριστήκαμε. Σε μας η αναλογία αγόρια- κορίτσια ήταν ακριβώς πενήντα-πενήντα. Ποτέ δεν χωρίσαμε με τον Βασίλη, όταν ήθελε να με βρει με έβρισκε, το ίδιο έκανα και εγώ όταν ήθελα να πω κάτι στον κολλητό μου. Έκανε καμιά δεκαριά πετυχημένες παραγωγές δίσκων με καινούργια ροκ γκρουπάκια, παιδιά δεν έκανε γιατί δεν ήταν ακόμα η ώρα του, και μετά αποφάσισε έτσι ξαφνικά και χωρίς να ειδοποιήσει κανένα ότι ήταν ώρα να την κοπανήσει. Καρδιά είπαν οι γιατροί, σιγά μην ήξεραν αυτοί τι καρδιά είχε ο Βασίλης.
Αυτά σκεφτόμουν όση ώρα ο Όμηρος, πετυχημένος ρεπόρτερ του οικονομικού ρεπορτάζ και γνωστό παπαγαλάκι της Σοφοκλέους, προσπαθούσε να πείσει με όλη την δημοσιογραφική εμπειρία που απόκτησε αυτά τα χρόνια τον Χρήστο, τον τρίτο αυτής της ετερόκλιτης παρέας, τον πάλαι ποτέ θεωρητικό και έγκυρο πλέον κριτικό γεύσεων. Ισχυρίζονταν ότι η διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης είχε προκαθοριστεί από τις αποφάσεις του εικοστού συνεδρίου το πενήντα έξι ενώ ο πρώην υπεύθυνος διαφώτισης της Κομματικής Οργάνωσης επιχειρηματολογούσε παράλληλα, χωρίς να ακούει τον άλλο, τα ρίχνει όλα στην πολιτική του Γκορμπατσόφ. Λες και είχαν αφήσει οι δυο τους αυτή την ιδεολογική κόντρα στην μέση από το ογδόντα δύο. Τα ίδια ακριβώς επιχειρήματα έλεγαν τώρα, όπως και τότε. Διαφωνούσαν περισσότερο για να διαφωνούν παρά για να πείσει ο ένας τον άλλο. Με την μόνη διαφορά όμως πως τότε η διαφωνία τους ήταν για το αν ήταν το παλλαϊκό κράτος στάδιο πριν από τον κομμουνισμό ή ο ίδιος ο κομμουνισμός. Δείχνουν με αυτά που λένε, και όχι με αυτά που κάνουν για να ζήσουν, σαν να μην έχουν καταλάβει ότι έχει μεσολαβήσει το ογδόντα εννέα, το ενενήντα ένα και όλες οι άλλες χρονιές που έφεραν τα πάνω κάτω. Δεν θυμάμαι αν τους έκανε παρέα αυτούς τους δυο ο Βασίλης μετά που πήραμε τα πτυχία και χωρίσαμε, δεν μου τους είχε αναφέρει ποτέ όλα αυτά τα χρόνια. Πως πρόλαβαν και έμαθαν για την κηδεία; Ίσως ξετρύπωσε την είδηση εκείνη η αλεπουδόφατσα ο δημοσιογράφος ο Όμηρος από τα κοινωνικά της εφημερίδας του. Και συνηθισμένοι από την παλιά κομματική παράδοση, ήρθαν για το κονιάκ με το κουλουράκι. Αναγούλιασα, θα έφταιγε η μπύρα.
Δέκα και δέκα άναψαν τα φώτα που φωτίζουν τον απέναντι τοίχο του Εσπερινού Γυμνάσιου, ρυθμισμένα μάλλον να ανάβουν την ώρα που σχόλναγε το σχολείο για να φεύγουν οι μαθητές του με ασφάλεια. Ήταν εκεί όλη την ώρα αλλά μόλις τώρα μπορώ να διακρίνω ένα γκράφιτι δουλεμένο από κάποιον με πολύ ταλέντο. Σίγουρα θα ξόδεψε πολλά ο τύπος σε μπογιές για να κάνει το ιδιότυπο κέφι του και τον όγκο του Εσπερινού να δείχνει πιο ανθρώπινος, με κάποιο μέτρο τέλος πάντων. Κάτι ξέρω από χρώματα και την ζωγραφική, όχι όμως γι’ αυτό το είδος ζωγραφικής. Είμαι σίγουρος όμως ότι ο καλλιτέχνης που υπογράφει με ένα Jason, είχε χρησιμοποιήσει ακρυλικά πάνω σε υπόστρωμα που το είχε δουλέψει πριν με λαδομπογιά. Είχε δώσει ο μάγκας όγκο στο γκράφιτι και μια τρίτη διάσταση εκπληκτική. Αυτό που βλέπω είναι ζωγραφική ζωντανή, η λαϊκή ζωγραφική των μετα-βιομηχανικών μεγαλουπόλεων του εικοστού πρώτου αιώνα. Ζωγραφική διαμαρτυρίας που βάλθηκε να καταστρέψει με άμεσο τρόπο κάθε φτηνή αρχιτεκτονική που λέει ότι είναι μοντέρνα ή μεταμοντέρνα στα λόγια αλλά που, χωρίς ψυχή και φαντασία, τελικά δημιουργεί όγκους χειρότερους και από την φασιστική αρχιτεκτονική του Μουσολίνι και ένα ψυχοπλακωτικό σύνολο που δείχνει έκδηλα το αχώνευτο των κινημάτων που εμφανίστηκαν αλλού στην βιομηχανική εποχή και έφτασαν εδώ καθυστερημένα σε μια ιστορική περίοδο που οι τσιμινιέρες ήταν ήδη ανάμνηση, όπως και τα γιασεμιά, οι ασβεστωμένες μάντρες και η φιγούρα του καραγκιόζη στις προσφυγικές γειτονιές.
Ένα Αχχχχ! ακούστηκε από τα δυτικά, κάποιοι θα παρακολουθούσαν κάποιο βραδινό φιλικό ποδοσφαιρικό αγώνα στη Ριζούπολη. Ή μήπως στη Φιλαδέλφεια, δεν μπορούσα να διακρίνω. Και τότε το είδα. Ένα μωρό μέσα στον διαφανή αμνιακό του σάκο ζωγραφισμένο σε προφίλ, και ένα μάτσο καλώδια και σωλήνες, να ξεκινούσαν από τον τοίχο, στο σημείο που ήταν η κοιλιά του εμβρύου, σαν ομφάλιος λώρος. Τα καλώδια και οι σωλήνες καταλήγανε στην εξωτερική μονάδα από το κλιματιστικό που ήταν κρεμασμένο στον τοίχο με το γκράφιτι. Το μωρό ήταν ζωγραφισμένο χωρίς πολλές λεπτομέρειες, μόνο ο μαύρος τρισδιάστατος όγκος του και ένα μάτι να με κοιτάζει χωρίς έλεος. Τέλεια αφαίρεση πάνω στο ζωγραφισμένο με λεπτομέρεια γαλάζιο ουρανό με τα λευκά σύννεφα και το καταπράσινο λιβάδι που ήταν γεμάτο από σπαρμένα Gauk, Zing, Cut και άλλα τέτοια ακατονόμαστα δέντρα. Είναι φανερό ότι ο γραφίστας θα ήταν επηρεασμένος από την μοναξιά του αστροναύτη στην τελευταία σκηνή από την Οδύσσεια 2001 του Κιούμπρικ. Μόνο που εδώ το μωρό έχει ομφάλιο λώρο και μάλιστα συνδεδεμένο με μια μηχανή που είναι υπεύθυνη να ανακυκλώνει υγρά και να διατηρεί την θερμοκρασία, ένας τέλειος τεχνητός πλακούντας. Πολύ ανώτερη η σύλληψη του ανώνυμου Jason από την αντίστοιχη του Κιούμπρικ και ας μην έγραψαν τίποτα οι τεχνο-κριτικοί γι’ αυτόν. Έμεινα άφωνος να κοιτάω το εύρημα και τα μηνύματα του άγνωστου καλλιτέχνη βυθισμένος στις δικές μου σκέψεις. Ή μήπως δεν έκανα καμία σκέψη, δεν θυμάμαι. Με πήραν τα κλάματα. Οι άλλοι σταμάτησαν την συζήτηση που είχε εκφυλιστεί εδώ και πολύ ώρα και αφορμή ζητούσαν να την διακόψουν. Πλήρωσε ο Όμηρος και με πήγαν σχεδόν σηκωτό στο αυτοκίνητο του Χρήστου. Και αυτός θα πήγαινε νότια.
Δεν κατάλαβα πώς φτάσαμε στο Καλαμάκι. Κατάλαβα μόνο ότι δυο φορές κινδυνέψαμε με ατύχημα. Την μία όταν πέρασε με κόκκινο φανάρι- αν μας σταματούσαν για αλκοόλ-τεστ την είχε βαμμένη ο Τσακ. Την άλλη όταν μου είπε ότι δεν το περίμενε ότι θα κλάψω για τον Βασίλη και εγώ αντί για απάντηση δεν κρατήθηκα και έκανα εμετό σχεδόν πάνω στον γευση-γνώστη. Έχασε το τιμόνι από τα χέρια του αυτός, ευτυχώς η Συγγρού ήταν άδεια. Με άφησε δυο τετράγωνα πιο κάτω από το σπίτι και έφυγε μαρσάροντας τα διακόσια άλογα της μηχανής ξεσηκώνοντας τα σκυλιά της γειτονιάς. Θα είναι σίγουρα το ίδιο με μένα αηδιασμένος ο κάποτε ειδικός του διαλεκτικού υλισμού αλλά μάλλον για πολύ διαφορετικούς λόγους από τους δικούς μου.
Έβγαλα όλα τα ρούχα, κολλούσαν πάνω μου και μύριζαν ξινό ιδρώτα. Δεν τόλμησα να πάω στην κρεβατοκάμαρα και ας ήξερα ότι δεν είναι μέσα εκείνη μιας που με άφησε πριν οκτώ μήνες. Είπα δεν άντεξε τον τρόπο ζωής που επέβαλαν αυτά τα πήγαινε έλα στις Βρυξέλες, στα συνέδρια και στις υποχρεώσεις μου στο Πανεπιστήμιο. Ίσως δεν άντεξε πάλι εμένα, δεν είμαι αυτός που ήμουν, ίσως δεν άντεξε και αυτό που μεταμορφώνονταν και η ίδια δίπλα μου, δεν ξέρω ακόμα τι δεν άντεξε και έφυγε. Έπεσα στον καναπέ γυμνός και κοιμήθηκα αμέσως ύπνο βαρύ, χωρίς όνειρα. Ξύπνησα κατά τις τέσσερις, ακόμα αργούσε να ξημερώσει, είχα μια δίψα που όμοια είχα να θυμηθώ από τον στρατό νεοσύλλεκτος στην Κόρινθο. Τώρα έφταιγε η μπύρα και οι αναθυμιάσεις της, τότε ήταν το νερό σαν κάτουρο που πίναμε καλοκαιριάτικα από κάτι πανάθλιες βρύσες που έτρεχαν μόνο μια ώρα την ημέρα. Και όπως τότε, αποζήτησα απεγνωσμένα την έξοδο.
Ήπια ένα μπουκάλι παγωμένο νερό, έριξα και νερό από την βρύση της κουζίνας στο κορμί μου που μύριζε άσχημα. Μου ήρθε έντονα την επιθυμία να μιλήσω με κάποιον για οτιδήποτε, αρκεί να είναι άνθρωπος και να ξέρει ελληνικά και ας είναι περασμένες τέσσερις πριν τα ξημερώματα. Και αφού δεν ήταν δυνατόν να μιλήσω με τον γάτο που γύριζε νυσταγμένος εκείνη την ώρα, ποιος ξέρει από πια συνέλευση γατιών της γειτονίας, κατέληξα στο γραφείο και άνοιξα τον υπολογιστή. Τι με έκανε να θεωρώ αυτό το κουτί με τα κυκλώματα σαν κάτι ακόμα ζωντανό μέσα σε αυτό στο σπίτι; Δεν ξέρω, αυτό το ερώτημα το προσπέρασα αφήνοντάς το στους ειδικούς της ψυχανάλυσης. Ίσως λειτούργησε η διαφήμιση από εκείνη την εταιρία με το τσατ που έλεγε ότι βοηθάει τα τετρακόσια εκατομμύρια συνδρομητές της σε όλο τον κόσμο να επικοινωνούν δωρεάν μεταξύ τους. Δεν μπορεί σκέφτηκα, είναι στατιστικά βέβαιο ότι κάποιος απ’ όλους αυτούς θα βρεθεί να ανταλλάξει δυο γραπτές κουβέντες μαζί μου. Πάτησα τα πλήκτρα, άκουσα τα χαρακτηριστικά μπιπμπιπ, συνδέθηκα στο ίντερνετ. Φόρτωσα το πρόγραμμα του τσατ που ποτέ δεν περίμενα να το χρειαστώ περασμένες τέσσερις και με γρήγορες πληκτρολογήσεις όρισα τα κριτήρια που επιθυμούσα για να εμφανιστούν οι on-line χρήστες :
Γλώσσα –ελληνικά
Φύλο-οτιδήποτε
Ηλικία-μεγαλύτερη από 30
Περίμενα λίγα δευτερόλεπτα. Υπήρχαν τέσσερις ξενύχτηδες με αυτά τα χαρακτηριστικά, ευτυχώς είπα. Άνοιξα ένα παράθυρο διαλόγου για τον καθένα και τους στέλνω τα καθιερωμένα hello, σήμα ότι είμαι διαθέσιμος για κουβέντα και περίμενα κάποια απάντηση. Περίμενα πέντε, δέκα λεπτά, ίσως και περισσότερο. Καμία απάντηση και εγώ έμεινα σαν υπνωτισμένος να κοιτάω την οθόνη που πάνω της δεν συνέβαινε απολύτως τίποτα. Οι ξενύχτηδες είτε με αγνόησαν απορροφημένοι στις δικές τους σκέψεις και συνεδρίες είτε είχαν αφήσει τους υπολογιστές τους ανοιχτούς για να κατεβάζουν δωρεάν μουσικά κομμάτια ή να τα μοιράζονται με άλλους στο δίκτυο. Είναι η καλλίτερη ώρα γι’ αυτή την δουλειά, η ώρα που η κίνηση στο δίκτυο είναι περιορισμένη. Χαμογέλασα για μια στιγμή που θυμήθηκα τις αποφάσεις να παίρνουν τα αμερικανικά και τα ευρωπαϊκά δικαστήρια προσπαθώντας να περιορίσουν την ελεύθερη ανταλλαγή μουσικής ανάμεσα στους χρήστες του ίντερνετ, αποφάσεις για να προστατέψουν το δικαίωμα των δισκογραφικών πολυεθνικών τους να ελέγχουν όλο το κύκλωμα, από την επιλογή των κομματιών που θα ακουστούν και ποιος θα τα πει μέχρι και την διανομή τους. Τέτοιες δικαστικές αποφάσεις θα έχουν όση ισχύ έχει το χαρτί τουαλέτας σε αυτό το δίκτυο που δεν ανήκει σε κανένα και ανήκει σε όλους και έχει φέρει τα πάνω κάτω σε όσα ξέραμε για το μάρκετινγκ, τα κανάλια διανομής και την επικοινωνία.
Και τότε άρχισα πάλι να κλαίω χωρίς να μπορώ να συγκρατηθώ, για τους ίδιους ακριβώς λόγους όπως και πριν λίγες ώρες στην Νέα Ιωνία. Κατάλαβα σήμερα ότι ξέμεινα τελείως από φίλους που θα μπορούσα να μοιραστώ μαζί τους κάποιες στιγμές που αξίζουν να μοιραστούν. Ο Βασίλης ήταν ο τελευταίος επιζών. Ο Λάσκος είναι χαμένος στα διοικητικά του Πανεπιστήμιου και η πρώην έχει εξαφανιστεί λες και της έχω βγάλει απόφαση περιοριστικών όρων να μην μπορεί να με πλησιάσει στα πενήντα μέτρα. Μην έχοντας να κάνω τίποτα αποφάσισα τότε να γράψω τις σκέψεις μου σε ημερολόγιο. Έγραφα ημερολόγιο και στα εφηβικά μου χρόνια, άλλες σκέψεις τότε και άλλες εποχές. Η δύσκολη εφηβεία των σαράντα πέντε λένε, δεν έχει και μεγάλη διαφορά από εκείνη τη προηγούμενη. Οι κρίσεις της κατάθλιψης είναι απλώς πιο έντονες αλλά διαρκούν λιγότερο. Και το ότι τώρα ξέρω ότι είναι κατάθλιψη, τότε δεν ήξερα καν την λέξη.
Τώρα ήρθε η ώρα να βρω και ένα όνομα να βαφτίσω αυτό το αρχείο που θα παίξει τον ρόλο του ημερολογίου. Το πρώτο πράγμα που μου έρχεται στο μυαλό είναι τα ημερολόγια καταστρώματος των καραβιών που αγόραζε την ξυλεία τους ένας μακρινός παππούς της νονάς μου και που τα φύλαγε σαν πολύτιμα οικογενειακά κειμήλια στο σπίτι των παιδικών μου αναμνήσεων στην Κέρκυρα. Φαντάζομαι ότι σε αυτό το ημερολόγιο θα γράψω τα συμβάντα από το δικό μου μοναχικό ταξίδι λίγο πριν διαλυθώ και εγώ τελείως.

4/9/2003 Πάνω πλατεία, Κέρκυρα

Μπήκα να ελέγξω την ηλεκτρονική μου αλληλογραφία στο ίντερνετ καφέ στο Πεντοφάναρο. Όλη την μέρα ήταν γεμάτο εικοσάρηδες και τριαντάρηδες όλων των εθνικοτήτων που γράφουν e-mails και κάνουν τσατ με τα φιλαράκια τους ανά τον κόσμο. Στην αρχή αισθάνθηκα άβολα, εγώ ο μόνος εκπρόσωπος της γενιάς της τηλεόρασης ανάμεσα σε τόσους εκπρόσωπους της γενιάς του ίντερνετ στον χώρο τους. Συνήθισα γρήγορα, ίδια σαν σε εργαστήριο στο Πανεπιστήμιο είπα είναι. Θυμήθηκα ένα μεταπτυχιακό φοιτητή μου, Φωτεινό τον λένε, που είναι ταλέντο στην ανάλυση αλλά δεν το ξέρει ακόμα. Ανάλυσε καταπληκτικά εκείνους τους στίχους από τους Ήχους της Σιωπής των Σάιμον και Γκαρφάνκελ, είπε ότι το συγκεκριμένο τραγούδι περίγραψε προφητικά ένα χώρο σαν αυτό του ίντερνετ καφέ. Δεν το είχα σκεφτεί ποτέ αυτό παρόλο που το τραγούδι είναι από τα πιο αγαπημένα μου.
Είχα συνήθισα στην ιδέα ότι δεν θα έρθει το e-mail με την απάντηση από τον δόκτορα Χάρντυ μέχρι να φύγω αύριο από το νησί. Με περίμενε όμως ένα μηνυματάκι, τέσσερις γραμμές όλο-όλο, που έγραφε :
«Θα θέλαμε να σας πληροφορήσουμε ότι όλα τα αποτελέσματα των εξετάσεων που διενεργήθηκαν από εμάς και από τους συνεργάτες μας στην Ελλάδα, συμφωνούν ότι πάσχετε από νεοπλασία στο δωδεκαδάχτυλο. Δρ. J. Hardy- St Mary Hospital »

Τραντάχτηκα από ένα δυνατό νευρικό γέλιο. Σηκώθηκα γρήγορα, πλήρωσα τον καφέ και τον χρόνο που έμεινα on-line, επτά λεπτά μόνο, και εξαφανίστηκα παρακάμπτοντας ένα δάσος από βλέμματα απορίας, ειρωνείας και συγκατάβασης. Βλέμματα ανθρώπων που δείχνουν να τα ξέρουν όλα προστατευμένοι πίσω από την σιγουριά που τους δίνει η τεχνολογία που χρησιμοποιούσαν και ο άτυπος κώδικας συμπεριφοράς που αυτή η τεχνολογία επέβαλε σε χώρους όπως αυτού του ίντερνετ καφέ. Στο τραγούδι, ο ήχος της σιωπής απλώνεται όπως ο καρκίνος, ο δικός μου δεν ξέρω πόσο έχει απλωθεί ακόμα. Ίσως με αυτό το παρανοϊκό γέλιο, σπάζοντας τη σιωπή του χώρου, αντέδρασα σε αυτή την επικείμενη εξάπλωση.
Βρήκα το μαγαζί που πουλάει είδη σχεδίου και ζωγραφικής, αγόρασα μπλοκ, καρβουνάκια και μια σειρά μολύβια και χώθηκα στα καντούνια. Παντού μύριζε εκείνη η διακριτική μούχλα των στενών που ο ήλιος τα ζεσταίνει μόνο ντάλα μεσημέρι. Μουχλίλα ανακατεμένη με θαλασσινή αλμύρα και με τις μυρωδιές από τζατζίκι και μπουρδέτο. Βρήκα εκείνο ένα μικρό παραδοσιακό καφενέ πίσω από την πλατεία του Δημαρχείου στο Μεγάλο Καντούνι, παρήγγειλα καφέ στη χόβολη και γλυκό κουταλιού κεράσι. Ένα γατάκι, γκρι και αδύνατο, σκαρφάλωνε πάνω σε ένα σωρό από χαρτόκουτα πεταμένα στην απέναντι γωνιά. Ετοίμασα τα καρβουνάκια και άρχισα να το σκιτσάρω. Κάθε φορά που ήθελα να μαζέψω το μυαλό μου σκιτσάριζα. Όταν ήθελα να πάρω σοβαρές αποφάσεις έπιανα τα πινέλα και έβγαζα από μέσα μου τα χρώματα. Έχω πολλά χρόνια να σκιτσάρω, δυσκολεύτηκα. Χάλασα έξι ή εφτά σελίδες από το μπλοκ σκιτσάροντας, παρήγγειλα και άλλο καφέ και ένα ούζο με μεζέ, έριξα τον μεζέ στο γατάκι μην και φύγει και με αφήσει μόνο μου και συνέχισα να σκιτσάρω με μανία. Στο τέλος ικανοποιούμαι με ένα σκίτσο που δείχνει το γατάκι να κουλουριάζεται φοβισμένο. Θέλω να το τελειώσω.
«Υπάρχει κανένας ιδιαίτερος λόγος που το γατάκι που ζωγραφίζετε είναι τόσο λυπημένο; Πολύ βουβό είναι το σκίτσο σας, σαν να μην ακούγεται τίποτα είναι όταν το κοιτάζει κανείς.»
Δεν την είχα προσέξει τόση ώρα που καθόταν πίσω μου και με παρατηρούσε. Εντυπωσιάστηκα από την τόσο εύστοχη κριτική. Εντυπωσιάστηκα και από τα λαμπερά μάτια της που έδειχναν ακόμα λαμπρότερα κάνοντας αντίθεση με τα κατάμαυρα μαλλιά της και το βαθύ μαύρισμα που είχε αποκτήσει, σίγουρα θα είναι στο τέλος των διακοπών της.
Πιάσαμε κουβέντα, ήταν τελειόφοιτη της θεολογικής και δούλευε σε ένα μπαρ τον χειμώνα. Ένα κορίτσι όλο αντιθέσεις σκέφτηκα. Μιλήσαμε για διάφορα, απέφευγα όμως να της πω γιατί είναι βουβό το σκίτσο. Είπα ούζα με μεζέ, άρχισα να χαλαρώνω και ο ίδιος, αλήθεια πόσα χρόνια έχω να βρεθώ μόνος να συζητώ με μια εικοσιτριάχρονη εκτός πανεπιστημιακού χώρου και χωρίς τον φόβο να θεωρηθεί ότι κάνω σεξουαλική παρενόχληση; Αφού ήπιαμε και τα τέταρτα, με στριμώχνει, δεν μπορώ να της ξεφύγω. Που να έμαθε να κάνει τέτοια ψυχανάλυση αυτό το κορίτσι, στην θεολογική ή στην μπάρα; Της τα είπα όλα, αυτά που κράταγα μέσα του τόσα χρόνια, και τα τελευταία τα σημερινά, και γιατί είναι βουβό το σκίτσο. Και αφού τέλειωσα και είχα βγάλει λαχανιασμένος έξω ανακατεμένα όλα τα χρώματα που είχα καταχωνιασμένα μέσα του, έγινε αυτό που δεν περίμενα. Η μικρή πήρε ένα χαρτί, έγραψε ένα όνομα και ένα τηλέφωνο και μου το έδωσε λέγοντας:
«Είναι μια φίλη μου, αποκλειστική νοσοκόμα. Αν την χρειαστείς πάρτη τηλέφωνο, έχει εμπειρία σε καρκίνους.»
Και με τον ίδιο απότομο τρόπο που εμφανίστηκε το άγνωστο κορίτσι σηκώθηκε και έφυγε. Ήταν η πιο σκληρή κριτική που είχα ακούσει μέχρι τώρα για τη ζωή μου.

6/9/2003 Αθήνα, στο γραφείο μου στο Πανεπιστήμιο

Βρήκα και εκείνο το άλλο ημερολόγιο, εκεί που έγραφα μέχρι που τέλειωσα το Πανεπιστήμιο. Το είχα φυλάξει μέσα στο ταγάρι του δίσκου βινιλίου των Πολ του εβδομήντα, μαζί με σκίτσα και φωτογραφίες από τις μελέτες στο εργαστήρι ζωγραφικής στο μάθημα της ιστορίας της τέχνης. Μια φωτογραφία από ένα πίνακα του Ρενέ Μαγγρίτ, Attempting the Impossible 1928 γράφει στην λεζάντα. Στην ζωγραφιά ένας καλοντυμένος ζωγράφος με το καλό του κουστούμι ζωγραφίζει μια γυμνή γυναίκα στις τρεις διαστάσεις του σκοτεινού χώρου του δωματίου. Στο ίδιο ύψος η κοπέλα με τον ζωγράφο, δουλεύει με το πινέλο του το αριστερό της χέρι που έμενε ακόμα ατέλειωτο για να ολοκληρώσει αυτό που μοιάζει ακατόρθωτο, να φτιάξει την γυναίκα που φαντάστηκε. Ήταν όμως αυτό το ακατόρθωτο; Μας προκάλεσε την συζήτηση ο Λάσκος που μας έκανε ιστορία της τέχνης αμέσως μετά από την εισαγωγή του στον πρώιμο υπέρ-ρεαλισμό. Θυμάμαι τις ατέλειωτες συζητήσεις ανάμεσα στα μέλη του εργαστηρίου ζωγραφικής. Τι συζητήσεις! Χειρότερα και από τις συνελεύσεις του φοιτητικού συλλόγου ήταν. Ώρες ολόκληρες πέρασαν επιχειρηματολογώντας στο τι είναι το ακατόρθωτο, ανήμποροι να καταλήξουμε σε μια κοινή θέση στην ερώτηση-πρόκληση του Λάσκου: τι θα θέλαμε εμείς να κάνει ο ζωγράφος αφού τελειώσει το έργο του. Είχα κρατήσει και σημειώσεις τότε, οι τελευταίες συμπληρωμένες σελίδες στο ημερολόγιο των εφηβικών μου χρόνων. Τις ξεφυλλίζω χαμογελώντας. Καταλήγουν με τα συλλογικά ερωτήματα μιας ομάδας νέων στο τέλος της εφηβείας τους που είχαν παραμείνει αναπάντητα. Εκεί τελειώνει το ημερολόγιο των εφηβικών μου χρόνων. Τελειώνοντας την ανάγνωση μου δημιουργήθηκε έντονα την αίσθηση ότι και άλλοι από τη παρέα εκείνη των φοιτητικών μου χρόνων μπορεί είχαν ακριβώς εκείνη τη στιγμή την ίδια ανάγκη για επικοινωνία όπως αυτή που νοιώθω και εγώ τώρα. Την ίδια ανάγκη να συνεχίσουμε, από εκεί που την αφήσαμε, εκείνη τη συζήτηση πριν είκοσι χρόνια για να απαντηθούν επιτέλους αυτά τα ερωτήματα.
Άνοιξα το πρόγραμμα του τσατ, αφού πρώτα βεβαιώθηκα ότι η πόρτα του γραφείου ήταν κλειδωμένη. Έγραψα:

«Ελπίζω να σε ενδιαφέρει μια ειλικρινής και ελεύθερη συζήτηση πάνω στον πίνακα του Rene Magritte Attempting the Impossible του 1928, ελαιογραφία σε διαστάσεις 116×81 cm, που μπορείς να δεις στην διεύθυνση http://www.ratbags.com/rsoles/artworks/magritte/impossible.htm Αν ναι, τότε θα είχε ενδιαφέρον για μένα να ξέρω τι θα ήθελες να κάνει ο ζωγράφος αφού τελειώσει το έργο του.
Κaribu»

Δήλωσα αυτό το ψευδώνυμο, έτσι με έλεγαν στο γυμνάσιο πειραχτικά οι άλλοι επειδή πάντα έβαζα μπροστά το κεφάλι και ορμούσα, σαν το Ναβάχο ινδιανάκι με το κριάρι του σε εκείνο το παιδικό κόμικ. Συμπλήρωσα την πραγματική μου ημερομηνία γέννησης και την ακριβή οικογενειακή μου κατάσταση. Για ενδιαφέροντα δήλωσα ζωγραφική, επικοινωνία, φιλοσοφία και ίντερνετ, τα υπόλοιπα δεν θα είχαν σχέση με αυτό που ήθελα να κάνω. Έστειλα στα ηλεκτρονικά κύματα το μήνυμά-κάλεσμα για συζήτηση πάνω στον υπερ-ρεαλιστικό πίνακα του 1928 καλά τυλιγμένο μέσα στο ηλεκτρονικό του μπουκάλι. Πιθανοί αποδέκτες άντρες ή γυναίκες ηλικίας μεγαλύτερης των τριάντα ετών που να μιλούν ελληνικά. Η ανάμνηση της εικοσιτριάχρονης φοιτήτριας θεολογίας ήταν ακόμα πολύ έντονη για να τολμήσω σε πιο άγουρες ηλικίες, άσε που μπορεί να έπεφτα πάνω και σε κανένα φοιτητή μου. Πάτησα το Send με την βεβαιότητα ότι θα φτάσει το μήνυμα και σε κάποιον από την παρέα του εργαστηρίου ζωγραφικής των φοιτητικών μου χρόνων. Δεν χρειάζεται να κάνω τίποτα άλλο εκτός από να περιμένω μερικές ημέρες.

8/9/2003, Γλυφάδα
Πήρα 17 απαντήσεις μέσα σε μια μέρα. Οι περισσότερες σύντομες, άλλες ειρωνικές και άλλες βαριά ή ελαφρά υβριστικές. Άλλοι με προειδοποιούσαν ότι άδικα ψάχνω να βρω γκόμενα με τέτοιο θέμα που πρότεινα για συζήτηση. Άλλες με κατηγορούσαν για το εγωιστικό και άκρως σεξιστικό πλαίσιο μέσα στο οποίο ήθελα να οδηγήσω την συζήτηση με το ερώτημα που έθετα. Ένας Redrose, ομοφυλόφιλος, μου πρότεινε συνάντηση για μου ποζάρει γυμνός. Μία Supernova μου έκανε πολιτικό καμάκι, μία CrystalDream με καλούσε σε ένα on-line αγώνα ταβλιού, κανένα μήνυμα να μου θυμίζει κάποιον ή κάποια από αυτούς που συζητούσαμε το ίδιο θέμα είκοσι χρόνια πριν. Απάντησα σε όλους με ευγενικά και σύντομα μηνυματάκια, ευτυχώς δεν ήταν κανένας on-line εκείνη την ώρα. Ετοιμαζόμουν να κλείσω όταν ένα ηχητικό σηματάκι μου τράβηξε την προσοχή. On-line κάποια Misty, 31 χρονών από την Πάτρα. Δεν υπήρχαν άλλες πληροφορίες στο σύντομο βιογραφικό που είχε δημοσιεύσει με αυτό το πρόγραμμα. Μου ζήτησε την άδεια να «μιλήσουμε». Την έδωσα αμέσως και περίμενα να κάνει αυτή την αρχή, αυτή πρέπει να είναι μάλλον η διαδικασία του άτυπου πρωτοκόλλου συμπεριφοράς σε αυτό το δίκτυο. Αντιγράφω εδώ την συνομιλία από το αρχείο των συνομιλιών που δημιουργεί αυτόματα αυτό το πρόγραμμα τσατ.

Misty 8/9/2003 1:30 μμ
hello 🙂
karibu 8/9/2003 1.30 μμ
Καλώς την
Misty 8/9/2003 1:31 μμ
Ξέρεις τι να κάνει ο ζωγράφος? Να ζωγραφίσει στην κοπέλα πιο μακριά μαλλιά, να της τα ρίξει μπροστά στο πρόσωπο να μην φαίνεται, το χέρι να το αφήσει όπως έχει, να μην το τελειώσει. Η συνέχεια ίσως την άλλη Δευτέρα, sorry τώρα έχω δουλειά.
karibu 8/9/2003 1.32 μμ
Γιατί θέλεις να την κρύψεις πίσω από τα μαλλιά της και να την αφήσεις χωρίς χέρι? (ρώτησα τι θέλεις εσύ να κάνει ο ζωγράφος, όχι τι νομίζεις ότι θα κάνει…) Κομματάκι σκληρό μου φαίνεται αυτό που λες, αλλά εντάξει περιμένω μέχρι την Δευτέρα. Μόνο μια μικρή ερώτηση, μπορώ?
Misty 8/9/2003 1:32 μμ
Ναι, αλλά γρήγορα
karibu 8/9/2003 1.33 μμ
Τι είναι αυτό το 🙂 δίπλα στο hello?
Misty 8/9/2003 1:33 μμ
Καινούργιος σε αυτό το δίκτυο, έτσι? Αν το κοιτάξεις καλλίτερα, είναι ένα χαμόγελο, μία φατσούλα που χαμογελάει.
karibu 8/9/2003 1.35 μμ
🙂 Ευχαριστώ για το χαμόγελο, τα λέμε
Misty 8/9/2003 1:36 μμ
CU 🙂
Για τo τελευταίο δεν χρειάστηκε να ζητήσω αποκωδικοποίηση, υπόσχεση ήταν της επόμενης γενιάς από την δική μου, ότι η συζήτηση θα συνεχιστεί. Πρώτη φορά κάνω αυτό το είδος συζήτησης που λέγεται τσατ με άμεσα μηνυματάκια. Όλη η αλληλογραφία και οι γραπτές συνεννοήσεις στη Σχολή και στις επιτροπές που δουλεύω στις Βρυξέλλες είχαν εδώ και χρόνια αντικατασταθεί με μηνύματα ηλεκτρονικής αλληλογραφίας που κατέληγαν να αναγνωστούν σε κάποια ηλεκτρονική θυρίδα. Αντίθετα με αυτό το τσατ ήταν σαν να μιλάω στο τηλέφωνο και ο άλλος ήταν στην άλλη άκρη από το σύρμα με μόνη τη διαφορά ότι έπρεπε να χρησιμοποιώ γραπτά μηνύματα. Κάποιος έπρεπε να ανακαλύψει και τις φατσούλες, όπως αυτή με το χαμόγελο, να ζωγραφιστούν κάπως οι αποχρώσεις και να αναπαραχθούν κάποια ελάχιστα σήματα της γλώσσας του σώματος που δεν μπορούν να αναπαραχθούν με τον γραπτό λόγο. Δεν χρειάζονται ειδικά σύμβολα για να καταλάβω ότι το κορίτσι που αφιέρωσε έξι λεπτά από την ζωή της για να απαντήσει λαχανιασμένο στην πρόσκλησή μου, ήταν ένα πλάσμα μάλλον πληγωμένο. Το ερώτημα ήταν από τι. Είχα πολύ λίγες πληροφορίες ακόμα για να απαντήσω σε αυτό το ερώτημα. Είμαι συνηθισμένος να διατυπώνω τα γιατί και εκπαιδευμένος να τα φτάνω μέχρι το τέλος. Αυτό μόνο έμαθα τα χρόνια στο Πανεπιστήμιο και αυτό διδάσκω τώρα στους φοιτητές μου. Διαβάζω πάντα πολύ προσεκτικά, κάθε τι έχει την σημασία του στην γραφή στην δουλειά που κάνω. Σήμερα όμως σε αυτή εδώ την, πρωτόγνωρη για μένα, επικοινωνία μπόρεσα να αισθανθώ και το λαχάνιασμα, τον ρυθμό, την λαχτάρα ή την ειρωνεία που συνόδευε τον γραπτό λόγο ακριβώς την στιγμή της γέννησης του από πολλά χιλιόμετρα μακριά. Σε αυτά τα έξι λεπτά μου φάνηκε ότι είδα ένα κορίτσι να μου μιλάει πίσω από τις γραμμές. Και να μου χαμογελάει για μια τόση δα στιγμή. Δεν ξέρω αν αυτό ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα ή είναι μια προβολή της δικής μου φαντασίας.
Συγκλονισμένος από την εμπειρία αυτού του τρόπου επικοινωνίας, που μέχρι σήμερα ήξερα από τα λεγόμενα των φοιτητών μου και από κάποιες μοναχικές ερευνητικές ανακοινώσεις συναδέλφων του τμήματος επικοινωνίας έμεινα πολύ ώρα συλλογισμένος. Κατέληξα ότι θα πρέπει να έχει πολύ μεγάλο ενδιαφέρον η μελέτη αυτού του νέου τρόπου γραφής που έφερε μαζί της η τεχνολογία του ίντερνετ και των κινητών τηλεφώνων. Κάθε φορά που άλλαζε κάτι στον τρόπο που επικοινωνούσαν οι άνθρωποι μεταξύ τους, ακολουθούσαν και σημαντικές αλλαγές στην ανθρώπινη αντίληψη με καταλυτικές συνέπειες στην συμπεριφορά και στη κοινωνική τους οργάνωση. Όταν η επικοινωνία ήταν μόνο προφορική, εκ του σύνεγγυς, όταν η αφήγηση απαιτούσε την συμμετοχή πρόσωπο με πρόσωπο, ήταν απαραίτητη η ένταξη σε μια ομάδα και η δέσμευση, ο λόγος ήταν οικείος και συμπληρωνόταν από την γλώσσα του σώματος. Αναπτύχθηκε πάνω σε αυτή τη βάση ο χορός, η ποίηση και εμπλουτίστηκαν οι γλώσσες με δομές και λέξεις που προσδιόριζαν σημειολογικά λεπτές έννοιες. Μετά την σφηνοειδή γραφή των Σουμέριων, που επινοήθηκε από την ανάγκη να καταγραφτεί η παραγωγή που περίσσευε από την άμεση κατανάλωση για να γίνει ανταλλάξιμο εμπόρευμα, αποτέλεσμα κάποιων τεχνολογικών καινοτομιών στις τεχνικές άρδευσης της Μεσοποταμίας, έπαψε η ανάγκη για αμεσότητα στην επικοινωνία. Ο λόγος αποστασιοποιήθηκε και η ανθρώπινη σκέψη άρχισε να λειτουργεί αντικειμενικά και πιο αναλυτικά. Με τον γραπτό λόγο έχασαν οι άνθρωποι την αίσθηση της οικειότητας και της συμμετοχής σε πραγματικό χρόνο στα δρώμενα, κέρδισαν όμως αναλυτικές ικανότητες, κέρδισαν την ενδοσκόπηση, τον στοχασμό και μαζί με αυτόν την αίσθηση της ιδιωτικής ζωής. Μετά την ανακάλυψη του Γουτεμβέργιου φτάσαμε στο αποκορύφωμα αυτής της διαδικασίας, στον υπερ-τονισμό του «εγώ» σε σχέση με το «εμείς», αποθεώθηκε η ατομικότητα και η αξία της μέσα στη λειτουργία του συνόλου. Η σημερινή ηλεκτρονική εποχή της τηλεόρασης, των κινητών τηλεφώνων και του ίντερνετ φαίνεται ότι σηματοδοτεί ένα νέο κύκλο ριζικής διαφοροποίησης. Από τη μια τα νέα παιδιά έχασαν μεγάλο μέρος από το λεξιλόγιό τους, περιορίζονται σε αυτό που μεταδίδεται από την τηλεόραση και στις λέξεις που υπάρχουν στα ενσωματωμένα ηλεκτρονικά λεξικά στους υπολογιστές και τα κινητά. Μαζί με τις λέξεις χάνεται η αναλυτική ικανότητα, η ικανότητα της ενδοσκόπησης, του στοχασμού και της προβολής της σκέψης, ο λόγος οπτικοποιείται και η γραφή προσαρμόζεται ανάλογα. Κερδίζουμε φυσικά σε δυνατότητες επικοινωνιακή σύνδεσης που μηδενίζει τις αποστάσεις και καταργεί τα σύνορα και η πρόσβαση στην πληροφορία είναι ευκολότερη παρά ποτέ. Το τελικό αποτέλεσμα είναι ότι τα σημερινά παιδιά δεν έχουν καμιά αίσθηση προσωπικής ζωής και απομόνωσης, αφού τα πάντα είναι στο ίντερνετ. Και ότι δεν είναι εκεί, απλώς δεν υπάρχει. Ο Λάσκος δεν είναι πεισμένος ότι αυτές οι αναμφισβήτητες αλλαγές ακολουθούσαν πάντα τις μεγάλες τεχνολογικές καινοτομίες, ισχυρίζεται ότι η τέχνη έπαιξε τον πρωτεύοντα ρόλο. Δεν μπόρεσα ποτέ να τον πείσω στο ότι η έντυπη δημοσιογραφία εξυπηρέτησε την πρώτη βιομηχανική επανάσταση, η οποία στηρίχθηκε στον άνθρακα, σαν μηχανισμός ελέγχου και επικοινωνίας. Ότι το τηλέφωνο συντόνισε την δεύτερη επανάσταση των μηχανών εσωτερικής καύσης, την εποχή του πετρελαίου, ενώ παράλληλα η τηλεόραση ανέλαβε αργότερα την κύρια ευθύνη να ελέγξει την κοινωνική συμπεριφορά. Τώρα με το ίντερνετ, αυτό το άναρχο και ατίθασο μέσο επικοινωνίας που κανείς δεν περίμενε την εκρηκτική εξάπλωσή του, ζούμε μια πολύ ενδιαφέρουσα επικοινωνιακή εποχή που έχει φέρει τα πάνω κάτω σε αυτά που ήξερα εγώ και σε αυτά που θεμελιώνουν τη κοσμοθεωρία του Φαίδωνα. Φαίνεται ότι το ίντερνετ προετοιμάζει την επόμενη μεγάλη τεχνολογική επανάσταση, την εποχή της νανοτεχνολογίας και της ενέργειας από υδρογόνο, που οι συνέπειές τους στη κοινωνική οργάνωση και στην εργασία θα είναι τόσο κατακλυσμικές όσο και οι αλλαγές στις αξίες στα κοινωνικοπολιτιστικά χαρακτηριστικά. Τα πρώην αδύνατα δείχνουν να είναι πλέον εφικτά και εγώ μόλις γεύτηκα αυτή την εμεπιρία.
Τελικά τι ήταν το αδύνατο σε αυτό τον πίνακα; Προσπάθησα να ξαναθυμηθώ όλες τι απόψεις που είχα ακούσει ή είχα τολμήσει να διατυπώσω ο ίδιος παλιότερα. Θυμάμαι τις ώρες που πέρασα διαφωνώντας με εκείνη την κοντούλα συμφοιτήτριά μου όταν διατύπωσε την θέση ότι ο ζωγράφος ήταν η φαντασία του μοντέλου και όχι το μοντέλο κατασκεύασμα του ζωγράφου. Αυτή η οπτική ανέτρεπε τα πάντα και έδινε κάποιες εξηγήσεις αλλά δεν γινόταν τότε εύκολα αποδεκτή. Από την άλλη, η κατασκευή ενός πραγματικού ανθρώπου παραήταν προφανής αιτία για να θεωρηθεί ότι ήταν το ζητούμενο αδύνατο. Άλλο ήταν το αδύνατο που προσπαθούσε να μας κάνει να υποψιασθούμε ο δάσκαλός μας. Μου το αποκάλυψε αργότερα ο Φαίδων την εποχή που έκανα το διδακτορικό μου, όταν μου δίδασκε ειδικά θέματα της ιστορίας της τέχνης του εικοστού αιώνα. Έπρεπε να σκεφτούμε ξεπερνώντας την λογική και τους νόμους της, να την υπερβούμε και να την ανατρέψουμε. Αυτό ήταν το αδύνατο για τον Λάσκο, ο σαφής ορισμός των ορίων του φανταστικού και του πραγματικού. Το παιχνίδι της επικοινωνίας που στηρίζεται στην εικόνα ή το λόγο, αυτό που διδάσκω και αυτό που ερευνώ, τελικά με αυτό ακριβώς έχει να κάνει, με αυτά τα όρια. Με τις τεχνικές δημιουργίας εικονικών ή φανταστικών μηνυμάτων που αποκωδικοποιούνται στο πραγματικό μήνυμα που πρέπει να μεταδοθεί για να ελέγξει ή να επιβάλει συμπεριφορές. Μέχρι που αυτή η γενιά του ίντερνετ, τολμώντας για το αδύνατο, μου έβγαλε κοροϊδευτικά τη γλώσσα, στέλνοντας σε μένα και τον Λάσκο σαν σαφέστατο μήνυμα εκείνο το :-Q που βλέπω συνέχεια να γράφουν στους τοίχους της Σχολής.
Είναι πραγματικό αυτό που ζω τώρα ή προϊόν της φαντασίας μου; Και εκείνη η ύδρα που οι εξετάσεις έδειξαν ότι ζει μέσα μου, πραγματική είναι ή είμαι μήπως εγώ η ύδρα της ύδρας μου και τώρα πονάει αυτή; Και αυτό το 🙂 δίπλα σε εκείνο το hello ήταν πραγματικό χαμόγελο ή το φάντασμά του; Ένα κορίτσι μου χαμογέλασε χωρίς να μου ζητήσει τίποτα μετά από πάρα πολλά χρόνια. Αν ήθελα μπορούσα και εγώ να της χαμογελάσω με τον ίδιο τρόπο. Για πρώτη ίσως φορά δεν χρειάζεται να απαντήσω σε κανένα γιατί.

Σε ξύπνησε το χαμόγελο της Φρόσως που ήταν και πραγματικό και πανέμορφο. Μπήκε στο σκοτεινό δωμάτιο με τη φόρμα του τζόκιν μούσκεμα στον ιδρώτα. Μύριζε πρωινή δροσιά και άνθος λεμονιού. Σε είχε πάρει ο ύπνος τα ξημερώματα στην πολυθρόνα του Πορφύρη διαβάζοντας τα αρχεία με τις σημειώσεις του και το προσωπικό του ημερολόγιο.
«Ξύπνα Σκοτεινέ, έχει έξω μια μέρα τρέλα. Έτρεξα γύρω γύρω όλο το κτήμα, ξεθεώθηκα. Η κυρά Μαρίνα σου ‘στειλε λουκουμάδες και ζεστό ζυμωτό ψωμί, έχει και βούτυρο με μαρμέλαδα, σου ‘ψησα και καφέ. Έχεις μισή ώρα να κάνεις ένα μπάνιο πριν στήσεις τον Λάσκο στο δίκτυο.»

Posted in Γιάννης Χατζηχρήστος, Το φ του φόβου | Leave a Comment »

Κεφ.11 Πλωτίνος

Posted by R.K. στο 13/04/2009

ΠΛΩΤΙΝΟΣ
18/4/2005, Κέρκυρα- Κέιπ Τάουν

«Ελπίζω να ήρθες στο μάθημα έχοντας κάνει κάποια προετοιμασία Romfea. Καλημέρα.» Οι λέξεις που πληκτρολόγησε ο Λάσκος εμφανίστηκαν στην οθόνη του υπολογιστή σου, δηλώνοντας την πίστη του συντάκτη τους στο ακαδημαϊκό τέταρτο.
«Καλημέρα» έγραψες. Δίπλα η Φρόσω σου θυμίζει ψιθυριστά να μη ξεχάσεις να ρωτήσεις γιατί διάλεξε αυτά τα ονόματα για ψευδώνυμα.
«Πριν συνεχίσουμε, έχεις απορίες ή ερωτήσεις σε αυτά που έστειλα στον προηγούμενο μονόλογο-διάλεξη;» Έγραφε γρήγορα, έδειχνε απόλυτα εξοικειωμένος με το πληκτρολόγιο του υπολογιστή του.
«Ναι, τρεις ερωτήσεις περιμένουν την απάντησή σας. Η πρώτη είναι γιατί Plot-out. Έχει σχέση αυτό το όνομα με τον Πλωτίνο;»
«Ήμουν σίγουρος ότι θα το ρωτούσες αυτό. Φυσικά και έχει. Θεωρώ τον Πλωτίνο πολύ σύγχρονο, οι φιλοσοφικές αρχές που διατύπωσε επιβεβαιώνονται σήμερα από την θεωρητική φυσική και την ψυχολογία. Μπορώ να κάνω μια μικρή εισαγωγή, ενδεχομένως και να έχει κάποια σχέση με όσα θα πούμε πιο κάτω. Ενδιαφέρεσαι να ακούσεις;»
«Είμαι όλος αυτιά για να διαβάσω αυτά που θα γράψετε» δήλωσες.
«Θεωρώ κατ’ αρχάς ότι κάθε μορφή δυϊσμού είναι τουλάχιστον ύποπτη, ότι υποκρύπτει κάποια ευρύτερη πραγματικότητα. Ας πάρουμε για παράδειγμα το ζεύγος «σώμα-νους», που τόσο έχει ταλαιπωρήσει όλη την δυτική σκέψη. Αυτή η δυϊκότητα υποκρύπτει μια μεγάλη αυταπάτη που μας οδηγεί σε μεγάλες αντιφάσεις, κυρίως σε ότι αφορά την μελέτη της λειτουργίας του μυαλού αλλά και του τρόπου που αυτό κατανοεί την τέχνη. Το δίλλημα διατυπώνεται μέσω δύο συμπληρωματικών ερωτημάτων: «με ποιο τρόπο εγείρει το νοητικό φαινόμενο ένα υλικό αντικείμενο, στην προκειμένη περίπτωση τον εγκέφαλο», και αντίστροφα «πως επηρεάζει τον υλικό κόσμο (το κύτταρο, τον ιστό, το βιολογικό όργανο) το νοητικό φαινόμενο». Η ταυτόχρονη απάντηση και των δύο, χωρίς να κάνουμε λογικές ακροβασίες και άλματα, είναι αδύνατη διότι υπάρχει ένας a priori ιστορικός διαχωρισμός και μια σύγχυση μεταξύ της ύλης και του νου. Το πρόβλημα τίθεται ως τέτοιο διότι φαίνεται ότι υπάρχει αλληλεπίδραση δύο εντελώς διαφορετικών κόσμων, ενός «νοητικού κόσμου» που περιέχει σκέψεις και ενός «υλικού κόσμου» που περιέχει πράγματα. Και στο μέσο ίσως αυτών των δύο πλασματικών κόσμων, βρίσκεται το συναίσθημα με την ποιοτική και την ποσοτική συνιστώσα του, μια γέφυρα ανάμεσά τους που ενώνει και τον υλικό φορέα της τέχνης με το νου. Εντάξει μέχρι εδώ;»
«Παρακαλώ συνεχίστε» έγραψες.
«Σε αυτό το πλαίσιο πιστεύω ότι μας βοηθάει στην συγκεκριμένη επιστημονική μας αναζήτηση, όχι ο δυϊσμός του Πλάτωνα, του Αριστοτέλη, του Καρτέσιου, του Λάιμπνιτζ ή του Γούντ, ούτε ο μονισμός του Μπέρκλεϋ, του Χέγκελ, ή του Χόμπς, αλλά η παραδοσιακά ορθολογική άποψη του Πλωτίνου περί «δυϊστικού μονισμού». Μονισμός μεν διότι, όπως θα δούμε παρακάτω, ο Πλωτίνος ορίζει ότι τα πάντα είναι απόρροια του Ενός, δυϊσμός, διότι η ύλη, χάριν των επεμβάσεων της παγκόσμιας Ψυχής, καταλήγει να είναι ενσώματη ύλη, απαρχή του αισθητού κόσμου της ετερότητας και της πολλότητας. Η μεγάλη πρωτοτυπία του Πλωτίνου βασίζεται στην ιδέα των τριών υποστάσεων συν μιας. (Εν, Νους, Ψυχή και Ύλη). Υπέρτατη αρχή για τον Πλωτίνο είναι το Εν, από το οποίο πηγάζουν τα πάντα , επέκεινα του όντος. Το Σύμπαν του Πλωτίνου χαρακτηρίζεται, από έναν παλλόμενο δυναμισμό, καθώς πραγματοποιείται η κάθοδος από το Εν στις τρεις επόμενες υποστάσεις, αλλά και που ενισχύει η ροπή προς φυγή και επιστροφή τους προς αυτό, μιας και είναι αδύνατη η ύπαρξή του Ενός χωρίς την παρουσία τους. Ο Πλωτίνος προσφεύγει, όπως κάνει συχνά, σε μια εικόνα για να υπογραμμίσει τι εννοεί: στην εικόνα των μελών του χορού μιας τραγωδίας γύρω από τον κορυφαίο. Μόνο όταν το βλέμμα των μελών του χορού είναι στραμμένο προς τον κορυφαίο και όχι προς τους θεατές, μόνο τότε ο χορός τραγουδά σωστά…»
«Μάλλον νομίζει ότι είναι σε αμφιθέατρο, τραγουδάει ο παππούς. Άκου επέκεινα. Τι πάει να πει επέκεινα, ξέρεις; Ρώτα τον γιατί κατέρρευσε η Σοβιετική Ένωση να δούμε τι θα μας πει» μουρμούριζε η Φρόσω, όσο ο Λάσκος συνέχισε να γράφει.
«… Να διευκρινίσουμε ότι σύμφωνα με τον Πλωτίνο, μέχρι της διεισδύσεως της Ψυχή στον Νου και στην Ύλη και της εμφανίσεως του αισθητού κόσμου, οι «διαδικασίες» των υποστάσεων και των τριών συνιστωσών του Ενός είναι άχρονες και έξω από κάθε έννοια του χώρου. Σύμφωνα με τον Πλωτίνο, η Ψυχή είναι ουσία και όχι ποιόν ή κατηγόρημα του σώματος, ή είδος αυτού. Συνεπώς δεν οφείλει στο σώμα το είναι της. Φυσικά σήμερα θεωρούμε ότι αυτό δεν είναι απόλυτα ακριβές, αλλά μη ξεχνάμε ότι η θεωρία αυτή διατυπώθηκε πριν πολλούς αιώνες. Σύμφωνα με αυτή, για να γνωρίσουμε τι συμβαίνει σε κάποιο μέρος της ψυχής πρέπει να την προσεγγίσουμε σαν «Όλον», να την αντιληφθούμε ως ένα ενιαίο σύνολο μαζί με το σώμα. Έτσι για παράδειγμα, εάν μια επιθυμία μείνει στο επίπεδο του επιθυμητικού, τότε δεν περιέρχεται στην γνώση μας. Γνωστή γίνεται μόνο όταν την συνειδητοποιούμε με την εσώτερη αισθητική μας, με την διάνοια μας η και με τα δύο. Ποτέ όμως δεν θα κατανοήσουμε τον ακριβή τρόπο με τον οποίο ο νους και η αισθητική μας επιτυγχάνουν αυτή τους την λειτουργία. Έτσι, χωρίς τον Πλωτίνο, καταλήγουμε μοιραία σε ένα τυπικό πρόβλημα αυτό-αναφοράς, όπως θα έχεις ήδη αντιληφθεί, πρόβλημα που καθιστά την απόλυτη αυτογνωσία αδύνατη.»
«Σαν θεώρημα περί της μη πληρότητας της ψυχανάλυσης ακούγονται αυτά κύριε καθηγητά» σχολίασες μόλις κοντοστάθηκε να πληκτρολογεί τις σκέψεις του με απελπιστικά γρήγορο ρυθμό.
«Δεν ξέρω αν έχουν σχέση οι θεωρίες του Γκέντελ με τις αρχές που διατύπωσε ο Φρόιντ, αυτό θα το αφήσω στους πιο ειδικούς. Φρονώ ότι οι νέες επιστημονικές θεωρίες αλλά και ορισμένες φιλοσοφικές απόψεις, όπως αυτή του Πλωτίνου, μας βοηθούν να κατανοήσουμε την τέχνη όπως και να αντιληφθούμε την ψυχολογία σε ένα ευρύτερο πλαίσιο, θεωρώντας και τα δυο ως προσπάθειες ερμηνειών του όλου και όχι του μέρους. Δεν είναι απορίας άξιο ότι παρά την ιδεαλιστική προσέγγιση του Πλωτίνου και την μεγάλη της συγγένεια των αρχών του με την φιλοσοφία της Ορθοδοξίας, παρά το γεγονός ότι οι αρχικές αναζητήσεις του θεωρούνται σήμερα ιστορικά παρωχημένες, ο δυϊστικός μονισμός που εισήγαγε σαν έννοια βρήκε την σύγχρονη έκφρασή της τόσο στην σύγχρονη θεωρητική φυσική όσο και στις νέες αιτιάσεις στην ψυχανάλυση των συνεχιστών του Φρόιντ, ιδιαίτερα μετά την φιλοσοφική παρέμβαση του Φουκώ και του Ντεριντά την δεκαετία του εξήντα. Σαν αποτέλεσμα, η σύγχρονη αναθεώρησή της ψυχολογίας θέλει να μελετά το Υπερεγώ ως μέρος του ανθρώπινου Όλου αντί να εστιάζεται μόνο στο συνειδητό ή στο ασυνείδητο εγώ. Και μαζί με όλα αυτά, αποκαθηλώθηκαν και οι μονήρεις αντιλήψεις του Εμμανουέλ Κάντ, του Έντμουντ Μπέρκ ή του Ντέιβιντ Χιούμ και των συνεχιστών τους για την τέχνη, την αισθητική και τον ρόλο τους. Αυτά νομίζω αρκούν για τον Πλωτίνο. Ελπίζω να αντιλαμβάνεσαι πόσο αντι-μονιστική, άρα μη ιδεαλιστική και σύγχρονη, μπορεί να είναι η θεώρησή του. Αν το επόμενο ερώτημα αφορά την Ρομφαία, σου λέω προκαταβολικά ότι θα το απαντήσω στο τέλος αυτού του κύκλου μαθημάτων. Ποια είναι η επόμενη ερώτηση;»
«Η τρίτη μου τότε ερώτηση αφορά το ερμηνευτικό σχήμα που δώσατε για το κράτος. Το περιγράψατε σαν ένα ζωντανό όν, σαν ένα κύτταρο. Αναρωτιόμουν αν μπορεί να πάθει αυτό το πλάσμα καρκίνο». Η Φρόσω έδειχνε αμήχανη τόσο από την κατάληξη της τελευταίας απάντησης όσο και για την ερώτηση που έκανες.
«Πολύ ενδιαφέρουσα ερώτηση. Για να είμαι ειλικρινής εκπλήσσομαι μιας και την ίδια ακριβώς ερώτηση την διατύπωσε και ένας άλλος λαμπρός μαθητής μου πριν δυο χρόνια και μάλιστα με τον ίδιο ακριβώς τρόπο. Ισχυρίζομαι ότι ναι, πράγματι μπορεί να πάθει ένα κράτος καρκίνο και θα προσπαθήσω να το αποδείξω. Θυμάσαι τι είπαμε για τις πραγματικές και τις εικονικές πληροφορίες στην προηγούμενη διάλεξη. Ας φανταστούμε τώρα ένα άλλο απλό παράδειγμα.«
»Έστω κάποιος συνεργάτης σου σε φτάνει στα άκρα. Μπορεί να σκεφτείς: «αυτό δεν θα του συγχωρήσω ποτέ. Δεν θα μπορέσω ποτέ να το χωνέψω» και αυτή η φράση πραγματικά αντανακλά αυτό που αισθάνεσαι έντονα. Τότε ο εγκέφαλός σου θα λάβει αυτήν την συμβολική πληροφορία και θα την επεξεργαστεί σα να ήταν πραγματική. Εάν η σύγκρουση που βιώνεις στη σχέση σου με το άλλο άτομο είναι πολύ έντονη και δεν καταφέρνεις να εκφράσεις όλη τη δυσαρέσκεια ή την οργή που αισθάνεσαι, είναι πολύ πιθανό τότε ο εγκέφαλος να ξεκινήσει μια ακολουθία παραγωγής πεπτικών υπερκυττάρων (δηλαδή καρκινικών κυττάρων) για να «χωνέψει» αυτό που δεν μπορείς να χωνέψεις. Μαντεύεις τη συνέχεια: αργά ή γρήγορα, εξαιτίας της ανώμαλα υπερβολικής ικανότητας πέψης θα αρχίσεις να αισθάνεσαι πόνους, οι τροφές δεν θα χωνεύονται σωστά. Θα γίνει κάποια στιγμή διάγνωση καρκίνου του στομάχου που οι γιατροί θα προσπαθήσουν να τον εξαφανίσουν με τα διάφορα μέσα που έχουν στη διάθεσή τους. Ίσως να μαντεύεις τον κίνδυνος αυτού που μπορεί να επακολουθήσει. Ακόμα και αν σου έκαναν ολική αφαίρεση στομάχου, ο εγκέφαλός σου θα συνεχίσει να δίνει την εντολή για την παραγωγή καρκινικών κυττάρων στην περιοχή του σώματος όπου βρισκόταν το στομάχι. Κάποιους μήνες αργότερα, οι γιατροί θα ανακάλυπταν αυτό που θα ονόμαζαν υποτροπή ή μετάσταση, ενώ αυτό δεν θα ήταν παρά το αποτέλεσμα της συνέχισης της εντολής που είχε ξεκινήσει ο εγκέφαλός σου, βασιζόμενος σε μια συμβολική πληροφορία σχετικά με την σύγκρουση που βίωσες με αυτόν τον συνεργάτη. Αυτό που έθαψες μέσα σου και δεν το άφησες να εκδηλωθεί στην ώρα του με κάποιο συναίσθημα ή κάποια αντίδραση σε τρώει, δημιουργεί αταξία στο σώμα σου σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό από την ικανότητα του να την αποβάλει.«
»Το κράτος, με την ιεραρχική δομή που περιγράψαμε για το δεύτερο πρόσωπο από τα επτά που μας ενδιαφέρουν, επεξεργάζεται συνεχώς πληροφορίες. Η πολυπλοκότητα των σχέσεων του και του πλέγματος εξουσίας που είναι αναγκασμένο να διατηρεί, συνεχώς αυξάνεται. Συνεχώς αναδεικνύονται νέες δυνάμεις που απαιτούν αλλαγές στο πλέγμα της εξουσίας ή στην ηθική που τις νομιμοποιεί και οι διεθνείς σχέσεις και ισορροπίες γίνονται πιο πολύπλοκες. Οι συμβιβασμοί δεν είναι πάντα επιτυχείς, οι σχέσεις συναλλαγής αρχίζουν να γίνονται δαιδαλώδεις. Φτάνει κάποιο σημείο που οι πληροφορίες που φτάνουν στον αντίστοιχο εγκέφαλο, τον φύλαρχο ή την κυβέρνησή του κράτους, να είναι τόσο αντιφατικές, να περιέχουν δηλαδή τόσο θόρυβο, που καθίστανται εικονικές. Ο άρχων που αποφασίζει ζει πλέον σε μια δική του εικονική πραγματικότητα, οι αποφάσεις που λαμβάνει για να διατηρήσει την δομή των άλλων έξι προσώπων του κράτους είναι λανθασμένες, αντί να λύνονται προβλήματα δημιουργούνται νέα που εντείνουν συνεχώς την διάλυση των σχέσεων συναλλαγής και θέτουν σε γενική αμφισβήτηση την ιδιότητα του κράτους ως φύλακα ηθικής και νομιμότητας. Συνήθως, πριν την κατάρρευση θα έχει προηγηθεί η εξάπλωση της διαφθοράς και η παράλυση στους μηχανισμούς και τις συναλλαγές του σε τέτοιο βαθμό μέχρι που θα εκλείψει παντελώς ο ρόλος του ως φύλακα της ηθικής και της νομιμότητας. Τότε ο εγκέφαλος του πλάσματος δίνει την εντολή να παραχθούν μεγάλες ποσότητες υπερκυττάρων τρόμου, ο κίνδυνος της καθολικής αμφισβήτησης των υπηκόων του πρέπει να χωνευτεί πάραυτα. Ο καρκίνος αυτός συνεχίζει να αναπαράγεται με μεγαλύτερο ρυθμό και να εξαπλώνεται σε μια επαναλαμβανόμενη διαδικασία μέχρι που το ανθρωπόμορφο πλάσμα μας να καταρρεύσει. Την αφορμή της κατάρρευσης θα την δώσει κάποιο ασήμαντο γεγονός, όπως για παράδειγμα η παρανόηση της διαταγής ενός φύλακα στο τοίχους του Βερολίνου που θα ανοίξει την πύλη, όντας πεισμένος ότι πράττει στα πλαίσια της νομιμότητας. Κάπως έτσι, όπως στο απλουστευμένο αυτό παράδειγμα που παρέθεσα, κατέρρευσε η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, η Οθωμανική Αυτοκρατορία, και μόλις πρόσφατα και η Σοβιετική Ένωση. Σε ορισμένες ιστορικές στιγμές πρόλαβε την κατάρρευση η κατάληψη του κράτους από κάποια άλλη ανερχόμενη κρατική οντότητα, όπως για παράδειγμα έγινε με την πτώση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Ως εκ τούτου, το ερμηνευτικό μας μοντέλο για το κράτος αποδεικνύεται ικανό για να εξηγήσει αυτές τις καταρρεύσεις.»
Σε κοίταξε έκπληκτη. Άφησες τον σχολιασμό για αργότερα και έγραψες:
«Να υποθέσω ότι η ίδια διαδικασία ισχύει και για την περίπτωση του καρκίνου του δωδεκαδακτύλου;»
«Ω! Βλέπω ότι ήρθες στο μάθημα έχοντας διαβάσει αρκετά. Δεν είμαι ειδικός στο θέμα αλλά νομίζω πως ναι, κάποια αντίστοιχη διαδικασία πρέπει να ισχύει. Να συμπεράνω ότι είσαι κοντά στην πηγή της γνώσης ή κάνω λάθος;» ρώτησε. Ήταν φανερό ότι η συζήτηση είχε συμπεριλάβει τον Πορφύρη και το αρχείο του.
«Θα έλεγα ότι ακουμπάω κυριολεκτικά στην πηγή της». Φαντάστηκες ότι χαμογελούσε.
«Έξοχα, ήμουν βέβαιος για σένα. Ας συνεχίσουμε λοιπόν. Η ερώτηση που μου έκανες για το καρκινικό κράτος με διευκολύνει να κάνω μια μεγάλη παράκαμψη σε ότι είχα σχεδιάσει αρχικά γι’ αυτό το μάθημα, να μπω ευθέως στο κυρίως θέμα μας. Όλες οι κρατικές οντότητες αργά ή γρήγορα καταλήγουν όπως η Ρωμαϊκή αυτοκρατορία. Αυτό το γνωρίζουν ή το διαισθάνονται οι μηχανισμοί του δεύτερου προσώπου και οι αποφασίζοντες. Στην ιστορία καταγράφτηκαν τρεις κύριες επιλογές τους για να αποφύγουν αυτή την κατάρρευση. Προσοχή, όχι απλώς την κατάρρευση της εξουσίας τους αλλά την πλήρη κατάρρευση του ίδιου του κράτους. Έτσι είτε εξάγουν την παραπανίσια πολυπλοκότητα έξω από το κράτος, ας πούμε με την δημιουργία αποικιών ή εξωθώντας τους υπηκόους τους στην μετανάστευση, είτε επικρατούν απόψεις για λιγότερο κράτος, που προϋποθέτουν όμως πάντα τόσο μεγάλης έκτασης κρατικές παρεμβάσεις που έχουν σαν αποτέλεσμα τελικά να διογκώνουν το κράτος αντί να το συρρικνώνουν. Ενίοτε καταφεύγουν στην τρίτη επιλογή. Αλλάζουν την συμπεριφορά του κράτους-πλάσματος στο διεθνές του περίγυρο καθιστώντας το πιο επιθετικό με τους γείτονες. Οι συγκρούσεις και η αναστάτωση στο εσωτερικό ή το εξωτερικό του κράτους, που αναπόφευκτα ακολουθούν οποιαδήποτε από αυτές οι επιλογές, οδηγούν σε καταστροφές. Αυτές λειτουργούν όπως η πυρκαγιά στο πευκόδασος. Καταστρέφουν τα ζιζάνια της περίσσειας πολυπλοκότητας. Φυσικά καίνε και ζωές ή συνειδήσεις, καταστρέφουν συσσωρεμένο κόπο και όλα τα σχετικά αλλά αναζωογονούν προσωρινά τα επτά πρόσωπα του νικητή, τους κάνουν λίφτινγκ. Κλασσικά τα παραδείγματα εδώ από όλες τις πολεμικές συγκρούσεις του δέκατου ένατου και του εικοστού αιώνα και η ανάπτυξη που επακολούθησε μετά το τέλος τους..»
Πήρε το πληκτρολόγιο η Φρόσω. Την έβλεπες ώρα, δεν άντεχε άλλο.
«Με λίγα λόγια λέτε κύριε καθηγητά ότι ο καπιταλισμός νίκησε το δεύτερο αξίωμα της θερμοδυναμικής; Μπορεί έτσι απλά, με ένα πόλεμο στο άψε σβήσε να καταστρέψει πολυπλοκότητα, να εξαφανίσει εντροπία και αταξία; Μήπως νομιμοποιούμε με αυτή τη συλλογιστική κάθε πόλεμο;» Είχε ύφος θριαμβευτικό περιμένοντας την απάντηση του καθηγητή, σίγουρη ότι τον έβαλε στην γωνιά με την ερώτησή της.
«Κάθε άλλο, ισχυρίζομαι ακριβώς το αντίθετο. Θα πω το παράδειγμα με τα σύγχρονα δυτικά κράτη της ελεύθερης οικονομίας που, μετά και την κατάρρευση του αντιπάλου, εξάγουν εύκολα και ελεύθερα την περισσευούμενη αταξία της οργάνωσής τους σε άλλα υπο ανάπτυξη κράτη με την λεγόμενη διαδικασία της παγκοσμιοποίησης, την μετανάστευση δηλαδή όχι των υπηκόων αλλά του κεφαλαίου τους. Αρχικά αυτή η διαδικασία φέρνει θετικά αποτελέσματα, όπως για παράδειγμα την άνοδο του βιοτικού επιπέδου των λιγότερο αναπτυγμένων οικονομικά και τεχνολογικά κρατών, τα οποία συνήθως έχουν να προσφέρουν μόνο φτηνή εργατική δύναμη για ένα συγκεκριμένο χρονικό διάστημα. Σίγουρα αυτή η διαδικασία συνοδεύεται και από την αναστάτωση στο κράτος που εξάγει την πολυπλοκότητα του. Δημιουργείται ανεργία, αποβιομηχάνιση και ενδεχομένως απορρύθμιση των εργασιακών σχέσεων. Αυτή η αναστάτωση όμως είναι το ζητούμενο για το πλέγμα εξουσίας αυτών των κρατών του παραδείγματός μας, μιας και σαν τελική κατάληξη επιδιώκεται συνήθως η μετατροπή του πρωτογενή και του δευτερογενή τομέα των οικονομιών τους σε υπηρεσίες, που σήμερα αποδίδουν πολύ περισσότερο. Αυτή η διαδικασία συνεχίζεται μέχρι να επέλθει και στα κράτη υποδοχής ο κορεσμός και να αναζητηθεί η περεταίρω εξάπλωση αυτής της διαδικασίας και σε άλλες λιγότερο αναπτυγμένες γεωγραφικές περιοχές. Ταυτόχρονα, τα πιο επιθετικά κράτη, αυτά που λέμε τα σήμερα δυτικά, εκείνα δηλαδή που αντιμετωπίζουν οξύτερα εσωτερικά προβλήματα, στην προσπάθεια να διατηρήσουν την νομιμότητά τους και να ικανοποιήσουν το πλέγμα εξουσίας τους που γίνεται όλο και πιο απαιτητικό, κάνουν και πόλεμους ή επεμβάσεις σε άλλα κράτη, ποτέ δεν λείπουν οι αφορμές., Ταυτόχρονα στο εσωτερικό τους διατείνονται ότι επιδιώκουν συρρίκνωση του κράτους-γίγαντα που έχουν δημιουργήσει και που πολεμά. Δεν διστάζουν να ορίσουν και να επιβάλλουν αυθαίρετα νέες ηθικές στην προσπάθεια να διατηρηθεί η συνοχή και η νομιμότητα των επτά προσώπων τους. Σε κάθε περίπτωση όμως, μιας και οι γη είναι πεπερασμένη, όση ακριβώς και τα όρια της παγκοσμιοποίησης, και εφ’ όσον οι δυνατότητές μας να αποικήσουμε τον Άρη είναι προς το παρόν ελάχιστες και επειδή οι πόλεμοι δεν είναι εύκολο να διατάσσονται κάθε μέρα, το περίσσευμα της πολυπλοκότητας και της αταξίας το φορτώνουμε τελικά, και θα συνεχίσουμε να το φορτώνουμε, στο περιβάλλον. Αλόγιστη υπερεκμετάλλευση των πόρων, μόλυνση, θερμοκήπιο, βίαιες κλιματολογικές αλλαγές και τόσα άλλα, δεν χρειάζεται να αναφέρω όλα αυτά εδώ. Αν ολοκληρωθεί κάποτε αυτή η διαδικασία που λέγεται παγκοσμιοποίηση δεν θα έχει απομείνει καμία εναλλακτική ειρηνική λύση, θα μένουν οι πόλεμοι σαν το μόνο μέσο καταστροφής της περίσσειας αταξίας ενώ το περιβάλλον θα υποβαθμίζεται διαρκώς στον ρόλο του οχετού της αχώνευτης κατανάλωσης της οποιασδήποτε τεχνητά κατεστραμμένης πολυπλοκότητας. Το περιβάλλον όμως είναι και αυτό ζωντανό και εύθραυστο, διέπεται από τους ίδιους νόμους που διέπουν τα κράτη, είναι εύκολο να καταρρεύσει, πολύ πιο εύκολα μάλιστα αν γίνει χρήση των δυνατοτήτων των σημερινών ή των μελλοντικών πολεμικών μέσων. Και μαζί με αυτό τότε θα καταρρεύσει όλο το ολοκληρωμένο παγκοσμιοποιημένο οικοδόμημα με όλα τα κράτη του με ένα τρόπο χαοτικό, σαν πύργος από τραπουλόχαρτα.»
«Άρα ισχυρίζεστε ότι δεν υπάρχει επιλογή και κανένα μέλλον. Θα πρέπει απλώς να διαλέξουμε ανάμεσα στον οικολογικό ή τον κοινωνικό μεσαίωνα» σχολίασε η Φρόσω διακόπτοντας την ροή του κειμένου της απάντησης του Λάσκου.
«Στο δίλλημα αυτό, τι προτιμάμε, τον επερχόμενο οικολογικό μεσαίωνα ή τον επερχόμενο κοινωνικό και οικονομικό μεσαίωνα, θα αφήσω να απαντήσει ο Πλωτίνος. Κάθε δυϊσμός αυτού του είδους είναι λανθασμένος, η απάντηση θα πρέπει να αναζητηθεί στην άρνηση και των δύο μέσα από μια νέα σύνθεση. Βεβαίως δεν είμαι σε θέση να προτείνω την ακριβή σύνθεση, το «Έν» του Πλωτίνου, που θα οδηγήσει σε διαδικασίες αειφόρου οικονομικής και κοινωνικής ανάπτυξης χωρίς να θέτει σε άμεσο κίνδυνο το περιβάλλον, αυτό υπερβαίνει τις δυνάμεις ενός ταπεινού ιστορικού της τέχνης. Ενδεχομένως να απαιτούνται ριζικές τεχνολογικές αλλαγές και καινοτομίες στα χαρακτηριστικά όλων των προσώπων του κράτους, που αυτή τη στιγμή τουλάχιστον δεν είναι διαθέσιμες. Δεν γνωρίζω ποιες είναι αυτές οι καινοτομίες και ενδεχομένως οι αλλαγές στα πρόσωπα του μοντέλου-κράτους να μην έχουν κανένα ιστορικό προηγούμενο. Αγνοώ παντελώς και την διαδικασία απ’ όπου θα προκύψουν αυτές οι καινοτομίες και, ως εκ τούτου, δεν είναι εύκολος και ο προσδιορισμός από εμένα της δύναμης που θα τις επιβάλλει. Και δυστυχώς, για πρώτη φορά στην ιστορία του ανθρώπου, η τέχνη δεν είναι σήμερα σε θέση να σκιαγραφήσει ή να εμπνεύσει την αιτούμενη σύνθεση, για τους λόγους που θα το αναλύσουμε πιο κάτω εκτενέστερα. Το μόνο για το οποίο προσωπικά είμαι βέβαιος είναι ότι θα απαιτηθεί εκ νέου ο επαναπροσδιορισμός των στόχων και της έννοιας του ανθρωπισμού, θεωρώντας πλέον τον άνθρωπο ως μέρος της φύσης και όχι ως εξουσιαστή της. Αν παρ’ όλα αυτά καταφέρουμε να βρούμε λύσεις έγκαιρα, θα κερδίσουμε χρόνο. Ως εκ τούτου Ρομφαία το αξίωμα της θερμοδυναμικής σου δεν νικήθηκε.»
«Δυνατός, πολύ δυνατός» σχολίασε η Φρόσω προβληματισμένη. Πήρες πίσω τον έλεγχο του πληκτρολογίου.
«Πως καταφέρνει ένα κράτος να παρασύρει τους υπηκόους του στον αποικισμό ή την μετανάστευση, πως τους οδηγεί σε ένα πόλεμο; Υπάρχει κάποιος ειδικός μηχανισμός γι’ αυτό σε κάποιο από τα επτά πρόσωπα;»
«Ναι, υπάρχει. Είναι ο ίδιος που νομιμοποιεί την ύπαρξη του κράτους-πλάσματος, ο φόβος που έγινε τρόμος. Αυτό ήταν, είναι και θα είναι το κύριο επάγγελμα του όντος που μελετάμε.»
«Έχει επάγγελμα το κράτος;» ρώτησες.
«Φυσικά και έχει, αν και όχι πάντα το ίδιο. Θα προσπαθήσω να περιγράψω διαχρονικά τα κυρίαρχα «επαγγέλματα» συνοπτικά, επικεντρώνοντας στα κύρια χαρακτηριστικά τους, όπως αυτά καθορίζονται από τη σύνθεση των κυρίαρχων ιδιοτήτων των επτά προσώπων των εθνικών κρατών μέσα στο ιστορικό γίγνεσθαι στην δύση, μετά την Γαλλική Επανάσταση του εβδομήντα εννέα. Κύρια απασχόληση των κρατών της πρώτης περιόδου, αυτής που διήρκεσε μέχρι τις αρχές του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, ήταν να επιβάλουν τους κανόνες ανάπτυξης των αγορών και να φροντίζουν να τηρούνται αυτοί οι κανόνες από τους πολίτες τους και από τους γείτονες. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι κάθε κράτος της δύσης αυτή τη περίοδο είχε το επάγγελμα του χωροφύλακα. Ενός αμόρφωτου χωροφύλακα που δεν δίσταζε πότε πότε να ανοίξει και κανένα κεφάλι για να διατηρηθεί η τάξη, χωρίς να δίνει και πολλές εξηγήσεις Το θεωρείς τυχαίο που η αστυνομική λογοτεχνία δημιουργήθηκε και άνθησε αυτή την ιστορική περίοδο; Μετά τον Πρώτο πόλεμο, την επικράτηση των μπολσεβίκων στη Ρωσία και το New Deal που ακολούθησε την χρηματιστηριακή κατάρρευση το είκοσι εννέα, άλλαξε το βασικό «επάγγελμα» των κρατών. Αναγκάστηκαν τα κράτη να φροντίζουν τους πολίτες τους σαν να ήταν παιδιά, να τα ταίζουν, να τα σπουδάζουν, να τους μοιράζουν δουλειές και να τα περιθάλπουν αλλά και να τα προστατεύουν από κάθε εξωτερικό ή εσωτερικό κίνδυνο, παρεμβαίνοντας συχνά και έντονα στην διαμόρφωση των κανόνων του παιχνιδιού, στην ανάπτυξη των αγορών και του εμπορίου. Ότι κάνει μια νταντά δηλαδή, που δεν διστάζει να πει και κανένα παραμύθι με δράκους και φαντάσματα για να επιβάλει την τάξη, πριν βάλει τα μικρά της να κοιμηθούν έντρομα για να ησυχάσει. Πάλι δεν είναι απορίας άξιο που αυτή την περίοδο η καλλιτεχνική δημιουργία, κυρίως αυτή της έβδομης τέχνης, έδωσε τόσα δείγματα ιστοριών τρόμου και βίας αλλά ομολογουμένως και κάποιες φωτεινές στιγμές αμφισβήτησης όπως για παράδειγμα εκείνες μέσα από τα underground κόμικς και από κάποια δείγματα της λογοτεχνίας της επιστημονικής φαντασίας. Το μοντέλο του κράτους-νταντά φαίνεται ότι έπαψε να είναι απαραίτητο μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης και των δίδυμων πύργων ως πολύ δαπανηρό και ασύμφορο. Στις μέρες μας σε κάποια κράτη, όπως στις Ηνωμένες Πολιτείες, την Βρετανία, το Ισραήλ ή ακόμα και στην Τουρκία, επανέρχεται με πολύ βίαιο τρόπο σαν κύριο επάγγελμα του κράτους αυτό του χωροφύλακα, αλλά αυτή τη φορά ενός σπουδασμένου και τεχνολογικά πανίσχυρου χωροφύλακα με παγκόσμιο ρόλο. Στην ζαλισμένη από τις εξελίξεις δυτική Ευρώπη τείνει τώρα τελευταία να κυριαρχήσει σαν κύριο «επάγγελμα» των κρατών αυτό του ιατρού της προληπτικής ιατρικής. Το τελευταίο προσδιορίζεται από τις διαρκείς και έντονες προσπάθειες των κρατών να ρυθμίσουν τις συμπεριφορές και τις συνήθειες των πληθυσμών τους, που συνεχώς γερνούν, στο όνομα της ατομικής υγείας για να αποτραπεί, δήθεν, η επερχόμενη κατάρρευση των συστημάτων κοινωνικής ασφάλειας και να εξοστρακισθεί έτσι και με αυτόν τον τρόπο κάθε κατάλοιπο του κράτους-νταντά. Θα παρατηρείς ότι όλα αυτά τα «επαγγέλματα» έχουν σαν βάση της λειτουργίας τους τον φόβο.»
«Τον τρόμο θα έλεγα, σύμφωνα με όσα αναλύσατε προηγουμένως. Μήπως κουραστήκατε; Μπορούμε να συνεχίσουμε μια άλλη μέρα» πρότεινες.
«Έχεις δίκαιο, τον τρόμο. Ναι, θα το προτιμούσα και εγώ να διακόψουμε τώρα. Έξω έχει μια καταπληκτική φθινοπωρινή λιακάδα και λέω να την απολαύσω. Να συνεχίσουμε την επόμενη Παρασκευή κατά τις τέσσερις το απόγευμα; Θα εισάγουμε τότε στην συζήτησή μας πιο συστηματικά και την τέχνη και τον ρόλο της στο θέμα που συζητάμε.»
Συμφώνησες, έξω η ανοιξιάτικη λιακάδα ήταν προκλητική. Τεντώθηκες και της είπες: «Πάμε μια βόλτα με τη μηχανή μέχρι την πόλη; Ζαλίστηκα με όλα αυτά που διάβασα και περιμένουν να χωνευτούν.»
«Μα τι είναι τώρα αυτά που λες;» είπε. «Αυτά που διάβασες σκέτο. Βάλε παπούτσια και φύγαμε.»
Ο Παγκράτης έτρεξε να σε προλάβει πριν ξεκινήσεις τη μηχανή σου. Είχε στα χέρια του μια βούρτσα πασαλειμμένη ασβέστη που έσταζε πάνω στο ξέφωτο με τα χαμομήλια που είχαν αρχίσει να ανθίζουν. Ασβέστωνε, είπε, το πηγάδι του κτήματος εδώ πιο κάτω από το ξέφωτο και ξεχάστηκε. Σε παρακάλεσε να περάσεις από την πόλη από ένα φαρμακείο να του πάρεις τα φάρμακα του μήνα, γιατί η συνταγή του ΟΓΑ που είχε εγκρίνει για τον ίδιο και την κυρά-Μαρίνα έληγε και ποιος την ακούει. Πήρες τα χαρτάκια με τις συνταγές και το βιβλιάριο, κανένα πρόβλημα είπες και ξεκινήσατε.

Αναρωτήθηκες ποια ιατρικά προβλήματα να είχε ο Φώτης και η Μαρίνα βλέποντας την μεγάλη σακούλα που γέμισε ο φαρμακοποιός εκτελώντας τις συνταγές. Περίεργος προσπάθησες να παραβιάσεις το ιατρικό τους απόρρητο προσπαθώντας να το μαντέψεις, διαβάζοντας τα χαρτάκια με τις ενδείξεις και τις αντενδείξεις, μέσα σε ένα παλιό καφενείο στο Λιστών που σερβίριζε καταπληκτικά γλυκά κουταλιού και πάστες. Φάρμακα για την πίεση, το ζάχαρο, την καρδιά, το κυκλοφοριακό, τα τριγλυκερίδια και τις τρανσαμινάσες, τρία άλλα για την χοληστερίνη, μια πλήρης συλλογή για την ουρία, μια άλλη για το στομάχι και ένα μόνο φάρμακο για το συκώτι ήταν αυτά που έπαιρνε ο Παγκράτης. Η Παγκράταινα είχε στο δικό της μενού όλα τα προηγούμενα και δύο φάρμακα για να την παίρνει ο ύπνος. Τους λυπήθηκες, δεν έδειχναν καθόλου και οι δυο ότι είναι τόσο άρρωστοι.
Στα δίπλα βενετσιάνικα τραπέζια κάθονταν παρέες ντόπιων που έκαναν πειράγματα η μία στην άλλη και σε όποιο ντόπιο περαστικό είχε την ατυχή έμπνευση να κάνει εκείνη την ώρα τη βόλτα του στο πλακόστρωτο του Λιστών και να βρεθεί έτσι στο στόχαστρό τους. Τα γκαρσόνια του καφενείου πηγαινοέρχονταν μοιράζοντας παραγγελίες και κουτσομπολιά στα τραπέζια, συμμετέχοντας με τα δικά τους πειράγματα στην γενικότερη πλάκα που γινόταν με πολύ γούστο και έξυπνες ατάκες. Στο επίκεντρο σήμερα ήταν κάποιος αποτυχημένος να εκλεχτεί τοπικός πολιτικός, που δεχόταν σοβαρός και περίλυπος τα ομαδικά σκωπτικά πυρά των θαμώνων του καφενείου για κάποια δήλωση που είχε κάνει σε ένα τοπικό κανάλι. Άφησες τα χαρτάκια από τα φάρμακα και τις συνταγές και χάζευες την παράσταση μαζί με την Φρόσω, που έδειχνε να το διασκεδάζει αφάνταστα μελετώντας αυτές τις παραδοσιακές τακτικές του τοπικού πολιτικού μάρκετινγκ. Κάποια στιγμή, σηκώθηκε ένας μεσήλικας με αχτένιστα μαλλιά από το διπλανό τραπέζι, αυτός που πρωτοστατούσε στην γενικότερη πλάκα, σε πλησίασε και ρώτησε:
«Εσύ θα τα πάρεις όλα αυτά τα φάρμακα νεαρέ ή σκοπεύεις να ανοίξεις φαρμακείο στην Σπιανάδα; Θα χρειαστεί άδεια και για τα δύο ξέρεις.»
«Για τον θείο μου είναι» απάντησες δειλά.
Πήρε τις συνταγές και το βιβλιάριο και άρχισε να τα διαβάζει χωρίς να ζητήσει καμιά άδεια.
«Τον ξέρω τον θείο σου, είναι χρόνια ασθενής μου» είπε. «Δεν ήξερα ότι έχει ανιψιό. Σύρε πες του θείου σου ότι δεν έχει τίποτα ούτε αυτός ούτε η Μαρίνα. Το μόνο πραγματικά που θα χρειαστούν και οι δυο παίρνοντας όλα αυτά τα φάρμακα είναι αυτό, που είναι για το συκώτι τους, που θα τους το τινάξει στον αέρα όλα αυτά που μπουκώνονται για προληπτικούς λόγους. Ποιόν να πήγε και βρήκε πάλι για να του τα γράψει; Πως λέγεσαι είπες;»
«Κουρής» απάντησες προσπαθώντας να διατηρήσεις την ανωνυμία που αποφάσισες στην Πάτρα. «Εσείς;»
«Κουρής και εγώ» απάντησε. Και με αφοπλιστική ετοιμότητα συμπλήρωσε: «και απ’ ότι βλέπω και δύο μας Κουρείς ακούρευτοι και αξύριστοι» πριν γυρίσει στη παρέα του που τώρα είχε περιλάβει ένα άλλον νεαρό τοπικό πολιτευτή. Τον σφυροκοπούσαν ανελέητα με καινούργια πειράγματα, που αυτός τα ανταπέδιδε με ετοιμότητα με τα δικά του αυτοσαρκαστικά σχόλια, κάνοντας όλες τις πτέρυγες αυτού του καφενείου-τοπικού βουλευτήριου να τραντάζονται από τα γέλια και να ξεσπούν σε χειροκροτήματα επικροτώντας το πνεύμα που χλεύαζε την σοβαροφάνεια αλλά και την σοβαρότητα του διακόσμου.

Σηκώθηκες, πλήρωσες και τραβώντας την Φρόσω από το χέρι φύγατε αμέσως. Κοντοστάθηκες στον καθρέφτη που ήταν έξω από ένα παλιό κουρείο στο πιο κάτω καντούνι, έχοντας στο μυαλό την σκέψη πως η πολύχρονη παραμονή σου στην απρόσωπη Αθήνα σε είχαν κάνει να ξεχάσεις πόσο δύσκολο είναι να κρατηθεί ένα μυστικό σε μικρές πόλεις όπως αυτή, όπου όλοι γνωρίζουν όλους. Η εικόνα σου στον καθρέφτη ήθελε και ξύρισμα και κούρεμα. Καλλίτερα να είχες πει το πραγματικό σου επώνυμο εκεί μέσα ή έστω το αντίθετό του. Βάλε τώρα ποιος θα ρωτήσει ποιόν για να μάθει πως μπορεί να είναι δυνατόν ένας Κουρής να είναι ανιψιός ενός Παγκράτη. Θέλοντας περισσότερο να διώξεις όλες αυτές τις σκοτεινές σκέψεις, μπήκες μέσα στο κουρείο και κάθισες στην παμπάλαια καρέκλα του κουρέα. Η Φρόσω θα συνέχιζε την βόλτα της στα μαγαζιά.
Δίπλα στον πάγκο με τις τσατσάρες και τα ψαλίδια είχε μια βιτρίνα όπου μέσα της αναπαύονταν όλα τα παλιά σύνεργα των προκατόχων του σημερινού του ιδιοκτήτη: Γυάλες που φύλαγαν τις βδέλλες, μια πλήρης σειρά παλιών οδοντιατρικών εργαλείων και παλιά ξυράφια και πολλά άδεια μπουκαλάκια από φυτικά αρώματα. Κάποτε αυτός αποφάσισε να ασχοληθεί μαζί σου και μόνο αφού προηγουμένως ολοκλήρωσε το σχολαστικό καθάρισμα και το κούρδισμα του άλτο σαξόφωνού του. Κούρεμα-ξύρισμα του παρήγγειλες. Όσο άλλαζες πρόσωπο κάτω από το ξυράφι του, ξαναήρθε στο μυαλό σου το ερμηνευτικό σχήμα του Λάσκου για το κράτος. Αναρωτήθηκες τι να ήταν εκείνο που κατάφερνε να διατηρεί ζωντανό το πνεύμα του Αριστοφάνη σε αυτή την πόλη, όπως αυτό που πριν από λίγο σας αποκαλύφτηκε, σε πείσμα και των επτά προσώπων όλων των κατακτητών της που πέρασαν από εδώ.

Posted in Γιάννης Χατζηχρήστος, Το φ του φόβου | Leave a Comment »

Κεφ. 12 Η συναισθηματική νοημοσύνη της Άνοιξης

Posted by R.K. στο 13/04/2009

Η ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑΤΙΚΗ ΝΟΗΜΟΣΥΝΗ ΤΗΣ ΑΝΟΙΞΗΣ
19/4/2005, Κέρκυρα

Σε ξύπνησε τα χαράματα το έντονο άρωμα της λεβάντας που χρησιμοποίησε ο κουρέας τελειώνοντας το έργο του. Έμεινε καρφωμένο πάνω σου και μετά το πρωινό ντους που είπες να κάνεις μπας και φύγει. Δεν θέλεις απάνω σου αρώματα και κολόνιες από μικρός, από τότε που προσπαθούσε να σε κάνει να μοσχοβολήσεις η μάνα σου με εκείνο το πράσινο αρωματικό σαπούνι της Μασσαλίας. Δεν ήθελες να μυρίζεις τότε, έλεγες πως οι μυρουδιές ήταν για τα κορίτσια, έτσι είχατε καταλήξει ομόφωνα εσύ και η αγορίστική παρέα σου, μετά από την μεγάλη σύσκεψη που είχε αυτό το θέμα στην ημερήσια διάταξη και που είχε λάβει χώρα σε ολομέλεια στην κρυψώνα σας στο παλιό καρνάγιο στο Γαλαξίδι. Στη λίστα με τα απαγορευμένα αρώματα είχες συμπληρώσει αργότερα μόνος σου και το κλάμα, που επιτρεπόταν από τον πατέρα σου μόνο στο ειδικό σκοτεινό δωμάτιο δίπλα στην αποθήκη με τα σύνεργά του στην αυλή, το κλαυτήριο όπως το είχατε ονομάσει, και που έπρεπε να παραμένει αποκλειστικά κοριτσίστικό συναισθηματικό ξέσπασμα. Αργότερα συμπλήρωσες στην λίστα σου και την χλεύη των κοριτσίστικών συζητήσεων πήγαινε-έλα, όπως στο νυφοπάζαρο στο Γαλαξίδι, που σχεδόν πάντα έκαναν την διαδρομή ανάμεσα στην σχέση των συναισθημάτων μέχρι τα συναισθήματα των σχέσεων, και άντε πάλι πίσω από την αρχή.
Έξω η άνοιξη δεν φαίνεται να έχει κάποια παρόμοια λίστα. Μόλις άνοιξες τα σκούρα για να αεριστεί η σάλα με τα ενθύμια των παροπλισμένων καραβιών του Αγγλικού στόλου, εισέβαλαν μέσα όλα της τα συναισθήματα με όλα τα χρώματα ανακατεμένα με την πρωινή δροσιά, και όλα της τα αρώματα. Σου φάνηκε ότι με όλα αυτά τα χρώματα και τα αρώματα τόνιζε την αυτό-επίγνωση του εφήμερου της ύπαρξής της, υπογραμμίζοντας κατάλληλα κάθε της προσπάθειά να παρακινήσει την ενσυναίσθηση στην επικοινωνία της με κάθε ζωντανό όν. Στον καναπέ η Φρόσω συνέχιζε κάποια πρωινά της όνειρα που την έκαναν να χαμογελάει. Έκλεισες χωρίς θόρυβο την εξώπορτα έχοντας ένα μπούκωμα στο λαιμό και αποφάσισες να περιηγηθείς ανάμεσά τους.
Ξαπλώνεις στο κατάλευκο λιβάδι με τα χαμομήλια, που μοιάζει σαν να το έβαψε χθες και αυτό η ασβεστόβουρτσα του Παγκράτη. Πάνω τους η κόκκινη μοτοσικλέτα σου έχει γύρει για να ξεκουραστεί. Κλείνεις τα μάτια κάτω από τον καταγάλανο ουρανό για να αισθανθείς, να καταλάβεις τι είναι αυτό εκεί μέσα που σε μπουκώνει και δεν σε αφήνει να μιλήσεις για όλα αυτά που νιώθεις σε αυτό το κορίτσι που φαίνεται ότι πάντα ήταν εκεί για να σε ακούσει ενώ εσύ δεν ήσουν.
Πάντα ήθελες, όπως και εγώ άλλωστε, να έχεις μια καλή εικόνα για τον εαυτό σου. Να νιώθεις καλός, δυνατός, ωραίος. Θα θυσίαζες τα πάντα για να γινόσουν αυτός που θα ‘θελες να είσαι και για να εξαφανιστεί αυτό το μπούκωμα που σου κάθεται στον λαιμό αντανακλώντας σε ένα καθρέφτη μέσα σου την εικόνα του κακού του αδύναμου και του άσχημου. Πάντα προσπαθούσες όπως και εγώ άλλωστε, με σκέψεις, λόγια και πράξεις να δημιουργήσεις μια θετική ισορροπία. Τα εσωτερικά και εξωτερικά ερεθίσματα που την ανατρέπουν τα απωθούσες από το πεδίο της συνείδησής σου, προσπαθούσες να γνωρίζεις να καταλαβαίνεις και να πιστεύεις με τέτοιο τρόπο, ώστε να ενισχύεται η εξιδανικευμένη εικόνα που χρειάζεσαι για τον εαυτό σου, σαν ένα παιχνίδι που το γνωρίζω και εγώ τόσο καλά. Δικαιολογούσες κάθε φορά την κατάστασή σου επιρρίπτοντας τις ευθύνες στο περιβάλλον. Μοιάζουμε και σε αυτό. Απέδιδες την ανασφάλεια σου στην επιθετικότητα των άλλων, την αποτυχία σου στις αντιξοότητες, την απομόνωση, στην απόρριψη και στις εξωτερικές απειλές. Νάξερες πόσο σε καταλαβαίνω.
Ξαπλωμένος στο λιβάδι θα πρέπει να αντιλαμβάνεσαι ότι η ψυχή σου πλαστουργεί παράλογα ερείσματα επιβίωσης μέσα στις καθημερινές σου συνθήκες, που λες ότι και αυτές έχουν συνομωτήσει με τις τραυματικές εμπειρίες του παρελθόντος και σε εξουθενώνουν. Για να ζήσεις θα χρειαστεί να φτιάξεις αλήθειες που θα σε στηρίζουν, έστω κι αν χρειαστεί συνειδητά να μυθολογήσεις. Λες πως πρέπει με κάθε θυσία να διασώσεις την αυτοπεποίθησή σου. Δεν γνωρίζεις όμως τι είναι αυτό που θα πρέπει να θυσιάσεις και σε πιο βωμό. Με τα χέρια περασμένα πίσω από το κεφάλι σαν μαξιλάρι πάνω στο λευκό λιβάδι προσπαθείς να αναδιαρθρώσεις ανεπιτυχώς το παζλ των εσωτερικών σου δυναμικών. Εξαντλείσαι στην ανίχνευση, την κατανόηση και τον έλεγχο των συντεταγμένων που σε προσδιορίζουν. Όλες οι προσπάθειες υπογραμμίζουν την αδυναμία σου, ακόμη και αυτή η απλή διάγνωση των χαρισμάτων σου σε συνθλίβει. Φοβάσαι ότι θα παραμείνεις έγκλειστος σε αυτή την γνώριμη αίσθηση της οδύνης ότι θα στερεώσουν μόνιμα οι αγωνίες σου, μπλεγμένες στον ιστό της ακινησίας όλων αυτών των καταχωνιασμένων συναισθημάτων που βουίζουν σαν μέλισσες εκεί μέσα και σε μπουκώνουν. Και αυτή η οδύνη σε υποδουλώνει και σε ωθεί σε περίτεχνες, αυτό-ερμηνευτικές ταχυδακτυλουργίες. Οι αδυναμίες σου όμως σε καταδιώκουν, αναδύονται συνεχώς και επίμονα για να διαλύσουν τα όποια ψήγματα αυτοεκτίμησης σου απέμειναν.
Σηκώνεσαι εξουθενωμένος, τρεκλίζεις μέχρι το ασβεστωμένο πηγάδι και τραβάς νερό με τον κουβά για να ξεπλύνεις την μυρωδιά των χαμομηλιών που νότισε πάνω σου παίρνοντας την θέση της λεβάντας. Το μπούκωμα παρέμεινε.

Δεν θα μπορούσες να ξέρεις ότι εκείνη την ίδια στιγμή ήσουν ξαπλωμένος κάνοντας αυτές τις σκέψεις πάνω και στο ζωγραφισμένο καμβά με τις λευκές μαργαρίτες που είχε ζωγραφίσει η Φρόσω, λίγο πριν αυτή ανοίξει τα μάτια της για να σε αναζητήσει, έτοιμη να αγαπηθεί.

Posted in Γιάννης Χατζηχρήστος, Το φ του φόβου | Leave a Comment »

Κεφ.13 Μοράβια

Posted by R.K. στο 13/04/2009

ΜΟΡΑΒΙΑ
19/4/2005, Εργαστήριο του Πορφύρη, Κέρκυρα

10/9/2003, Βρυξέλλες
Σήμερα έπρεπε να παρουσιάσω στην PLP τις γενικές αρχές της επικοινωνιακής στρατηγικής που πρέπει να ακολουθήσει η Κομισσιόν για να εφαρμοστούν οι πολιτικές πρόληψης υγείας που αποφασίστηκαν στην Λισσαβόνα. Έπρεπε να είχα στηρίξει την προετοιμασία μου σε γενικές γραμμές πάνω σε ότι είχαν παρουσιάσει τους προηγούμενους μήνες ο Λάρσεϋ και ο Λαφανουί, σαν δήθεν επιβεβαιωμένες επιδημιολογικές τάσεις. Δεν έχουν επιβεβαιώσει όμως σχεδόν τίποτα ακόμα, δεν έχουν μαζέψει τα στατιστικά στοιχεία που χρειάζομαι για να τα αναλύσω για να σχεδιάσω τις ειδικές δράσεις για το AIDS, την πρόληψη της στεφανιαίας νόσου, τα εγκεφαλικά, τις επιδημίες και για την αντιμετώπιση των συνεπειών από ασθένειες που συνδέονται με τα διατροφικά σκάνδαλα, όπως εκείνο της νόσου των τρελών αγελάδων. Αντί για επιδημιολογικές μελέτες φέρνουν συνέχεια στην επιτροπή αντικρουόμενες μελέτες και διαφορετικές εκδοχές δεκαλόγων. Κάθε φορά με νέα «ου». Έχουν αντικαταστήσει τα «ου μοιχεύσεις» και τα «ου ψευδομαρτυρήσεις» με το «ου καταναλώσεις αλκοόλ», το «ου πηδήξεις» και το «ου φας κόκκινο κρέας». Δεν ξέρω ποιο θεϊκό χέρι τους τα παρέδωσε αυτά αλλά εμένα μου μυρίζουν σαν διαφορετικές εκδοχές συμβιβασμών φαρμακευτικών εταιρειών με ενώσεις παραγωγών καταναλωτικών προϊόντων. Οι άλλοι δυο στην επιτροπή περιμένουν από μένα να επιβάλλω αυτούς τους νέους Μωσαϊκούς τους Νόμους σχεδιάζοντας διαφημιστικές καμπάνιες και τις γενικές κατευθύνσεις της επικοινωνιακής πολιτικής των κρατών μελών σε θέματα αγωγής υγείας που θα ισχύσουν στην Ένωση τα επόμενα χρόνια. Τα «ου» του μικροβιολόγου Λάρσεϋ, που τον επέβαλε στην επιτροπή ο Μπλέρ παρά την εμπλοκή του στον πανικό που προκάλεσε για τις τρελές αγελάδες πριν ξεσπάσει το σκάνδαλο, στρέφονται κυρίως προς το AIDS και το αλκοόλ, που το συνδέει με τον καρκίνο και την οικογενειακή βία. Ο Γάλλος γενικός γιατρός, που ευθύνεται για την αύξηση της κατανάλωσης εμφιαλωμένου νερού στη χώρα του μετά από τις μελέτες που δημοσίευσε για το τρεχούμενο νερό και την σχέση του με καρκίνους και επιδημίες, στοχεύει με τα δικά του «ου» περισσότερο στις διατροφικές συνήθειες που έχουν σχέση με την κτηνοτροφική παραγωγή της χώρας του Λάρσεϋ, υπερασπιζόμενος φανατικά με τις δικές του στατιστικές την αμπελοκαλλιέργεια του Γαλλικού νότου. Στο μόνο που συμφωνούν και οι δύο είναι για την συσχέτιση του καπνίσματος με τον καρκίνο του πνεύμονα, παρά το γεγονός ότι είναι και οι δυο μανιώδεις καπνιστές. Μόνο γι’ αυτή την συσχέτιση σοβαρά στοιχεία που δεν χωρούσαν καμία αμφισβήτηση. Σήμερα βρήκα ευκαιρία και τους ρώτησα αν υπάρχουν επιδημιολογικές μελέτες για τις αιτίες που προκαλούν τον καρκίνο στον δωδεκαδάκτυλο. Δεν μπόρεσα να βγάλω κανένα συμπέρασμα, ο ένας ισχυρίστηκε ότι κατέχει αδιαμφισβήτητα στοιχεία ότι για τη νόσο ευθύνεται το κάπνισμα και ο άλλος ορκίζεται σε δεκάδες ανακοινώσεις συναδέλφων του που ενοχοποιούν τα ζωικά λίπη. Απέφυγα να τους πω ότι δεν έχω βάλει ποτέ τσιγάρο στο στόμα μου και ότι δεν καταναλώνω ζωικά λίπη, δεν ήθελα να ξέρουν το πρόβλημά μου. Διαφορετικά μπορεί να συμφωνούσαν και οι δυο για να με κατηγορούσαν για παθητικό καταναλωτή καπνιστού κρέατος. Τους δήλωσα ότι η επιτροπή θα συνεχίζει να καρκινοβατεί όσο δεν μου παρουσιάζουν σαφή, τεκμηριωμένα και πλήρη στατιστικά δεδομένα που να συσχετίζουν τις λεγόμενες μεγάλες ασθένειες- στόχους της Λισσαβόνας με τις συνήθειες ομάδων του πληθυσμού της Ένωσης. Απειλήθηκε γενική ελληνο-γαλλο-αγγλική σύρραξη σε Βελγικό έδαφος με τις όλο γαλατική ευγένεια διπλωματικές φράσεις που ανταλλάχθηκαν ένθεν και ένθεν και που ήταν γεμάτες με κριμένες απειλές.
Τώρα που γράφω αυτές τις γραμμές στο ξενοδοχείο πονάω πάλι.

20/10/2003 Γλυφάδα
Οι τελευταίες εξετάσεις δεν μου αφήνουν κανένα περιθώριο, πρέπει να αρχίσω χημειοθεραπεία. Δεν έχω όρεξη για δουλειά, στο Πανεπιστήμιο πατάω σπάνια και η ιδέα αυτού του ημερολόγιου έχει πάψει να με συναρπάζει. Πανικοβάλλομαι εύκολα, με πιάνει δύσπνοια και ιδρώνω, αγχώνομαι για τα πιο ασήμαντα ζητήματα. Ίσως να φταίνε αυτά τα χάπια που μου έδωσαν, ίσως πάλι όχι. Στις παρενέργειες δεν γράφει τίποτα για κρίσεις άγχους. Θέλω να μένω μόνος μου κλεισμένος στο σπίτι και να μη κάνω τίποτα.
Το μόνο που με κρατάει όρθιο όλο αυτές τις ημέρες του εκούσιου εγκλεισμού μου είναι η Στέλλα και η προοπτική της επόμενης βραδινής συνάντησής μας στο δίκτυο. Το αρχείο που καταγράφει τις συνομιλίες μας ξεπέρασε τις χίλιες τυπωμένες σελίδες, ευτυχώς που υπάρχει και αυτό και διαβάζω και κάτι που να έχει νόημα. Χθες το βράδυ τη ρώτησα τι είναι αυτό που φοβάται. Την τρομοκρατούν, είπε, τα μοναχικά Σαββατόβραδα, η μάνα της που την πιέζει να γυρίσει στο χωριό της για να την παντρέψει και η στιγμή που μετράει τα λεφτά της να δει αν της φτάνουν για μια σοκολάτα. Πιο πολύ είπε πως την τρομοκρατεί η διαφήμιση με εκείνη την εικόνα της τριαντάχρονης κουκλάρας, που γυρίζει ατσαλάκωτη και χαρούμενη από τη δουλειά της και σερβίρει γάλα στα δυο πανέμορφα δεκάχρονα παιδιά της. Μου ζήτησε να κάνω κάτι για να αλλάξει αυτό το πρότυπο νοικοκυράς-εργαζομένης μητέρας από τα διαφημιστικά σποτ, που την κατηγορεί ευθέως ως πλήρως αποτυχημένη.
Σήμερα έπιασε δουλειά σε ένα γραφείο, δοκιμαστικά της είπαν για ένα μήνα, χωρίς ΙΚΑ. Ήταν χαρούμενη, με ρώτησε τι επιθυμούσα πιο πολύ, να της πω το πιο τρελό μου όνειρο. Απάντησα ότι θα ήθελα να ζήσω μια βραδιά στο Μπουένος Άϊρες χορεύοντας παθιασμένα αργεντίνικα τανγκό. Δεν είπα ότι δεν ξέρω να χορεύω τανγκό και ότι φοβάμαι ότι δεν θα προλάβω να μάθω. Ακόμα δεν έχω δει φωτογραφία της, αποφεύγω να της την ζητήσω, πόσο μάλλον να βρεθούμε από κοντά με τα χάλια που έχω. Να θυμηθώ να βγάλω μια φωτογραφία όσο ακόμα έχω μαλλιά.
Το πρωί πήγα στον Φαίδωνα να του μιλήσω. Μου ανήγγειλε ότι παντρεύεται την Πόλυ, που θα είναι η νέα του γυναίκα τον από άλλο μήνα και ήταν πολύ χαρούμενος. Τον μεθεπόμενο μήνα βγαίνει στη σύνταξη, έμεινε η συζήτησή μας σε γενικότητες. Δεν ήθελα να χαλάσω το κλίμα των ημερών του με τα δικά μου. Μου φαίνεται όμως ότι κατάλαβε ότι έχω πιάσει πάτο.

1/11/2003 Γλυφάδα
Πόσες φορές την έχω δει την ταινία; Δεν θυμάμαι. Πατάω πάλι το κουμπί του βίντεο και μπαίνω ξανά, όπως όλες τις προηγούμενες φορές, στον κόσμο που βρίσκεται ανάμεσα στο όνειρο και το μη όνειρο. Ο Μορφέας αποκαλύπτεται μετά από την προειδοποίηση για το τι θα του συμβεί στην επόμενη σκηνή. Το μπλε χάπι ή το κόκκινο; Ελεύθερα θα πρέπει να σκεφτεί, το μπλε διάλεξε. Ξυπνάει από τον ύπνο και βρίσκεται μέσα στον εφιάλτη. Νομίζει είναι αέρας αυτό που αναπνέει; Κάποιοι λίγοι αντιστέκονται, προστατεύουν το λειτουργικό σύστημα της Ζάιον από τους πράκτορες με τα μαύρα κουστούμια. Θέλουν να απελευθερώσουν και τους άλλους από τον δικτυωμένο ύπνο τους που τους απομυζά μέσα από τα κουκούλια τους. Δεν θα τα καταφέρει, όλοι πέφτουν την πρώτη φορά σε αυτό το άλμα. Η Όρακλ δεν τον αναγνωρίζει, του λέει ότι δεν είναι ο Εκλεκτός.
«I must have a door in the back of my head»[1] μου τραγουδάει μια βραχνή φωνή από τους Ντάντυ Γουόρχολς στο CD που παίζει δίπλα.
Πρέπει να σωθεί ο Μορφέας, δεν θα προλάβει, προδοσία. Μόνο η Τρίνιτυ ξέρει. Γνωρίζει την δική της προφητεία και εμπιστεύεται την καρδιά της. Θα τα καταφέρει του λέει, να τρέξει όσο πιο δυνατά μπορεί.
Περνούν όλες οι σκηνές από μπροστά μου. Καταιγισμός από εικόνες με εικονικές μονομαχίες ανάμεσα σε αυτούς που αντιστέκεται και σε αυτούς που προστατεύουν αυτό που κρατάει το γένος των ανθρώπων κοιμισμένο για να ρουφήξει όλη του την ενέργεια. Με πατημένο το κουμπί του Fast Forward η ταινία κρατάει λιγότερο από πέντε λεπτά, όσο κράτησε πάνω κάτω και το τραγούδι στο CD. Ζαλίζομαι από τον ρυθμό που έδωσα στις εικόνες, πρέπει να ηρεμίσω, να χαμηλώσω ταχύτητα, να καταλάβω που πατάω. Κάθε φορά που βλέπω αυτή την ταινία το ίδιο παθαίνω, παθιάζομαι και παρασύρομαι από τον ρυθμό των σκηνών.

Πολύ με είχε προβληματίσει το μήνυμά της την πρώτη φορά που μιλήσαμε για τον Magritte. Μου φάνηκε πολύ σκληρό και γεμάτο φόβο για το αύριο.

Άνθρωποι ζουν ένα όνειρο που καθορίζουν υπολογιστές και προγράμματα εικονικής πραγματικότητας. Παρατραβηγμένο ίσως για να τονιστεί η αλληγορία. Ποντάρανε οι παραγωγοί της ταινίας στον φόβο του μέσου θεατή για το τεχνολογικά καινούργιο ή κάτι άλλο θέλει να πουν oι σκηνοθέτες; Λίγες ταινίες μου έβαλαν τόσα πολλά και τόσο έντονα καινούργια ερωτήματα. Τι είναι αυτό το Μάτριξ; Δεν είναι το ίντερνετ και ο φόβος ότι θα μας ελέγχουν καλλίτερα έτσι δικτυωμένους όλους. Δεν κινδυνεύουμε από αυτό το δίκτυο γιατί τους ξέφυγε και δεν ανήκει πλέον σε κανένα, κανείς δεν μπορεί να το ελέγξει αποτελεσματικά. Μήπως είναι τότε το Μάτριξ η δύναμη των τηλεοπτικών δικτύων που καθορίζουν τις συνήθειες και ρυθμίζουν τις αγορές; Ίσως. Υποψιάζομαι όμως ότι δεν αρκούν μερικά κόλπα του κούνγκ-φου, μερικές μπουνιές και κάποιες κουτουλιές στους μαυροφορεμένους μπράβους των μιντια-κρατόρων για να ξεμπλέξουμε με όλα αυτά. Ξέρω ότι τα πράγματα είναι πιο πολύπλοκα, είναι δουλειά μου να το ξέρω αυτό. Δεν αρκούν κάποιες ηρωικές έφοδοι στα χειμερινά ανάκτορα των μίντια για να ξεφύγει κανείς από αυτό το Μάτριξ των τηλεοπτικών μέσων που κάθε μέρα κοιμίζει βαθύτερα μέσα στην απομόνωση του κουκουλιού που πλέκεται με πολύ τέχνη γύρω από τον καθένα. Και εγώ τι κάνω; Γράφω συνταγές για να φτιαχτεί καλλίτερα αυτό το κουκούλι, αυτό ίσως έπρεπε να απαντήσω στη Στέλλα όταν με ρώτησε τι δουλειά κάνω.

Αντιγράφω από το ιστορικό των συνομιλιών με τη Στέλλα:

karibu 26/10/2003 01:35 πμ
Πες μου ειλικρινά. Τι ψάχνεις σ’ αυτό το δίκτυο;

Misty 26/10/2003 01.36πμ
Σου απάντησα σε αυτή την ερώτηση πριν λίγες μέρες.

karibu 26/10/2003 01:37 πμ
Όχι δεν μου απάντησες τελείως. Πες μου τι ψάχνεις.

Misty 26/10/2003 01.38πμ
Ψάχνω να βρω την δική μου Ζάιον, εντάξει; Αυτό ψάχνω.

Ποιο είναι αυτό το κορίτσι που έρχεται τις τελευταίες νύχτες στα όνειρά μου έχοντας πάρει τη μορφή της Τρίνιτυ; Tι την κάνει να λέει πεισματικά όχι στην κάθε μου προσπάθεια να της βρω δουλειά, γιατί με αγαπάει; Είναι φανερό ότι αυτό συμβαίνει, με αγαπάει, το διαβάζω στα μάτια της πίσω από τις γραμμές. Και εγώ ερωτεύομαι πάλι. Πως είναι δυνατό να ερωτεύομαι με αυτά που μου συμβαίνουν;

Θεραπεύει ο Μορφέας ο θεός του ύπνου, αυτό το διαισθάνομαι αλλά δεν μπορώ να αποδείξω πως το καταφέρνει, μου λείπουν τα στοιχεία. Είναι ώρες που σκέφτομαι μόνο με λέξεις και άλλες που σκέφτομαι μόνο με εικόνες. Επινοώ λέξεις που περιγράφουν εικόνες για να γίνουν μετά σκέψεις ή συμπεριφορές. Και πιο σπάνια ζωγραφίζω εικόνες για να τακτοποιήσω τις σκέψεις που κάνω με τις λέξεις. Και όταν σκέφτομαι με λέξεις έχουν σημασία όλα τα σημεία στίξης, οι χρόνοι στα ρήματα και οι προσωπικές αντωνυμίες. Βάζω κώμα όταν θέλω να ανασάνω, αλλάζω παράγραφο όταν ολοκληρώνεται ο συλλογισμός και φτιάχνω καινούργιο κεφάλαιο όταν νομίζω ότι πρέπει να αλλάξω ριζικά κάτι στην ζωή μου. Δεν βάζω ποτέ τελεία όταν σκέφτομαι, η τελεία μπαίνει μια φορά στο τέλος και εμένα, παραδόξως, δεν με απασχολεί σήμερα ο θάνατος. Έκανα την σκέψη ότι ίσως δεν με φοβίζει ο θάνατος γιατί δεν με φοβίζει και αυτή η μοναδική ζωή που είναι να ζήσω. (Να μια πρόταση που ισχύει όσο και η άρνηση της. Δουλεύει εδώ η αντιστροφή). Όταν ονειρεύομαι όμως ονειρεύομαι πάντα με εικόνες, δύσκολο να χωρέσουν τα κώματα και οι χρόνοι των ρημάτων στις εικόνες των ονείρων. Αδύνατον να βάλω τελεία στις εικόνες, το ξέρω αυτό καλά, το έμαθα από το Λάσκο και το ένοιωσα ανακατεύοντας τα χρώματα στην παλέτα για να γίνουν εικόνες ζωγραφιστές. Δεν νομίζω όμως ότι είναι δυνατή η ζωή χωρίς την προοπτική αυτής της τελείας που θα προσδιορίσει κάποια στιγμή το τέλος της σκέψης. Ίσως διαφορετικά να μην είχε κανένα νόημα.

Κουράζομαι, δεν μπορώ να γράφω συνέχεια, έχω το κομπιούτερ ανοιχτό και περιφέρομαι στο σπίτι κάνοντας άσκοπα πράγματα και αναλώνομαι σε ημιτελείς προσπάθειες. Επιστρέφω πάντα εδώ για να γράψω δυο γραμμές και να φύγω πάλι, λες και έγινε αυτό το Ημερολόγιο Καταστρώματος ο λόγος της ύπαρξης μου αυτές τις ώρες. Ή μήπως ημέρες, δεν είμαι σίγουρος για να πω. Είναι και εκείνος ο κάβουρας που με δαγκώνει στο στομάχι. Κρατάει κάποιο ρυθμό αυτός, μου φαίνεται ότι δαγκώνει με κάποια περιοδικότητα. Ο πόνος κάνει κάποιο κύκλο και αυτός, έχω αυτά τουλάχιστον να μου δίνουν και σε μένα την αίσθηση του χρόνου. Μάλλον Bug[2] θα είναι αυτός ο κάβουρας στο πρόγραμμα της εικονικής πραγματικότητας που φτιάχτηκε ειδικά για μένα. Κάποιος θα τον φύτεψε εκεί παλιότερα για να παραμονεύει μπας και πάω να ξεφύγω από τα όρια, να με επαναφέρει σε τάξη και να με τοποθετήσει πάλι σε κάποιο χρονικό πλαίσιο.

Κοιμήθηκα για λίγο στον καναπέ. Ξύπνησα με το ερώτημα αν μπορεί να υπάρξει στο Μάτριξ όνειρο μέσα στο όνειρο. Μπερδεύτηκα.

Ξύρισα το μαλλί από το κεφάλι μου με γρήγορες νευρικές κινήσεις, πριν αυτό αρχίσει να πέφτει τούφες τούφες από τα χημικά και τις ακτινοβολίες που θα ακολουθήσουν. Κόπηκα άσχημα, σταμάτησα την αιμορραγία με κόπο. Είδα μετά τον εαυτό μου στον καθρέφτη και δεν με γνώρισα. Έψαχνα να θυμηθώ ποιο πρόσωπο από το Μάτριξ ήταν αυτό που με κοιτούσε έντρομο μέσα από τον καθρέφτη του μπάνιου. Μου δημιουργήθηκε η κρυφή ελπίδα, η ουλή που ανοίχτηκε πίσω από το αυτί μου από το ξυράφι, να είναι η πύλη που θα με ξανασυνδέσει με κάποια άλλη πραγματικότητα. Σε άλλο χρόνο και τόπο. Και χωρίς τον κάβουρα..

Νομίζω ότι τρελαίνομαι.

14/11/2003 στο γραφείο μου στο Πανεπιστήμιο

Γλιστρούσα πάνω στα κύματα του ίντερνετ, σέρφινγκ το είπαν αυτό κάποιοι τρελαμένοι Καλιφορνέζοι με τις σανίδες, έμεινε ο όρος και παγκοσμιοποιήθηκε. Χρειαζόμουν να βρω ιστοσελίδες με πληροφορίες για κάποιο πρότυπο ασφάλειας υγιεινής στους χώρους εργασίας. Η μηχανή αναζήτησης μου πρότεινε να συνδεθώ σε μια σελίδα. Βρέθηκα ξαφνικά σε μια που παραπέμπει σε δικτυακούς τόπους που εξειδικεύονται στην παροχή συμβουλευτικών ιατρικών υπηρεσιών και κάνουν ψυχολογική υποστήριξη σε ασθενείς. Ένα τρίτο χέρι κάνει κλικ στο ποντίκι για να διαλέξω την επιλογή «Νεοπλασίες». Μια θάλασσα από καινούργιες επιλογές ξανοίχτηκε μπροστά μου. Δυσκολεύομαι να διαλέξω. Από αλλού ξεκινούν διαδρομές που αναλύουν εξειδικευμένα ιατρικά θέματα και την επίδραση των φαρμάκων, ενώ δίπλα άλλες παρέχουν στο διάβα τους πληροφορίες για εταιρίες που δίνουν ψυχολογική υποστήριξη ή για ηλεκτρονικές κοινότητες αλληλοϋποστήριξης πασχόντων. Άνοιξα δειλά το παράθυρο μιας τέτοιας κοινότητας, η σελίδα υποδοχής εξηγεί τους σκοπούς και τους κανόνες της. Διαθέτει και ιστοσελίδα συνομιλιών ανάμεσα στα μέλη της, έκανα εγγραφή. Από εκείνη τη στιγμή είμαι και επίσημα καρκινοπαθής. Ο καθένας με λίγες γνώσεις και τα κατάλληλα εργαλεία θα μπορεί να ανακαλύψει αυτή την εγγραφή μου και να βγάλει σαν συμπέρασμα πράγματα που τα θεωρώ σαν ευαίσθητες προσωπικές μου πληροφορίες. Εξαρτιέμαι πλήρως από τον επαγγελματισμό του προγραμματιστή που έφτιαξε την σελίδα. Ελπίζω να είχε προβλέψει να συμπεριλάβει μηχανισμούς που να προστατεύουν την πρόσβαση τρίτων στα αρχεία των μελών που εγγράφονται σε αυτόν τον δικτυακό τόπο.
Εκείνη την ώρα ήταν εβδομήντα έξι διαθέσιμοι για συνομιλία, έψαξα να βρω κανένα Ρωμιό, φαντάστηκα ότι θα είναι πιο εύκολη η επικοινωνία μαζί του. Βρίσκω ένα τριανταπεντάρη, ανοίξαμε κουβέντα. Είναι από την Εορδαία, έχει όγκο στο κεφάλι μετά από μετάσταση από τον πνεύμονα, το στρόντιο από το Τσερνομπίλ του είπαν κάποιοι γιατροί, το ενεργειακό Νταχαάου της ΔΕΗ στην Πτολεμαΐδα είπαν κάποιοι άλλοι, κανείς δεν ξέρει να του πει με σιγουριά τι ευθύνεται γι’ αυτό που δεν θα αλλάξει για τον ίδιο. Πρέπει να είναι σε άσχημη σωματική κατάσταση από αυτά που μου λέει πως πέρασε αλλά γράφει με αισιοδοξία, δίνει συμβουλές, προσπαθεί να με στηρίξει.
«Τι ψάχνεις να βρεις σ’ αυτή την ιστοσελίδα», με ρωτάει κάποια στιγμή. Στο μυαλό μου εκείνη την στιγμή ήταν πάλι τα ξύλινα σκαριά του Αγγλικού στόλου που περίμεναν τα συνεργεία διάλυσης στη Μάλτα.
«Ξυστρί να μου καθαρίσει την μοράβια ψάχνω», έγραψα.
«Έτσι το αισθανόμουν και εγώ πριν τρία χρόνια που πρωτοέμαθα τι μου συμβαίνει. Δεν φοβήθηκα τον επικείμενο θάνατο μου, μόνο με την σκέψη ότι είναι η μοναδική κατάσταση που δεν θα συναντήσω όσο είμαι ζωντανός. Αισθανόμουν όμως να έχουν κολλήσει πάνω μου λάσπες που δεν μπορούσαν να ξεκολλήσουν, σαν να ήμουν βρώμικος. Φοβόμουν να μιλήσω στους φίλους μου μη και με απορρίψουν σαν κάτι διαφορετικό. Σκληρή αυτή η σκέψη της απόρριψης. Κλείστηκα στο σπίτι και δεν έβγαινα έξω καθόλου. Τελικά ξέρεις πότε αισθάνθηκα καλά; Όταν έμαθα τελεσίδικα πόσο χρόνο έχω για να ζήσω. Γιατί τότε καταλαβαίνεις ότι έχεις ένα πλεονέκτημα.»
«Τι πλεονέκτημα;» Ρώτησα ως νεοφώτιστος.
«Κοίτα φίλε, όλα στην ζωή έχουν μια κλίμακα, ακόμα και αυτή η ίδια η ζωή. Ποιος καθορίζει ότι είναι πολλά ή λίγα τα χρόνια που είναι να ζήσει κάποιος; Και αν αυτά τα χρόνια είναι σκυλίσια πως καθορίζεται τότε η κλίμακα; Και ποιος βάζει τα πρότυπα που καθορίζουν την ζωή αν είναι σκυλίσια ή δεν είναι; Βλέπεις είναι πολλά τα ερωτήματα φίλε, τα πάντα φαίνονται ότι είναι σχετικά. Όταν όμως ξέρεις ακριβώς ότι σου μένουν π.χ. εκατόν εβδομήντα μέρες, ξέρεις ακριβώς τι σου μένει να κάνεις.»
«Πες μου σε παρακαλώ, τι κάνεις τότε;»
«To μόνο που σου μένει τότε να κάνεις είναι να ξυπνάς το πρωί, να αισθάνεσαι χαρούμενος που βλέπεις ξανά το φως και να αρπάζεις μετά κάθε στιγμή της μέρας που έρχεται. Την ρουφάς την κάθε στιγμή μέχρι το μεδούλι, δεν της αφήνεις σταγόνα. Αυτό μόνο σου μένει να κάνεις. Άδραξε την στιγμή είναι το σύνθημά μας σε αυτή την ηλεκτρονική κοινότητα, δεν το πρόσεξες;»
Δεν ήξερα τι να απαντήσω
«Άφωνος φίλε; Νομίζεις ότι είναι δύσκολο; Δεν είναι πίστεψέ με. H μόνη πίκρα που μένει όταν το καταλάβεις αυτό ξέρεις ποια είναι; Που δεν έκανες αυτό ακριβώς και όλο τον άλλο καιρό που δεν ήξερες ότι σου μένουν μόνο αυτές οι εκατόν εβδομήντα μέρες. Αυτή είναι η μοράβια σου φίλε, οι χαμένες στιγμές της ζωής σου είναι, αυτές που τις πέρασες έτσι, χωρίς να τις ζήσεις.»
«Και πως την πετάς από πάνω σου αυτή την μοράβια» ρώτησα.
«Αρπάζεις την μέρα σου και την κάθε της στιγμή της και η μοράβια εξαφανίζεται σιγά σιγά.»
Είπαμε να τα ξαναπούμε, να συναντιόμαστε που και που σε αυτόν τον ηλεκτρονικό τόπο για να ξύνει ο ένας την μοράβια του άλλου.
[1] Πρέπει να έχω μια τρύπα πίσω από το κεφάλι, στίχος από το Solid, του άλμπουμ Thirteen Tales from Urban Bohemia των Dandy Warhalls.
[2] Ζωύφιο, μεταφορικά τα κρυμμένα λάθη που υπάρχουν στα προγράμματα των υπολογιστών

Posted in Γιάννης Χατζηχρήστος, Το φ του φόβου | 1 Comment »

Κεφ.14 Τζαζ ροκ

Posted by R.K. στο 13/04/2009

ΤΖΑΖ ΡΟΚ
19/4/2005, Κέρκυρα

Οι οδηγίες της κυρά-Μαρίνας ήταν πολύ κατατοπιστικές. Μετά την Μεσσογγή στο δρόμο για Λευκίμη έστριψες δεξιά ακολουθώντας την πινακίδα για τον Άγιο Ματθαίο. Δεν βιαζόσουν, η Φρόσω ήταν γαντζωμένη πάνω σου από την πίσω θέση απολαμβάνοντας τη διαδρομή ανάμεσα στα περιβόλια και τα αμπέλια. Πιο κάτω στη διχάλα το σήμα έδειχνε ίσια και αριστερά για τον προορισμό αυτής της βόλτας, πήρες τη διαδρομή που δήλωνε μεγαλύτερη. Μέσα στην αντηλιά του μεσημεριού μια άλλη πινακίδα έδειχνε ίσια την κατεύθυνση για την λιμνοθάλασσα των Κορυσσίων, δεξιά ξεκινούσε ο σκιασμένος στενός δρόμος προς το μνημείο των Σέρβων πεσόντων του πρώτου παγκοσμίου και τον Άγιο Ματθαίο. Στάθηκες για να ξεδιψάσετε στη βρύση που άφησαν πίσω τους οι φαντάροι των υπολειμμάτων του Σερβικού στρατού που βρήκαν σ’ αυτό το τόπο καταφύγιο. Η διαδρομή συνέχιζε μέσα σε ένα πανάρχαιο ελαιώνα. Τα πανύψηλα δέντρα με τους χοντρούς τους κορμούς που ήταν γεμάτοι κουφάλες είχαν πάρει περίεργα σχήματα, άλλο σαν άνθρωπος που καμπούριασε απ’ τα χρόνια, άλλο σαν ζώο έτοιμο να ορμίσει, ένα μνημείο της φύσης ανώτερο είπες από το καλλίτερο μουσείο μοντέρνας τέχνης. Το μόνο που θύμιζε ανθρώπινη παρουσία ήταν τα λιόπανα, άλλα μαζεμένα και άλλα απλωμένα ακόμα, να περιμένουν τους πεσόντες καρπούς από ψηλά. Ο ήλιος πουθενά, σκιά απόλυτη παντού, σαν να μην έχει δει το μέρος κανένας ήλιος για αιώνες. Σταμάτησες πιο πάνω τη μηχανή σε ένα παλιό στρατιωτικό κτίριο φτιαγμένο από πέτρα. Οι Σέρβοι να το ‘φτιαξαν στον πρώτο πόλεμο ή οι Γερμανοί στον δεύτερο, δεν υπήρχε κανένα σημάδι που να προσδιορίζει το σκοπό και τον κτίστη του. Από εκεί ξεκινούσε αριστερά προς τη θάλασσα ένας στενός χωματόδρομος που συνέχιζε μέχρι τη θάλασσα με ένα μονοπάτι φαγωμένο από τις βροχές του χειμώνα. Το λαμπίρισμα της θάλασσας που ανοίγονταν μέχρι τον ορίζοντα αντανακλούσε από ψηλά το γαλάζιο της στα μάτια της Φρόσως που έλαμπαν. Σε πήρε από το χέρι, κατηφορίσατε το μονοπάτι και βγήκατε από τη σκιά.
Η μικρή αμμουδερή παραλία που ανοίγονταν προς το βορρά είχε τη πλάτη της καλυμμένη από τα κύματα του Αδριατικού πελάγους, που έρχονταν από τη δύση, με ένα μικρό κυματοθραύστη φτιαγμένο από ογκόλιθους, που προστάτευε καμιά δεκαριά ψαρόβαρκες που ήταν δεμένες η μια δίπλα στην άλλη με ένα σκοινί. Δεξιά ένα κλειδωμένο εκκλησάκι, Αγία Παρασκευή έγραφε, το ίδιο και το κουφάρι μιας μισοθαμμένης στην άμμο ξύλινης βάρκας μπροστά του. Σκιά πουθενά εδώ κάτω, το φως έδειχνε να έρχεται εκτυφλωτικό από παντού μετά από τις αντανακλάσεις του στο νερό, τη λευκή άμμο, τα βράχια και το ασβεστωμένο τοίχο απ’ το ξωκλήσι που το έστελνε με μεγαλύτερη ένταση πίσω στη θάλασσα. Λίγα μέτρα πιο πάνω το απόλυτο σκοτάδι του ελαιώνα έμοιαζε σαν να είχε χύσει όλο το φως στη θάλασσα από το φαγωμένο μονοπάτι μαζί με τα νερά της βροχής του χειμώνα.
«Εγώ θα μπω» είπε χαμογελώντας πάλι με τα μάτια. Άρχισε να βγάζει τα ρούχα της με γρήγορες κινήσεις, έβγαλες και εσύ τα παπούτσια και μάζεψες τα παντζάκια μέχρι το γόνατο. Το νερό ήταν παγωμένο, πάντα περίμενες να μπεις στη θάλασσα μετά του Αγίου Πνεύματος. Το γυμνό κορμί της εξαφανίστηκε στο νερό με ένα μακροβούτι. Την είδες μετά από δέκα μέτρα να σου χαμογελάει τινάζοντας τα μαλλιά της από το νερό, πριν γυρίσει τη πλάτη και με δυνατές απλωτές να παίρνει κατεύθυνση προς τη μύτη του κυματοθραύστη. Πρώτη φορά τη βλέπεις γυμνή, το καλογυμνασμένο της κορμί δεν σου έκρυβε πλέον κανένα του μυστικό. Τα δυο της λακκάκια κάτω από τη μέση τα είχες φανταστεί ότι θα ήταν ακριβώς εκεί, τώρα τα είδες να σου χαμογελούν πριν το μακροβούτι.
Στάθηκες να καταγράψεις την εικόνα ακουμπώντας πάνω στο σκοροφαγωμένο σκαρί της βάρκας που, γερμένη στο πλάι, είχε γεμίσει άμμο και νερό. Μέσα της καμιά δεκαριά καβούρια έκαναν τσιμπούσι με ένα μισοφαγωμένο κέφαλο. Η σκιά από το σώμα σου που έσκυψε από πάνω τους να δει το θέαμα τα φόβισε, άφησαν τον μεζέ και άρχισαν να τρέχουν πανικόβλητα προς όλες τις κατευθύνσεις.
«Συγνώμη» σου ξέφυγε βλέποντας τα να χάνονται στα ρηχά. Χαμογέλασες, θυμήθηκες τα καβούρια σε μια άλλη ακρογιαλιά, ίδια σαν αυτή, με μια παρόμοια μισοβυθισμένη βάρκα στο Γαλαξίδι, πριν είκοσι, είκοσι ένα χρόνια θα ήταν. Τότε να τα κυνηγάς με ένα καλάμι για να τα δεις να χάνονται στη θάλασσα διασκεδάζοντας με το πλάγιο του βαδίσματός τους. Και μετά, ολομόναχος πλέον στην μυστική σου γωνιά, να κοιτάς με τις ώρες τη θάλασσα περιμένοντας τον Αρχάγγελο να φανεί στον ορίζοντα. Φανταζόσουν τον παππού σου να σε μαθαίνει να δουλεύεις το πανί και τα σχοινιά και εσύ να κρατάς σταθερά τη πορεία με το τιμόνι του, όπως εκείνη τη μοναδική φορά που βγήκατε μαζί για ψάρεμα με τη βάρκα και σου μάθαινε πως νετάρουν το παραγάδι για να μη μπερδευτεί και πως δολώνεται η σαρδέλα στην καθετή για να πιάσετε καθαρά στα βαθειά. Εσύ τότε ήσουν ο τιμονιέρης στο καΐκι των παιδικών σου ονείρων που ξεκινούσε ταξίδι για να φορτώσει και να ξεφορτώσει όλου του κόσμου τα καλά σε όλα τα λιμάνια από τη Πάτρα μέχρι το Τούνεζι. Και σε κάθε λιμάνι να σας περιμένουν παλιοί φίλοι του παππού με κεράσματα και για να πουν ιστορίες για τρικυμίες, μπουνάτσες και τα θαλασσινά πλάσματα που δεν τα είχε δει ποτέ κανένα μάτι ανθρώπινο. Και εκεί, στο τελευταίο λιμάνι στην Αλεξάνδρεια, πριν πάρετε το δρόμο του γυρισμού φορτωμένοι με χουρμάδες, ελεφαντόδοντο και μπακίρια, θα ξεφύλλιζες εκείνο το βιβλίο που σου υποσχέθηκε ο παππούς και που είχε όλη τη παλιά σοφία που εξηγούσε όλα τα μυστήρια του κόσμου απαντώντας σε όλα τα αναπάντητα γιατί που τον βομβάρδιζες, φυλαγμένο τόσους αιώνες για σένα από εκείνο τον γέρο παλαιοπώλη. Δεν ερχόταν ποτέ ο Αρχάγγελος, έφευγες το σούρουπο πάντα μετανιωμένος που κυνήγησες τα καβούρια και σε άφησαν αυτά ολομόναχο στην ακροθαλασσιά να ψάχνεις απογοητευμένος και διψασμένος για κάποια σκιά να σε δροσίσει μετά τις ώρες κάτω από τον ήλιο που έστελνε το φως του από παντού.
Δεν ξέρεις πόση ώρα πέρασε με αυτές τις σκέψεις, η Φρόσω δεν φαινόταν πουθενά. Σηκώθηκες στις μύτες των ποδιών να κοιτάξεις πίσω από τα βράχια του κυματοθραύστη, ανέβηκες πάνω στη πλαγιασμένη βάρκα έβαλες το χέρι αντήλιο, τίποτα. Η θάλασσα έδειχνε άγρια την απεραντοσύνη της μέχρι τη δύση, ανησύχησες, η καρδιά σου άρχισε να χτυπάει δυνατά. Έβγαλες τα ρούχα, τα πέταξες πάνω στη μιθοβυθισμένη βάρκα και ολόγυμνος πήρες την απόφαση να τη ψάξεις. Δεν πρόλαβες να κάνεις ένα βήμα στα παγωμένα νερά όταν την άκουσες να γελάει από πίσω σου ξαπλωμένη πάνω σε ένα λείο βράχο που ξεκινούσε από τα ριζά του λόφου με τις ελιές και χανόταν πλαγιασμένος στο νερό. Σε παρατηρούσε λαχανιασμένη, προφανώς κολύμπησε πίσω από τα βράχια τα σκαρφάλωσε και βγήκε από πίσω.
«Ανησύχησες Σκοτεινέ;» σε ρώτησε γελώντας όσο την πλησίαζες γυμνός. Το στήθος της ανεβοκατέβαινε ρυθμικά στάζοντας αλμύρα. «Έτσι ακριβώς σε είχα φανταστεί όταν ζωγράφιζα εκείνη τη ζωγραφιά που σου άρεσε. Γυμνό και ανήσυχο να με ψάχνεις μέσα σε μια τέτοια θάλασσα.»
Την πήρες αγκαλιά και τη φίλησες. Το αλμυρό νερό που έσταζε στο στόμα της από τα βρεγμένα της μαλλιά έκανε τη δίψα και των δυο αβάσταχτη. Κυλιστήκατε πάνω στο φως της αμμουδιάς με τα γυμνά κορμιά να χάνουν όλες τους τις λεπτομέρειες, τους έμενε μόνο το περίγραμμα. Σου φάνηκε ότι πιάσατε όλα τα λιμάνια μέχρι τη Μπαρμπαριά, ήθελε να τα ξαναεπισκευτείς ένα ένα και ύστερα πάλι από την αρχή σε ένα ταξίδι που δεν θα σταματούσε ποτέ. Την ακολούθησες αλλάζοντας μαζί της συνέχεια θέση στο πανί και το τιμόνι. Μείνατε μετά από ώρα να αφήνετε τον ήλιο να σκάβει τα ξεδιψασμένα κορμιά από τον έρωτα χαϊδεύοντας ο ένας τον άλλο. Τα καβούρια είχαν επιστρέψει να συνεχίσουν αυτό που είχαν αφήσει μισό, ο φόβος της άγνωστης σκιάς είχε εξαφανιστεί.
«Για πρώτη φορά μετά από καιρό έχω την αίσθηση ότι δεν με παρακολουθεί κανένας» είπε ακουμπώντας το κεφάλι της στη γυμνή σου κοιλία όσο έπαιζε μπλέκοντας τα δάχτυλά της στις τρίχες σου. Συμφώνησες μπλέκοντας τα δικά σου στα βρεγμένα της μαλλιά. Και τότε άρχισε να χαμηλώνει λίγο η ένταση από εκείνο το βούισμα μέσα σου.

Σούρουπο. Είπατε να κάνετε μια βόλτα με τα πόδια στα καντούνια της παλιάς πόλης. Άφησες τη μηχανή σε μια πλατεία που την στόλιζαν δημόσια ουρητήρια, δυο στάσεις λεωφορείου και τρία πλατάνια. Γύρω γύρω μαγαζιά γεμάτα με Πασχαλινά στολίδια και πολύχρωμους μπότηδες, τα κανάτια που θα σπάσουν το Μέγα Σάββατο για να ξορκίσουν το κακό, φοβίζοντας τον κάθε ετερόδοξο κατακτητή που πέρασε από εδώ. Πλατεία Σαρόκκο έγραφε η πινακίδα στα ελληνικά, San Rocco η λατινική γραφή της για τους τουρίστες. Κοιταχτήκατε στα μάτια, είπατε να κάνετε ένα γύρω να βρείτε οτιδήποτε να παραπέμπει σε αρχείο, είχε μείνει μόνο εκείνη η τελευταία παράγραφος από το μήνυμα του Πορφύρη που δεν είχε αποκρυπτογραφηθεί, αυτή που υπόσχονταν να τα εξηγήσει όλα. Ένα συμβολαιογραφείο στον πρώτο όροφο ενός παλιού σπιτιού, που στο ισόγειό του πουλούσε μουσικά όργανα και δυο βιβλιοπωλεία έδειχναν τα μοναδικά σημεία που θα μπορούσε να υπάρχει κάτι γραπτό ή τυπωμένο. Παντού μαγαζιά, καφενεία, τυποπιτάδικα και σουπερμάρκετ. Χτυπήσατε το κουδούνι του συμβολαιογραφείου, άνοιξε σκυφτός ένας αδύνατος ασπρομάλλης κρυμμένος πίσω από τους χοντρούς φακούς των μυωπικών του γυαλιών.
«Σε τι μπορώ να σας εξυπηρετήσω;» ρώτησε ευγενικά τονίζοντας το ρήμα με τη χαρακτηριστικά μελωδική προφορά των ντόπιων.
«Είμαστε από το Πανεπιστήμιο, κάνουμε μια έρευνα και θα θέλαμε να ρωτήσουμε αν υπάρχει στα αρχεία σας κάτι καταγεγραμμένο που αφορά τον Σπύρο Πορφύρη, τον καθηγητή Σπύρο Πορφύρη» είπες.
Βρόντηξε και άστραψε. Έξαλλος από την οργή έδειξε την πόρτα φωνάζοντας:
«Να πάτε να πείτε σε αυτούς που σας έστειλαν ότι δεν ξέρω κανένα Πορφύρη και δεν έχω τίποτα που να τον αναφέρει. Μόλις κατάφερα να συνεφέρνω τα βιβλία μου από την προηγούμενη φορά, το Νοέμβριο, που ήρθαν εκείνοι οι άλλοι με εισαγγελική παραγγελία και τα άφησαν όλα πίσω τους γης Μαδιάμ. Να σου τώρα πάλι τα ίδια από την αρχή. Τσακιστείτε από δω, σας είπα δεν έχω τίποτα.»
Συνέχισε να βρίζει με την κερκυραϊκή του προφορά επικαλούμενος και τον Άγιο Σπυρίδωνα βροντώντας τη πόρτα όσο κατεβαίνατε δυο δυο τα σκαλιά.
«Φαίνεται ότι δεν είχαμε μόνο εμείς αυτή την έμπνευση» είπε χαμογελώντας και αγκαλιάζοντας το μπράτσο σου.

Μουσική τζαζ ακούγονταν να έρχεται από κάπου κοντά, κάπου θα δίνονταν συναυλία. Την ακολουθήσατε μέχρι που είδατε έκπληκτοι να έρχεται μέσα από τον χώρο ενός συγκροτήματος κτιρίων, πενήντα μέτρα πιο κάτω, που είχαν απ’ έξω μια πινακίδα που έγραφε: ΠΕΣΥΠ Ιονίων Νήσων, Ψυχιατρικό Νοσοκομείο Κέρκυρας. Η πύλη ανοιχτή, παρέες έμπαιναν και έβγαιναν ελεύθερα, η συναυλία δίνονταν στο προαύλιο μπροστά σε ένα κοινό που έδειχνε μεγάλο. Κοντοστάθηκε.
«Έχεις ξαναμπεί ποτέ σε τρελοκομείο;» σε ρώτησε.
«Όχι, αλλά τώρα που το σκέφτομαι θα ήθελα πολύ να μπω τώρα. Τι καλλίτερο να θυμάμαι ότι μετά που κάναμε πρώτη φορά έρωτα μπήκαμε μετά μαζί σε τρελοκομείο πιασμένοι χεράκι χεράκι. Μπορεί να με αφήσουν να βγω μετά, που ξέρεις. Τζαζ ροκ φάση, έτσι;»
Όσο περνούσατε τη πύλη έμπηξε δυνατά τα δάχτυλά της ανάμεσα στα δικά σου, φοβόταν περισσότερο από σένα. Εκείνη τη στιγμή άνοιξαν τα φώτα και ο χώρος φωταγωγήθηκε. Πάνω στη σκηνή, που είχε σταθεί αριστερά, σολάριζε καταπληκτικά ένας κλαρινίστας μια άγνωστη τζαζ σύνθεση ανάμεσα σε ένα γκρουπάκι από εικοσάρηδες που τζαμάρανε σαν επαγγελματίες. Φοιτητές έμοιαζαν, όπως και οι περισσότεροι που λικνίζονταν στον ήχο του κάτω από τη σκηνή. Πίσω τους στο γρασίδι μια παρέα μπόμπιρες είχαν στρώσει δίτερμα. Πιο δίπλα παρέες με μαμάδες έτρεχαν πίσω από τα μωρά τους που έτρεχαν σαν παλαβά στην άπλα ανάμεσα σε νοσοκόμες με στολή τους και σε άλλες παρέες πιο ηλικιωμένων. Κάποιοι είχαν πάρει θέσεις μπροστά σε μπύρες καθισμένοι στα σιδερένια τραπεζάκια ενός κυλικείου απέναντι από την εξέδρα, είπατε να κάτσετε. Το μόνο τρελό σε όλη αυτή τη σκηνή ήταν ένα φωταγωγημένο χριστουγεννιάτικο δέντρο με ένα τεράστιο αστέρι στη κορφή που άναψε λίγο πριν το Πάσχα μαζί με τα λαμπιόνια, που φώτιζαν τη σκηνή σαν λαϊκό πάλκο και έδινε στο χώρο μια γιορτινή ατμόσφαιρα.
Δεν είχε άδειο τραπέζι. Ένας κουστουμαρισμένος πενηντάρης σας έκανε νόημα να καθίσετε στο δικό του, είχε δυο θέσεις άδειες. Παράγγειλες σε ένα πρόθυμο γκαρσόνι παγωμένες μπύρες, είπες και να κεράσεις τον ευγενικό κύριο που πρόσφερε τις θέσεις, δεν είπε όχι. Μια πιτσιρίκα με ένα ροζ φορεματάκι και ένα μεγάλο φιόγκο στα μαλλιά, ήταν δεν ήταν έξι χρονών, έτρεχε με ένα χάρτινο ανεμόμυλο που ανακάτευε το μπλε το άσπρο και το κόκκινο ανάμεσα στα τραπέζια τραγουδώντας ένα αυτοσχέδιο τραγουδάκι της που συντονιζόταν με το ρυθμό της μουσικής που γέμιζε το χώρο:

«Θα κάνει φρου, θα κάνει φρου.»

«Μάκης» συστήθηκε «γουντουλιαραίος», πάει να πει ψαράς, τη βάρκα του είπε την είχε δέσει στις Μπενίτσες. Έδειχνε να την απολαμβάνει τη μουσική σε κάθε της νότα και ας ήταν τα ακούσματα από τη σκηνή τώρα πολύ προχωρημένα και για τα δικά σου γούστα. Ήπιες τη μπύρα μονορούφι, ξεδίψασες, είπες στο γκαρσόνι να φέρει άλλη μια.
«Έχει ψάρι αυτή την εποχή;» τον ρώτησε η Φρόσω.
Άρχισε τότε να σας μιλάει για τα ψάρια που λιγοστεύουν, τα έξοδα που μεγαλώνουν και για τα παράνομα τα ιταλικά με τις ανεμότρατες που δεν αφήνουν ούτε το γόνο. Κάθε φορά όλο και πιο βαθιά ρίχνει, όλο και πιο μακριά, έφτασε κάποτε να ψαρεύει νότια από την Κρήτη κοντά στον Καντάφι. Τι είναι ο κάβουρας τι είναι το ζουμί του, τίποτα δεν μένει στο τέλος δήλωσε μετά από ένα μακρύ μονόλογο.
«Έβαλαν και περιορισμό στα δίχτυα οι λιμενικοί οι δικοί μας, καλά κάνουν, αλλά άργησαν. Θα χρειαστεί χρόνια να ξαναγεννηθούν τα ψάρια αν δεν τα πνίξει όλα η μόλυνση που αδειάζουμε από τα αποχωρητήρια μέχρι τότε. Δύσκολα τα φέρνω βόλτα εγώ και οι άλλοι, έμειναν λίγα τα καΐκια. Ένας μετά τον άλλο τα άλλαξαν σε τουριστικά για να δουλεύουν το καλοκαίρι στις εκδρομές τουλάχιστον, να συμπληρωθούν τα χρόνια για την σύνταξη. Αλλά που τα λεφτά για τις μετατροπές;»
«Το φοβάσαι περισσότερο όταν βγαίνεις εκεί έξω;» τον ρώτησες.
«Θα σου φανεί περίεργο, αλλά εκεί έξω δεν φοβάμαι την θάλασσα ούτε τα στοιχειά της, αυτά ξέρω να τα παλεύω. Τον γυρισμό φοβάμαι κάθε φορά, που δεν θα βρω κανένα να με περιμένει στο σπίτι.» Έσβησε το πέμπτο αποτσίγαρο στο τασάκι που είχε ξεχειλίσει.
Η πιτσιρίκα με τον ανεμόμυλο είχε αποκοιμηθεί στην αγκαλιά της μαμάς της στο διπλανό τραπέζι. Ο ανεμόμυλος της αναθάρρησε και έκανε φρου από το ελαφρό αεράκι που σηκώθηκε.
Ένας κοντούλης νεαρός με χοντρά μυωπικά γυαλιά και μαλλιά καρφάκια έψαχνε ανήσυχος να βρει κάτι μέσα στο ημίφως, ανάμεσα στις παρέες που συνέχιζαν να πίνουν ούζο και μπύρες με μεζέ. Έδειχνε αλλόφρων, το πουκάμισό του είχε βγει έξω από το παντελόνι, να και ένας ασθενής σκέφτηκες, δεν θα τους έχουν φαίνεται όλους κλεισμένους μέσα στα δωμάτιά τους.
«Έλα βρε Μάκη, εδώ είσαι και σε ψάχνω τόση ώρα. Πες καληνύχτα στα παιδιά, είναι ώρα να πάρεις τα φάρμακα σου. Έλα, θα ακούσεις τη μουσική από το κρεβάτι σου, είπα στη προϊσταμένη να αφήσει τα παράθυρα ανοιχτά μέχρι το τέλος» είπε στο ψαρά που σηκώθηκε αμέσως και σας καληνύχτισε ευγενικά.
Έφυγαν αγκαλιασμένοι σαν καλοί φίλοι, κοιταχτήκατε όλο απορία. Στη σκηνή είχε ανέβει ένα ροκ γκρουπάκι από έξι παιδιά που ο παρουσιαστής είπε ότι ήρθαν από την Σουηδία γι’ αυτή την συναυλία. Ο μαύρος μπασίστας τους, που έσπαζε τη μονοτονία του ξανθού των υπολοίπων, ευχαρίστησε τους οργανωτές στα αγγλικά και είπε ότι το πρώτο τραγούδι το αφιέρωναν στον Φρόιντ. Άρχισαν να ροκάρουν καθαρό μεταλλικό ήχο συνοδεύοντας τον τραγουδιστή τους που επαναλάμβανε στο ρεφραίν «I wonna kill you dad[1]». Το λίκνισμα του κοινού άρχισε να γίνεται ποιο έντονο. Μια πενηντάρα με ένα παλιομοδίτικο ταγέρ και την τσάντα της πιασμένη στο ώμο άρχισε να χορεύει καταπληκτικά ροκ μπροστά στη σκηνή, σε λίγο την ακολούθησαν και άλλοι. Στο τρίτο τραγούδι είχαν αδειάσει σχεδόν όλα τα τραπεζάκια, άνθρωποι διαφορετικών ηλικιών, ανάμεσά τους και μερικοί με λευκές μπλούζες νοσηλευτή, χοροπηδούσαν και χόρευαν, οι περισσότεροι με ένα κουτάκι μπύρα στο χέρι.
Ο νεαρός με τα μαλλιά καρφάκια που πήρε το Μάκη γύρισε και στάθηκε μπροστά σας.
«Ελπίζω να μη σας ενόχλησε ο Μάκης. Ιάκωβος Καραμπότης, ειδικευόμενος ψυχίατρος, σήμερα εφημερεύω. Από το Πανεπιστήμιο είστε;» Πήρε τη θέση του Μάκη που έμενε κενή. Το γκαρσόνι ήρθε πρόθυμα να του πάρει παραγγελία.
«Τι να σου φέρω γιατρέ;» τον ρώτησε.
Παρήγγειλε τρεις μπύρες σε ποτήρι και ζήτησε να αδειάσουν το τασάκι. Έστριψε τσιγάρο.
«Ναι, από το Πανεπιστήμιο» απάντησε η Φρόσω «Από το Τμήμα Μάρκετινγκ του Αττικής, επισκέπτες είμαστε στο νησί. Μπορείτε να μας εξηγήσετε γιατρέ γιατί αυτή η συναυλία και τι είναι αυτός ο κόσμος; Δεν φαίνονται να είναι ασθενείς. Αυτούς θα τους έχετε δεμένους ελπίζω.»
«Σχεδόν το ένα τρίτο από αυτούς που χορεύουν τώρα είναι ασθενείς, κάποιοι άλλοι είναι εργαζόμενοι εδώ. Ορισμένοι ασθενείς μας προτίμησαν να βγουν βόλτα στη πόλη, η τζαζ και το ροκ δεν τους λένε και πολλά και πήγαν να παρακολουθήσουν μια άλλη συναυλία αναγεννησιακής μουσικής που γίνεται στο Καμπιέλο, θα γυρίσουν όπου να ‘ναι. Οι υπόλοιποι εκεί κάτω είναι φοιτητές από το Πανεπιστήμιο της Κέρκυρας. Δεμένους δεν έχουμε, τέσσερις ή πέντε είναι σήμερα σε επιτήρηση στα οξέα περιστατικά, όλοι οι υπόλοιποι είναι χρόνιοι ψυχικά διαταραγμένοι και ακίνδυνοι. Όλοι, όπως ο Μάκης που γνωρίσατε, πάσχουν από ιδρυματισμό, θεωρούν αυτό το χώρο σπίτι τους. Σήμερα είναι ιστορική μέρα γι’ αυτό το ίδρυμα. Παραδόθηκε μια πτέρυγά του για να στεγαστούν δυο τμήματα του Ιονίου Πανεπιστημίου, φαίνεται ότι εδώ γίνεται ένα πρωτότυπο πείραμα μιας και ανταλλάσσεται ο ρόλος του άσυλου ψυχικά ασθενών με το Πανεπιστημιακό άσυλο. Καταπληκτική σύλληψη, αυτός που το σκέφτηκε, ο προηγούμενος πρόεδρος του Πανεπιστημίου θαρρώ πως ήταν, θα πρέπει να κοιτούσε πάρα πολύ μακριά, θα πρέπει να ήταν ταυτόχρονα φιλόσοφος και ποιητής εκτός από αστροφυσικός.»
Ρούφησε μια γουλιά και δυο γερές από το στριφτό. Συνέχισε.
«Οι φοιτητές φοβούνται να μπουν σε ένα τέτοιο χώρο. Είναι φυσικό αυτό, ενδεχομένως τον ίδιο φόβο να είχατε και σεις πριν μπείτε, το στίγμα της τρέλας τον έχει σημαδέψει από το 1838 που στεγάζει το Ψυχιατρείο. Δημιουργήθηκε, ξέρετε, από τους Άγγλους, ταυτόχρονα με τις φυλακές της Κέρκυρας και το παλιό νοσοκομείο, που είναι και τα δυο λίγο εδώ πιο πάνω στον λόφο. Φοβόντουσαν οι Άγγλοι εξεγέρσεις από τον τοπικό πληθυσμό και τη μυστική οργάνωση Φιλορθόδοξος Εταιρεία που είχε σαν στόχο τη βάφτιση του Όθωνα ως ορθοδόξου και την ένωση των Επτανήσων με την Ελλάδα. Όσους είχαν σχέση με αυτή την οργάνωση είτε τους έκλειναν στη φυλακή είτε εδώ μέσα για προληπτικούς λόγους, χαρακτηρίζοντάς τους τρελούς. Μάζεψαν εδώ και τους τρελούς των χωριών και κάποια χρόνια αργότερα, κοντά στο 1900, πήρε ο χώρος τη σημερινή του μορφή. Σε ένα δυο χρόνια θα πάψει όμως να λειτουργεί σαν άσυλο, οι τελευταίοι χρόνιοι θα έχουν μεταφερθεί μέχρι τότε σε οικοτροφεία ή σε προστατευμένα διαμερίσματα κοντά στα χωριά τους. Μερικοί θα πιάσουν δουλειά στο συνεταιρισμό που ίδρυσαν, κάποιοι όπως τα γκαρσόνια που σερβίρουν εδώ, δουλεύουν ήδη στον συνεταιρισμό τους και έχουν σχεδόν ολοκληρώσει την κοινωνική τους επανένταξη. Έτσι τα περισσότερα κτίρια που κάποτε στοίβαζαν εξακόσιες ψυχές, θα στεγάζουν τα εργαστήρια της πληροφορικής του Πανεπιστημίου. Είπαμε να κάνουμε αυτή τη συναυλία σε συνεργασία με το Πανεπιστήμιο για να υποδεχτούμε τους φοιτητές και απ’ ότι φαίνεται μέχρι τώρα πάει καλά.»
Κάτω από τη σκηνή δυο νεαρές φοιτήτριες έκαναν σφεντόνα και πέταξαν τις κιλότες τους στον μαύρο μπασίστα όσο σολάριζε αριστοτεχνικά ένας ξανθός δεκαοκτάχρονος με το σαξόφωνό του ένα παλιό του Σπρίνγκστιν. Η συναυλία πράγματι έδειχνε να εξελίσσεται ομαλά, όπως όλες οι άλλες.
«Γιατί θέλουν να μένουν εδώ;» ρώτησε η Φρόσω.
«Λόγω του φόβου κυρίως. Ο φόβος ο δικός τους για να ενταχθούν πάλι στη κοινωνική ζωή, ο φόβος μην απορριφθούν, ο φόβος της κοινωνίας και των οικογενειών τους για την τρέλα που δεν τους κάνει εύκολα αποδεκτούς όταν γυρίζουν πίσω. Η τρέλα όμως, η σχιζοφρένεια δηλαδή, αφορά ελάχιστες περιπτώσεις. Τα περισσότερα νέα περιστατικά μας έχουν να κάνουν με βαριές καταθλίψεις, με κρίσεις άγχους και φοβίες καθώς και με τις παρενέργειες της γεροντικής άνοιας που δεν έχουν καμιά σχέση με την τρέλα. Τα αντιμετωπίζουμε όλα αυτά αποτελεσματικά με φάρμακα ή με ψυχοθεραπεία, ιδιαίτερα με τα καινούργια φάρμακα που απελευθέρωσαν οι φαρμακευτικές μετά το πρώτο πόλεμο του Κόλπου για να αντιμετωπίσουν τα χιλιάδες περιστατικά με τους ψυχικά διαταραγμένους Αμερικανούς στρατιώτες. Δεν χρειάζεται πλέον να κρατάμε ασθενείς εδώ για πολύ για να γίνονται χρόνιοι, ούτε να τους δένουμε όπως παλιότερα, αυτές οι μέθοδοι είναι ξεπερασμένες και αναποτελεσματικές. Εδώ μέσα όμως ξέρουμε ότι ο σχιζοφρενής δεν είναι και επικίνδυνος, ζει απλώς μια δική του πραγματικότητα τελείως διαφορετική από τη δική μας. Λειτουργεί το μυαλό του ακριβώς όπως του εξαρτημένου σε ουσίες την ώρα που κάνει το ταξίδι του, με τη μόνη διαφορά που στον σχιζοφρενή η κατάσταση αυτή είναι συνεχής. Ακούει φωνές ή βλέπει οράματα, καμιά φορά ζει μια άλλη πραγματικότητα, όπως για παράδειγμα ο Μάκης που γνωρίσατε. Μπαινοβγαίνει εδώ τα τελευταία είκοσι χρόνια απ’ όταν είδε τη βάρκα του να βυθίζεται και μετά να τον εγκαταλείπει η γυναίκα του. Στη κρίση του μας χαλάει τα καζανάκια, απόλυτα φυσιολογική αντίδραση γι’ αυτόν μιας και τα θεωρεί υπεύθυνα για την θαλάσσια ρύπανση και για τον περιορισμό της ψαριάς που τον έφερε σε ανέχεια. Εδώ βρήκαν οι παλιοί ασθενείς κάποια φροντίδα και κατανόηση, είναι δύσκολο να τα βρουν αυτά και εκεί έξω και έτσι θέλουν να ζουν εδώ στο άσυλο. Η κοινωνία όμως τους φοβάται ακόμη και δυστυχώς φοβάται όλο και περισσότερο με όλες αυτές τις εικόνες ωμής βίας που την βομβαρδίζουν καθημερινά όλα τα μέσα συντηρώντας τα λάθος πρότυπα.»
Πλησίαζε δέκα, η συναυλία τελείωσε, σηκώθηκε για να πάει στο πόστο του.
«Δεν μου είπατε τα ονόματα σας βρε παιδιά. Θα πρότεινα να βρεθούμε να σας πω και άλλα, αν σας ενδιαφέρει το θέμα. Σε κανένα μπαράκι όσο είστε στο νησί. Τώρα θα πρέπει να με συγχωρήστε, έχω δουλειά.»
Συστηθήκατε, ήταν πλέον βέβαιο ότι δεν ήταν αυτό που νομίσατε αρχικά.
«Στο τμήμα Μάρκετινγκ είπατε; Εκεί πρέπει να κάνει το διδακτορικό του και ένας συμμαθητής μου από το γυμνάσιο. Έχω να τον πάρω τηλέφωνο δυο τρία χρόνια, ελπίζω να αδυνάτισε κάπως. Προκοπίου τον λένε, τον ξέρετε;»
Σκάσατε στα γέλια στο άκουσμα του ονόματος του τρίτου συγκάτοικου σας στο τρίκλινο του πανεπιστημιακού σας άσυλου. Πριν φύγει για να συνεχίσει την εφημερία του σας έδωσε το τηλέφωνό του.
Βγήκατε αγκαλιασμένοι μαζί με τις παρέες των φοιτητών που πήγαιναν να συνεχίσουν τη βραδιά τους σε κάποια στέκια τους στη πόλη. Μύριζε άνοιξη και υπήρχε παντού διάχυτη μια περίεργη αίσθηση ερωτισμού.
«Είδες, σε άφησαν να φύγεις τελικά Σκοτεινέ» σου είπε πάνω στη μηχανή γλύφοντας τον λοβό του αυτιού σου. Της είχες πει ότι αυτό σε τρελαίνει.
[1] Θέλω να σε σκοτώσω μπαμπά

Posted in Γιάννης Χατζηχρήστος, Το φ του φόβου | 1 Comment »

Κεφ.15 Το φ του φόβου

Posted by R.K. στο 13/04/2009

ΤΟ Φ ΤΟΥ ΦΟΒΟΥ
20/4/2005, Εργαστήριο του Πορφύρη, Κέρκυρα

1/2/2004 Γλυφάδα

«Το ελατήριο υπακούει σε συγκεκριμένους κανόνες αν το τεντώσεις μέχρι σε κάποιο σημείο. Μετά από αυτό το οριακό σημείο, αν το τεντώσεις και άλλο παύει να είναι ελατήριο, καταστρέφεται, γίνεται κάτι άλλο που υπακούει σε άλλους νόμους… Το πέρασμα από τις μικρές ποσοτικές μεταβολές στην ποιοτική μεταβολή.»

Θα έχουν περάσει ήδη δυο μήνες από εκείνο το απόγευμα που σκεφτόμουν τον Ρενέ Τομ και την θεωρία του, που την ονόμασε εύστοχα Θεωρία των Καταστροφών, βλέποντας τις σταγόνες από το φάρμακο να στάζουν μία μία μέσα από το σωληνάκι στην φλέβα μου. Περίμενα υπομονετικά να τελειώσει και αυτή η τρίτη και τελευταία φάση στο σχήμα της θεραπείας που μου σχεδίασε ο γιατρός για να καταστρέψει τον κάβουρα που φώλιασε στο στομάχι μου. Σε όλο το προηγούμενο διάστημα με έκανε να καταλάβω ότι πρέπει να αποδεχτώ τη νέα κατάσταση της υγείας μου και να συνηθίσω από εδώ και πέρα σε ένα διαφορετικό τρόπο ζωής. Δεν είπε μέχρι που φτάνει αυτό το «από εδώ και πέρα», δεν ήξερε, ήταν ειλικρινής. Του είχα ζητήσει να είναι εκεί να με στηρίζει, να κάνει ότι μπορεί για να μη πονάω και να με βοηθήσει να αντιμετωπίσω με αξιοπρέπεια ότι είναι να γίνει μέχρι το τέλος. Τα έβαλε και αυτά στο σχήμα, αυτή ήταν πραγματικά η θεραπεία του άλλωστε. Να είναι αυτή η σταγόνα ή η επόμενη που θα κάνει την αλλαγή; Δεν καταλάβαινα καμία αλλαγή, στην επόμενη ίσως μονολογούσα.
Μικρές αλλαγές γίνονται κάθε μέρα, κάθε στιγμή, δεν καταλαβαίνει κανείς ότι έγινε κάτι διαφορετικό, τόσο μικρές αλλαγές. Αλλαγές στον τρόπο που μιλάει ένας στον άλλο και πόσο του μιλάει, μια λέξη λιγότερη κάθε μέρα. Αλλαγές σε αυτά που σκέφτεται, μικρές ανεπαίσθητες αλλαγές, κάποια μέρα ξυπνάει και δεν τον γνωρίζει ούτε τον δίπλα ούτε τον εαυτό του. Χάνονται όλα, λες και έπεσαν σε εκείνες τις σκουληκότρυπες στα περίεργα επίπεδα του Ρενέ Τομ που ορίζουν τις ποσοτικές μεταβολές και βρίσκονται ξαφνικά δίπλα σε κάποιον άλλον, σε κάποιο άλλο επίπεδο με άλλες τρύπες, να μετριούνται όλα με διαφορετικά μέτρα και σταθμά. Δύσκολο να καταλάβεις αυτές τις καθημερινές μικρές ποσοτικές αλλαγές, κάποια στιγμή να ‘σου η έκπληξη που η θεωρία την λέει καταστροφή, το προηγούμενο μεταλλάσσεται σε κάτι τελείως διαφορετικό χωρίς να προειδοποιήσει.
Ένα αιώνα πήρε στους μαθηματικούς να φτιάξουν μοντέλα για να περιγράψουν αυτή την χαοτική σχέση ανάμεσα στην ποσοτική μεταβολή με την αναπόφευκτη ποιοτική που φέρνουν αυτές οι μεταβολές. Βάλθηκαν αμέσως μετά να προσπαθούν να εξηγήσουν με αυτά τα μοντέλα που έφτιαξαν το κάθε τι, να προσπαθούν να προβλέψουν τις οικονομικές κρίσεις, την ευστάθεια στο πλοίο, την γέννηση ενός καρκινικού κύτταρου, τις κοινωνικές επαναστάσεις ή την στιγμή που αλλάζει η πορεία που κάνει το φύλλο όταν πέφτει από το δένδρο το φθινόπωρο. Λίγες ώρες πήρε στο Γαλλικό κόμμα να διαγράψει τον Τομ γι’ αυτές του τις θεωρίες που προέβλεπαν την αναπόφευκτη πτώση του υπαρκτού και μόνο τρεις δεκαετίες για να επιβεβαιωθεί ο Τομ και να φανεί πόσο ανύπαρκτος είχε γίνει ο υπαρκτός τους σοσιαλισμός. Έπεσε ο καψερός μέσα στην προηγούμενη σκουληκότρυπα, σε αυτή που τον γέννησε και άφησε τον κόσμο να αναρωτιέται πως είναι δυνατό να καταρρεύσει έτσι, μέσα σε μια νύχτα. Του έτυχε κάτι ανάλογο με αυτό που έπαθε και αυτή η γενιά-τρύπα που κάποτε την έλεγαν γενιά του Πολυτεχνείου. Ανέβασμα πάνω στο σπιράλ, σπειροειδή ανέλιξη την είχαν πει την γέννησή του κοινωνικού συστήματος που έμελλε να συντροφεύει τα φοιτητικά μου όνειρα και αυτά της γενιάς μου, πριν αυτά γίνουν του κλότσου και του μπάτσου ή αξίες στο χρηματιστήριο. Τελικά υπήρχε πάντα και η πιθανότητα της σπειροειδούς «κατέλιξης» με μια ελεύθερη πτώση μέσα από μια σκουληκότρυπα της ιστορίας χωρίς τα προστατευτικά όρια κανενός limit-down[1].
Συμμάζεψα τις σκόρπιες εμμονές μου περιμένοντας να τελειώσει ο ορός, να μπει όλο το φάρμακο στην φλέβα μου να καταστρέψει τα παλιοκύτταρά μου που έγιναν κάτι άλλο πριν αυτό το άλλο με κάνει, εκτός από πρώην σύζυγο και πρώην καθηγητή πρώην ενταγμένο στην πρώην αριστερά, πρώην γενικώς. Είπα ότι ίσως μαζί με τον καρκίνο το φάρμακο να μπορέσει να καταστρέψει και τις εμμονές μου. Και μιας και δεν είχα τίποτα άλλο να κάνω σε αυτή την αναμονή που γέμισε με εμμονές, πήρα χαρτί και μολύβι και τις ζωγράφισα. Με λέξεις αυτή την φορά. Έγραψα:

Θα θυμάσαι την συζήτηση που δεν την τελειώσαμε ποτέ για εκείνο τον πίνακα του Μαγκρίτ, εκείνον με τον ζωγράφο που προσπαθεί να πετύχει το αδύνατο. Πολύ με έχει απασχολήσει αυτό το θέμα, κάποιες στιγμές θεώρησα αδύνατο να καταλάβω τι ήταν αδύνατο και τι δυνατό.
Ψάχνοντας την απάντηση, μεγάλωνα. Μεγάλωνε κάθε στιγμή και το μονοπάτι που βρέθηκα πάνω του άλλοτε να το ανεβαίνω και κάποτε, χαμένος και χωρίς πυξίδα, να ακολουθώ τις πατημασιές μου προς τα πίσω να ανακαλύψω τα δεδομένα και όλα τα προηγούμενα. Έτσι, ανακάλυψα τα χρώματα. Το μπλε το άσπρο και το κόκκινο που εναλλάσσονται πάνω σε αυτό το μονοπάτι. Και τα χρώματα που φτιάχνονται από τα χρώματα στα κομμάτια εκείνα του δρόμου που βρέθηκα να περπατάω δίπλα με σένα ή πλάι σε κάποιον άλλον άνθρωπο. Στιγμές όμορφες αυτά τα σύνθετα χρώματα, δεν μετανιώνω για καμία τους. Νόμιζα ότι περιπλανιόμουν πάνω σε ένα βουνό ακολουθώντας αυτό το πολύχρωμο μονοπάτι που το έζωνε γύρω γύρω, έτσι έδειχνε. Στιγμές σε έβρισκα και μετά σε έχανα και σένα να περπατάς στο δίπλα βουνό. Κάποτε είπα δεν θα σε ξαναβρώ καθόλου, ήταν και το βουνό που έκρυβε την θέα, αρκέστηκα να συνεχίζω να ανεβοκατεβαίνω με την ελπίδα να ξανασυναντήσω κάποιον.
Τώρα τελευταία μου είπαν ότι το μονοπάτι μου μπορεί να τελειώσει σύντομα. Στην αρχή δεν ήθελα να το παραδεχτώ, το έκρυψα απ’ όλους. Μετά έψαξα μήπως μπορούσα να βρω άλλο δρόμο να συνεχίσω αλλά απόκανα. Για μια στιγμή είπα να γυρίσω πίσω κάνοντας γλίστρα στην πλαγιά. Αδύνατο να διανοηθώ ότι δεν υπήρχε ούτε βουνό ούτε κορυφή και να διακρίνω πόσο πολλοί ήταν γύρω μου που περπατούσαν πάνω στα δικά τους πολύχρωμα μονοπάτια, το ίδιο σκυφτοί και μοναχικοί όπως και εγώ.
Και εκεί που όλα φαίνονταν χαμένα κάτι έγινε και φωτίστηκε ο τόπος. Κατάλαβα τι εννοούσε ο Μαγκρίτ με το αδύνατό του. Δεν ήταν διαφορετικό το πρόσωπο του ζωγράφου και του κοριτσιού που ζωγράφιζε, από μέσα του έβγαιναν τα χρώματα πριν τα αφήσει ελεύθερα να κάνουν αυτά μετά ότι θέλουν. Δεν υπάρχει το «εσύ» χωρίς το «εγώ», και τα δύο έχουν νόημα και απελευθερώνονται από τους φόβους τους μέσα στο «εμείς». Αυτό ήταν το αδύνατο, να δει κάποιος αυτό που γίνεται και όχι αυτό που είναι, να αντιληφθεί την ύπαρξή όχι αυτή καθ’ εαυτή αλλά μέσα από όλα αυτά που δημιουργεί και μέσα από αυτά που μοιράζεται, να υπερβεί το «εγώ» μέσα από το «εμείς». Και μόλις το κατάλαβα αυτό εξαφανίστηκε με μιας και το βουνό του δικού μου «εγώ» μου και είδα όλα όσα μου έκρυβε. Δρόμοι υπάρχουν παντού και μονοπάτια που μπλέκονταν μέσα σε άλλα μονοπάτια, ακριβώς όπως μου είχε πει ο Λάσκος. Διέκρινα τις νέες προοπτικές και κατάλαβα την σημασία που έχει ο χρόνος. Κατάφερα και απάντησα στο πιο βασανιστικό ερώτημα που με ταλαιπωρούσε πάντα..
Δεν ξέρω πόσες στροφές μένουν μέχρι το τέλος από αυτό το μονοπάτι, δεν έμαθα να τις μετράω ακόμα. Ένα μόνο έμαθα. Με κάθε βήμα προς το επόμενο σταυροδρόμι γίνεται αυτό το μονοπάτι μεγαλύτερο κερδίζει συνέχεια στροφές. Αξίζει κάθε ένα τέτοιο βήμα. Ακόμα περισσότερο όμως αξίζουν τα βήματα που κάνει κανείς πλάι σε άλλα βήματα, εκεί που ανακατεύονται οι στιγμές και τα χρώματα.
Θα σε ξαναβρώ πιο πάνω, να με περιμένεις. Θα τα καταφέρω να σε φτάσω, δεν φοβάμαι πια.
Σπύρος


Άδειασε ο ορός, έβαλα το χειρόγραφο στη τσέπη χωρίς να είμαι σίγουρος για το αν ο υποψήφιος παραλήπτης αυτού του μηνύματος είχε τη διάθεση να με περιμένει σε μια στροφή πιο πάνω αλλά και χωρίς να ξέρω αν είμαι σε θέση να επιδώσω αυτό το μήνυμα, ότι δεν θα μείνει και αυτό ανεπίδοτο όπως κάποιες αγάπες μου που έμειναν ανεπίδοτες παλιότερα. Το βρήκα σήμερα, δυο μήνες μετά, ξεχασμένο σε μια τσέπη και ανεπίδοτο. Το σχήμα του γιατρού φαίνεται ότι απέδωσε, τουλάχιστον έτσι μου λέει, ο κάβουρας που ζει μέσα μου πήρε το μήνυμα ότι δεν έχω σκοπό να το βάλω κάτω και κούρνιαξε.
Δεν ξέρω αν είμαι ερωτευμένος με τον έρωτα ή με το πρόσωπο της Στέλλας που δεν το έχω δει ακόμα. Νομίζω ότι ήρθε η ώρα να της ζητήσω να βρεθούμε πρόσωπο με πρόσωπο για να της επιδώσω ότι είναι να επιδοθεί.

Διάβαζες στη τύχη σελίδες στο Ημερολόγιο Καταστρώματος του Πορφύρη όσο η Φρόσω, ακολουθώντας τα όσα διάβαζε συστηματικά στο ερευνητικό του ημερολόγιο, συνέκρινε πορίσματα και ερευνητικές υποθέσεις εργασίας μέσα στο βουνό με τα αρχεία με τις στατιστικές και τις ερευνητικές εργασίες που γέμιζαν το κρυφό δωμάτιο της Μπενεφιτσέντζα. Το πρόσωπό της μια σκοτεινιάζει και μια φωτίζεται, δυσπιστεί και επιβραβεύει, ανακαλύπτει βήμα με βήμα τα μονοπάτια που χάραξε ο ερευνητής και τις κοινές του διαδρομές με την ερευνητική δουλειά άλλων που βρίσκεται τακτοποιημένη στο αρχείο των δημοσιευμένων εργασιών της τέχνης της επικοινωνίας και της ιατρικής. Ακολουθεί τα βήματα του Πορφύρη μέχρι την επόμενη στροφή, κάποτε χτυπάει παλαμάκια ενθουσιασμένη με αυτό που της φανερώνεται και άλλοτε κατρακυλάει στην αμφιβολία, έκανες χθες το βράδυ την ίδια διαδρομή ακολουθώντας τα ίδια μονοπάτια του ερευνητικού ημερολόγιου και ξέρεις. Πέρασε πολύ ώρα με το να χαζεύεις την Φρόσω προσπαθώντας να μαντέψεις την αιτία για την κάθε της αντίδραση. Ή μήπως πέρασαν ελάχιστα δευτερόλεπτα, δεν ξέρεις, ο χρόνος έχει κάποια σημασία που σου διαφεύγει αυτή την στιγμή.
Ο Πορφύρης έγραφε στο σημείωμά του ότι κάτι έλαμψε μέσα του και φωτίστηκε για να καταλάβει το αδύνατο του ζωγράφου και να διαπιστώσει ότι το βουνό του εγώ του ήταν αυτό που τον φόβιζε κρύβοντάς του την θέα. Ξεφύλλισες πάλι το ηλεκτρονικό προσωπικό του ημερολόγιό του που το είχες εκτυπώσει για να διαβάζεται πιο άνετα, ελπίζοντας να ξεπηδήσει αυτόματα μέσα από τις σελίδες του η αιτία αυτής της φωτεινής έμπνευσης του καθηγητή σου και να σε βγάλει από την σκιά που σε καθηλώνει. Το μάτι σταμάτησε, για κάποιο ανεξήγητο λόγο, σε αυτά που έγραψε στις Βρυξέλλες ενάμιση μήνα πριν γράψει το ανεπίδοτο σημείωμα του.

19/12/2003 Βρυξέλες
Μετά την τελευταία αλλαγή στη σύνθεση της LPL και την ανακατανομή των αρμοδιοτήτων ανάμεσα στα μέλη της, είμαι μάρτυρας συνταρακτικών γεγονότων. Ο νεοφερμένος συνάδελφός μου Στέφανο Περμούτι έβαλε ένα ακόμα P στο όνομα της επιτροπής, λέγεται πλέον LPLP. Οι φήμες στους διαδρόμους λένε ότι τον επέβαλαν οι συντηρητικοί της Κομισιόν, συνεπικουρούμενοι και από τους Άγγλους εργατικούς, για να αποκατασταθεί κάποια ισορροπία και να βρεθεί μια λύση στο διαφαινόμενο πολιτικό αδιέξοδο να μη μπορεί να καταλήξει η επιτροπή σε μια κοινά πολιτικά αποδεκτή πλατφόρμα για την στρατηγική επικοινωνίας για την πρόληψη υγείας που θα ακολουθήσει η Ένωση τις επόμενες δεκαετίες. Τις φήμες αυτές τις επιβεβαίωσε ο ίδιος ο αρμόδιος Επίτροπος για θέματα υγείας που παρουσίασε επίσημα τον Περμούτι σαν τον νέο πρόεδρο της επιτροπής. Η εντύπωσή που μου δημιουργήθηκε από την ομιλία του Επιτρόπου στην κοινή κλειστή συνεδρίαση της επιτροπής και των ομάδων εργασίας που συντονίζουμε, είναι ότι οι πολιτικοί φιλοδοξούν να αναλάβουν σαφή ιατρικά καθήκοντα για την αντιμετώπιση αυτών που αποκαλούν μεγάλες σύγχρονες ασθένειες αναθέτοντας στους γενικούς γιατρούς την ευθύνη να εφαρμόζουν πολιτικές ρύθμισης της συμπεριφοράς μεγάλων κοινωνικών ομάδων στην Ευρώπη! Την εντύπωσή μου αυτή την επιβεβαίωσε ο Περμούτι με την εισαγωγική του παρέμβαση. Έχει πλέον αυτός την ευθύνη για τον σχεδιασμό της επικοινωνιακής στρατηγικής των μέσων προαγωγής της υγείας, όπως είναι πλέον το όνομα που υιοθετήθηκε για όλες τις δράσεις πρόληψης. Ο δικός μου ρόλος υποβαθμίστηκε στο να σχεδιάζω τις προδιαγραφές που θα πρέπει να ακολουθούν οι διαφημιστικές καμπάνιες στα κράτη μέλη της Ένωσης για να «περνάνε» τα μηνύματα που επεξεργάζονται οι γιατροί της επιτροπής και οι ομάδες εργασίας που συντονίζουν, σύμφωνα με την στρατηγική που θα χαράζει ο νεοφερμένος. Ο στόχος, όπως τον ανέλυσε ο επίτροπος, είναι να περιοριστούν οι δαπάνες της δημόσιας υγείας, που δημιουργούν εκρηκτικές συνθήκες στα συστήματα κοινωνικής ασφάλισης, με κίνδυνο αυτά να καταρρεύσουν μέσα στα επόμενα είκοσι χρόνια, προλαβαίνοντας τις αρρώστιες με την μεταφορά της ευθύνης στους πολίτες που θα πρέπει να υπακούσουν σε συγκεκριμένους κανόνες αλλάζοντας τελικά συνήθειες και τρόπο ζωής. Ο άλλος στόχος είναι η εξάπλωση όλο και πιο σύγχρονων (λησμόνησε να πει και πολύ δαπανηρών) διαγνωστικών μεθόδων και μέσων σε όλη την Ευρώπη.
Ο Περμούτι, πριν καλά καλά καθίσει στην θέση του προέδρου της LPLP, έδωσε το στίγμα αυτών που είναι να γίνουν. Η βασική επικοινωνιακή στρατηγική του που μας παρουσίασε ακολουθεί τέσσερα στάδια. Στο πρώτο στάδιο, που το ονόμασε «Σταδιακή ανάπτυξη» και που διαρκεί πολλά χρόνια, ρίχνονται τα σπέρματα των επερχόμενων κινδύνων από μια μελλοντική αρρώστια-μάστιγα, είτε με ανακοινώσεις ιατρών σε επιστημονικά περιοδικά και συνέδρια είτε με διαρροή στον τύπο ασαφών πληροφοριών για την ίδια την νόσο ή κάποια συγγενή της. Για καλό παράδειγμα εφαρμογής αυτού του σταδίου ανέφερε τον έρπητα και τον θόρυβο που ξεσήκωσε την δεκαετία του ογδόντα που λειτούργησε σαν φάση αναμονής και προετοιμασίας της κοινής γνώμης για το AIDS που εμφανίστηκε απειλητικά δέκα χρόνια μετά. Το επόμενο στάδιο το ονόμασε «Απογείωση» όπου τον κύριο ρόλο για το μήνυμα πρόληψης που πρέπει να ληφθεί θα τον αναλαμβάνουν να το δημιουργήσουν και να το μεταφέρουν τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, μετά από τοποθετήσεις των υπευθύνων επιστημονικών φορέων και των πολιτικών που θα προσπαθούν να περιορίσουν τον πανικό με δηλώσεις και άλλα μέσα. Σε αυτό το σημείο ήταν σαφές ότι θέλει να χρησιμοποιήσουμε τις τεχνικές μου για επικοινωνιακή αντιστροφή που μεταφέρνουν συνήθως ακριβώς το ανάποδο μήνυμα από αυτό που μεταδίδεται. Θα ακολουθεί μετά η φάση που ονόμασε «Αντιλογία». Για μια μεγάλη χρονική περίοδο πρέπει να συντηρείται ο θόρυβος που ξεσηκώθηκε στο προηγούμενο στάδιο με επιλεκτική προβολή από τα μέσα αντίθετων επιστημονικών απόψεων για τον κίνδυνο της νόσου που «απογειώθηκε» και τα αποτελέσματά της. Στον κόσμο θα πρέπει να μένει η εντύπωση της εικόνας των ειδικών που δεν μπορούν να συμφωνήσουν μεταξύ τους, άρα πως θα είναι δυνατό να έχει ο αδαής πολίτης γνώμη. Αφού ολοκληρωθεί με τα χρόνια η τρίτη φάση, αυτή της Αντιλογίας, θα ακολουθεί η φάση «Σταθεροποίηση της κατάστασης». Το κοινό μπορεί να αντιδράσει από την εφαρμογή των μέτρων των προηγούμενων φάσεων, υπάρχει κίνδυνος να γίνει κυνικό, τα μηνύματα να μην έχουν μεγάλη απήχηση και τα μέτρα πρόληψης να μην εφαρμόζονται. Τα επικοινωνιακά μέτρα της Σταθεροποίησης θα έχουν σαν στόχο να καταπολεμηθεί ο θυμός που η εφαρμογή των επικοινωνιακών πολιτικών των προηγούμενων φάσεων θα φέρουν, αφού θα έχουν σαν αποτέλεσμα την σχεδόν βίαιη αλλαγή κοινωνικών συμπεριφορών ή του καθημερινού τρόπου ζωής, και να αναχαιτίσουν τις οργανωμένες αντιδράσεις αμφισβήτησης που θα εκδηλωθούν.
Με την ολοκλήρωση των προγραμματικών δηλώσεων του Περμούτι, που επικροτήθηκαν με ιδιαίτερο ενθουσιασμό από τον Επίτροπο Υγείας, έμεινα άναυδος. Πολύ δε περισσότερο μετά από την κυνική απάντηση του Ιταλού που, με μεγάλη δόση ειρωνείας, απάντησε στο ερώτημα που μου έκανε η Στέλλα και που δεν της το είχα απαντήσει ακόμα.
«Ποιο προϊόν διαφημίζουμε για να πουληθεί και απαιτεί αυτή τη στρατηγική;» τον ρώτησα.
«Τρόμο πουλάμε κύριε καθηγητά, αν δεν το έχετε καταλάβει ακόμα» μου απάντησε. «Τον φόβο σε συσκευασία χύμα και αν θέλετε, και σε ατομική συσκευασία. Έχετε κάποιο πρόβλημα γι’ αυτό ή μήπως φοβάστε;» ήταν η ακριβής του απάντηση, έτσι στα ίσα και δίχως τα συνήθη διπλωματικά καλύμματα της γραφειοκρατίας των Βρυξελλών που στρογγυλεύουν τις λέξεις χωρίς να τους αλλάζουν το νόημα.
Μου ανέβηκε το αίμα στο κεφάλι, τα αυτιά μου βούιζαν και μου ήρθε μια ναυτία. Είπα από μέσα μου να παραιτηθώ, να τους τα βροντήξω και να φύγω εκείνη τη στιγμή. Όμως φοβήθηκα, αυτή είναι η αλήθεια. Φοβήθηκα τις συμβατικές μου υποχρεώσεις προς την Κομισιόν και τους όρους εχεμύθειας που δεν μου επιτρέπουν να δημοσιοποιήσω τίποτα απ’ όσα ακούγονται στην επιτροπή. Φοβήθηκα την φυλακή που με περιμένει αν κάνω την κουτουράδα και ανοίξω το στόμα μου. Φοβήθηκα για τα κονδύλια που παίρνει το Πανεπιστήμιο για έρευνα από τα Κοινοτικά Προγράμματα των Βρυξελών. Φοβήθηκα την χλεύη των συναδέλφων που ζήλεψαν με την επιλογή μου στην LPL και περιμένουν πως και πως το στραβοπάτημά μου. Περισσότερο όμως φοβήθηκα το βλέμμα του Ιταλού καθηγητή του κυβερνητικού μάρκετινγκ. Βλέμμα σκληρό και ειρωνικό, γεμάτο με την αυτοπεποίθηση και την σιγουριά της δύναμης της εξουσίας όλων αυτών που τον στηρίζουν, βλέμμα αλαζονικό και πρόστυχα ειλικρινές. Κιότεψα, αποτραβήχτηκα στην σκιά μου να μην φαίνομαι μέχρι το τέλος της πρωινής συνεδρίασης με μοναδική μου σκέψη τον καρκίνο που σιγόκαιγε μέσα μου.

Το απόγευμα ζήτησε να με δει ο Λαφανουί στο ξενοδοχείο μου. Πρότεινε συνεργασία. Διαφαίνεται ότι η επιτροπή τελικά θα ονομαστεί LP-LP, με το διαχωριστικό στη μέση της να διευρύνεται συνεχώς. Φοβάται και αυτός από την τροπή που πήραν τα πράγματα, πιστεύει ότι το αποτέλεσμα της δουλειάς της επιτροπής επηρεάζει πολύ σοβαρότερα θέματα από αυτά που πίστευε μέχρι σήμερα ότι διακηδεύονται. Πιστεύει πλέον ότι η δουλειά μας δεν έχει να κάνει μόνο με την πριμοδότηση κάποιων φαρμακευτικών εταιρειών ή κάποιων άλλων που κατασκευάζουν ιατρικά μηχανήματα. Άνοιξε τη καρδιά του, ανέφερε στοιχεία και μελέτες που δεν δικαιολογούν τα μέτρα που είναι να ληφθούν και άλλες που μετρούν το κόστος της εφαρμογής τους, που φαίνεται ότι είναι πολλαπλάσιο από αυτό που πρέπει να περικοπεί από τα συστήματα υγείας για την καταπολέμηση των νόσων και των συνεπειών τους για να μην καταρρεύσουν τα ασφαλιστικά συστήματα. Ανέφερε την ερευνητική δουλειά κάποιου Πήτερ Σκράμπανεκ, πανεπιστημιακού καθηγητή στο Δουβλίνο, που πρωτοστάτησε στην δημοσιοποίηση των κινδύνων από την εφαρμογή παρόμοιων πολιτικών την δεκαετία του 90, μιλώντας για τον Θάνατο της Ανθρωπιστικής Ιατρικής μετά την παρέμβαση των πολιτικών που, χωρίς κανένα δικαίωμα και εξουσιοδότηση, προσπαθούν να στέψουν τους γιατρούς στο να παρεμβαίνουν στις ζωές των υγειών με όλο και μεγαλύτερη ένταση, εγκαταλείποντας σταδιακά τον κύριο στόχο της ιατρικής που είναι η καταπολέμηση της νόσου και η διευκόλυνση της ζωής των ασθενών. Μετά την αναφορά του στον ανεξήγητο και αιφνίδιο θάνατο του Σκράμπανεκ το 1994, ο Γάλλος γιατρός ανέφερε με αηδία τις ημι-θρησκευτικές σταυροφορίες που επικράτησαν στην γηραιά Αλβιόνα και διαρκώς επεκτείνονται πλέον σε όλη την Ευρώπη. Οι σταυροφορίες ενάντια στους παλιούς εχθρούς, το σεξ, τα ναρκωτικά, τη λαιμαργία και την οκνηρία που ξεκίνησαν την εποχή της βασίλισσας Βικτώριας, πήραν την σύγχρονη μορφή τους σήμερα με αντίστοιχες σταυροφορίες για τα ζωικά λίπη, την άσκηση, το αλκοόλ και το σεξ. Από ορισμένους θιασώτες της καλής υγείας που, με φαρισαϊκή μισαλλοδοξία, θέλουν να αστυνομεύουν τον τρόπο ζωής και να αρνούνται την οποιαδήποτε απόλαυση κηρύσσοντας μια σύγχρονη μορφή ασκητισμού χωρίς να στηρίζονται σε κανένα επιστημονικό ή επιδημιολογικό δεδομένο, με εξαίρεση την σχέση καπνίσματος-καρκίνου, της φτώχειας και της κλιματικής αλλαγής με όλες σχεδόν τις σύγχρονες μεγάλες αρρώστιες όπως χαρακτηριστικά είπε. Λησμόνησε να αναφέρει και την σχέση ασθενειών που οδηγούν και στο θάνατο με τον έρωτα, ή μάλλον καλλίτερα από την έλλειψη του έρωτα, αλλά δεν ήθελα να τον διακόψω ξεστρατίζοντας την συζήτησή μας από ότι είχε σχεδιάσει. Και μιας και δεν υπάρχει σκέψη να γεμίσουν οι δρόμοι της Ευρώπης με διαφημιστικές πινακίδες όπου τα Υπουργεία Υγείας θα προειδοποιούν με επιγραφές όπως «η φτώχεια μπορεί να σκοτώσει» ή «οι φτωχοί πεθαίνουν πρόωρα», ο Λαφανουί φοβάται ότι η επιτροπή ήταν εγκλωβισμένη να αναπαράγει και να διαδίδει πολιτικές που επιβάλουν κοινωνικές συμπεριφορές που θα εντείνουν τον συντηρητισμό των κοινωνιών και την μεγαλύτερη στροφή προς τον ατομικό τρόπο ζωής, χωρίς να προσφέρουν απολύτως τίποτα στην προαγωγή της υγείας. Στα μάτια του διέκρινα αμυδρά μια φλογίτσα να σιγοκαίει, ενδεχομένως εκείνη που είχε ανάψει μέσα στον νεαρό φοιτητή της ιατρικής πριν σαράντα χρόνια σε κάποιο αμφιθέατρο ή σε κάποιο οδόφραγμα του Γαλλικού Μάη.
Πρότεινε να επεξεργαστούμε τα δεδομένα της Γαλλικής κυβέρνησης που είχε διαθέσιμα και θα μου παρέδιδε, τα περισσότερα απόρρητα και αδημοσίευτα σε επιστημονικά περιοδικά είπε, για να προσπαθήσουμε μαζί να διαμορφώσουμε μια επικοινωνιακή πλατφόρμα που θα αντιταχθεί στον άξονα των Περμούτι- Λάρσεϋ. Αφού συμβουλευτεί και την κυβέρνησή του φυσικά, όπως τόνισε με ένα τρόπο σαν να ήθελε να το ακούσει αυτό το τελευταίο κάποιος τρίτος. Δεν ξέρω τους πραγματικούς λόγους που θέλει να μοιραστεί μαζί μου απόρρητα μυστικά της κυβέρνησής του ούτε μπορώ να γνωρίζω τον βαθμό της αξιοπιστίας τους. Ίσως να θέλει να με χρησιμοποιήσει, ίσως πάλι όχι. Συμφώνησα να μου στείλει να εξετάσω ότι έχει και το θεωρεί χρήσιμο ή σημαντικό για την δουλειά μας και ας ήταν απόρρητο. Συμφώνησα και με την ανάλυσή του για τον χαρακτήρα που αποκτούσε η επιτροπή στηριγμένος περισσότερο στο ένστικτό μου και την διαίσθηση. Σκέφτηκα ότι εγώ δεν έχω πρόβλημα να ζητήσω κανενός την άδεια για να χρησιμοποιήσω τέτοια επιστημονικά δεδομένα ή στο να αντιταχθώ στον Περμούτι. Η ελληνική κυβέρνηση δεν έχει άποψη για τέτοιες «λεπτομέρειες», όπως είναι οι πολιτικοί στόχοι της «προαγωγής της υγείας». Στην Αθήνα τα σοβαρά πολιτικά προβλήματα σχετίζονται με την δημόσια εικόνα του εκάστοτε υπουργού, την μίζερη διανομή των κοινοτικών κονδυλίων και την ανάλωση του δυναμικού των ειδικών συνεργατών των υπουργείων στο βόλεμα των ημετέρων. Αυτή την εποχή κανείς δεν ενδιαφέρεται ούτε και με αυτά, όλοι ασχολούνται με τις βουλευτικές εκλογές του Μαρτίου και την Ολυμπιάδα του Αυγούστου, εκεί τελειώνουν όλοι οι εθνικοί μας στόχοι. Αν κάποια στιγμή με καλέσουν να αιτιολογήσω αυτή την πρωτοβουλία μου, να συνταχθώ με τον Λαφανουί και θα επικαλεστώ την ανεξαρτησία μου ως ακαδημαϊκού. Αν αυτό δεν τους πείσει, θα καταφύγω σε εκείνο τον παλιό Ελλάς-Γαλλία-Συμμαχία. Νομίζω ότι θα καθαρίσω σχετικά εύκολα έτσι. Γέλασα με την ιδέα ότι εφαρμόζοντας κάποια στιγμή, μετά από μήνες, τα μέτρα της επικοινωνιακής στρατηγικής του Περμούτι για την γρίπη των πουλερικών, που θέλει κάποιους με στολές αστροναύτη να εισβάλουν στα κοτέτσια και να κυνηγάνε τα κοτόπουλα, σαν την πρώτη φάση προετοιμασίας της κοινής γνώμης για την πίεση που θα πρέπει να ασκηθεί στην Κίνα πριν από την Ολυμπιάδα του 2008 με αφορμή τη νόσο των πουλερικών που θα έχει τότε την μέγιστη έξαρση, για να επιτευχθούν κάποιοι στόχοι που σχετίζονται με το παγκόσμιο εμπόριο, ότι είναι σφόδρα πιθανό να χαθεί το ύποπτο πουλί που θα συλληφθεί κάπου στα γρανάζια της Ελληνικής γραφειοκρατίας και θα γελάσει στο τέλος και το παρδαλό κατσίκι, αντί να σκορπίσει η εικόνα των αστροναυτών στα κοτέτσια τον τρόμο. Γέλασε μέσα από τη καρδιά του και ο γιατρός, συμφωνήσαμε να συντονιστούμε. Αναθάρρησε και αναθάρρησα.
Πήρα τηλέφωνο τον Λάσκο, του εξήγησα την κατάσταση με αρκετές λεπτομέρειες. Δυο ώρες του μίλαγα, έδειξε να μην εκπλήσσεται. Μου θύμισε όλα αυτά που μου είχε διδάξει για τον τρόμο σαν στοιχείο της τέχνης του εικοστού αιώνα και τον ρόλο του στην νομιμοποίηση των εθνικών κρατών, για τον φόβο που γίνεται φοβία και τελικά τρόμος μαζικός. Η ηρεμία του και οι ολοκληρωμένες και τεκμηριωμένες απόψεις του πάνω στο αντικείμενο που κατέχει καλά, μεταδόθηκαν και σε μένα μέσα από τα σύρματα της επικοινωνίας. Αισθάνθηκα πάλι σαν να περπατάμε πλάι-πλάι πάνω στο ίδιο μονοπάτι που έκανε συνέχεια κύκλους γύρω από ένα βουνό. Κάθε στροφή και ένα επίπεδο πιο πάνω στην ανάλυση και στα επιχειρήματα, βήμα με βήμα να αποκαλύπτονται ξανά όλες οι αλήθειες.
«Πως τον νικάει κανείς αυτό τον τρόμο;» τον ρώτησα κάποια στιγμή.
«Μόνο ένα τρόπο ξέρω» μου απάντησε. «Πρέπει πρώτα να νικήσεις τον φόβο του άγνωστου, τον ίλιγγο που νοιώθεις μέσα σου όταν θωρείς το μέλλον προβάλλοντας τους μικρούς ατομικούς σου φόβους, αυτό που υπάρχει στην πίσω, την αθέατη πλευρά του βουνού του εγώ σου Σπύρο. Τον νικάς με ένα φ, έτσι απλά, με ένα σου φύσημα, με μια σου απόφαση να μη φοβάσαι. Να συνεχίσεις δηλαδή να περπατάς και να μιλάς συντονίζοντας το βήμα με όσους είναι δίπλα σου. Νομίζεις ότι είναι βουνό αυτό που ανεβαίνουμε μαζί τόση ώρα που μιλάμε;»
Τον είδα να κοιτάζει βαθειά μέσα μου με εκείνα τα λαμπερά μάτια του διαφωτιστή που επέμενε στις αξίες του ανθρωπισμού. Είδε ότι αισθανόμουν, αισθάνθηκα ότι έβλεπε τις εικόνες που σχηματιζόταν στο μυαλό μου, ανατρίχιασα με τη σκέψη ότι τελικά μπορεί να μην υπάρχει βουνό. Το κατάλαβε, με καληνύχτισε ευγενικά και έκλεισε. Βάζοντας τώρα σε αυτές τις γραμμές σε τάξη τις σκέψεις και τα συναισθήματα αυτής της ημέρας, καταλαβαίνω ότι ένα πράγμα μου μένει να κάνω: να πάψω να φοβάμαι και να συνεχίσω να περπατάω. Πάση θυσία.

Έμεναν αδιάβαστες μόνο δυο ημερομηνίες στο ημερολόγιο του Πορφύρη, όσα έγραψε στις 4 Φεβρουαρίου και στις 11 Μαρτίου του 2004, λίγες μέρες πριν εξαφανιστεί. Η Φρόσω είχε αφήσει στη μέση το διάβασμα του ερευνητικού αρχείου του Πορφύρη και είχε βγει να κάνει το απογευματινό της τζόκιν. Άνοιξες και εσύ το βήμα για να δεις τη συνέχεια.

4 Φεβρουαρίου 2004 στο γραφείο μου στο Πανεπιστήμιο
Πριν δέκα μέρες παρέλαβα το δέμα με τα τέσσερα CD που περιλαμβάνουν τα απόρρητα στοιχεία της κυβέρνησης του Λαφανουί. Η πρώτη μου εντύπωση από την μελέτη τους είναι ότι έχει απόλυτο δίκαιο ο Λάσκος. Η LP-LP φτιάχτηκε για να πουλήσει τρόμο στους υγιείς μιας και τίποτα από αυτά που σχεδιάζονται στην επιτροπή δεν τεκμηριώνει κανένα μέτρο «προαγωγής της υγείας» και κανένας κίνδυνος για τη δημόσια υγεία δεν τεκμηριώνεται σοβαρά από καμιά απολύτως επιδημιολογική μελέτη!
Ολοκλήρωσα χθες το βράδυ αργά την εφαρμογή της μεθόδου του Φωτεινού για να βρω τον βαθμό διείσδυσης του φόβου και του τρόμου στις ιστοσελίδες του Ίντερνετ σε παγκόσμιο επίπεδο. Ευφυέστατη η μέθοδος, χρησιμοποιεί πολύ έξυπνα τα φίλτρα αναζήτησης του Google και του Yahoo αφού προηγουμένως καθορίσει μια σειρά από κριτήρια για να αποκλειστούν οι διπλές εγγραφές και οι σελίδες-σκουπίδια, μετρώντας την πραγματική επισκεψιμότητα των ιστοσελίδων. Η μέθοδος φτιάχτηκε από τον Φωτεινό για να βρει τον βαθμό διείσδυσης καταναλωτικών προϊόντων σε ιστοσελίδες στο ίντερνετ, για να τις συσχετίσει μετά με τις καταναλωτικές συνήθειες των θαμώνων των ίντερνετ καφέ. Την δοκίμασα για τον φόβο και τον τρόμο με ελάχιστες διορθώσεις. Παντού, σε όλο τον κόσμο και για κάθε γλώσσα πήρα τα ίδια αποτελέσματα. Η λέξη φόβος εμφανίζεται περίπου στο 6% των ιστοσελίδων ανεξαρτήτως γλώσσας και γεωγραφικής περιοχής. Ο τρόμος ακολουθεί με ένα ποσοστό 3% περίπου, ενώ η φοβία απασχολεί το διαδίκτυο μόνο σε κάποια χιλιοστά των ιστοσελίδων. Ελαφρώς αυξημένα τα ποσοστά για τις Ηνωμένες Πολιτείες, εκεί ο τρόμος, η τρομοκρατία και τα παράγωγά τους έχουν υψηλότερο βαθμό διείσδυσης. Διαφορετικά αποτελέσματα πήρα και για την Ελλάδα. Εδώ τα ποσοστά των ιστοσελίδων που αναφέρονται στον φόβο, την φοβία και του τρόμο (που πολλές φορές χρησιμοποιούνται λανθασμένα ως ταυτόσημες έννοιες) είναι αυξημένα κατά 21% σε σχέση με τα αντίστοιχα του παγκόσμιου ιστού. Δεν ξέρω αν αυτό οφείλεται στο ότι φοβόμαστε περισσότερο, στην εθνική μας μοναξιά και στην συνεχή αγωνία μας να εμφανιζόμαστε σαν συνεχιστές τόσο αντιφατικών παραδόσεων, που το μόνο που τις συνδέει είναι η συνέχεια της ίδιας γλώσσας. Μπορεί πάλι να είμαστε πιο ειλικρινείς και μιλάμε πολύ και δημόσια για τον φόβο και τον τρόμο, αφού τραγουδάμε αυτές τις λέξεις ακόμη και στον εθνικό μας ύμνο. Να ένα ακόμα καλό θέμα για περισσότερη έρευνα.
Το πιο συνταρακτικό συμπέρασμα αυτής της έρευνας μου είναι ότι ο φόβος είναι πλέον η τρίτη σε ποσοστό διείσδυσης λέξη στον παγκόσμιο ιστό, μετά από τις λέξεις σπορ και σεξ. Όλες οι άλλες δημοφιλείς λέξεις ή αξίες ακολουθούν τον φόβο και τον τρόμο από πολύ μεγάλη απόσταση στα ενδιαφέροντα όσων επισκέπτονται τις σελίδες του παγκόσμιου ιστού. Και το πιο συνταρακτικό είναι ότι ο ρυθμός αύξησης των ποσοστών του δείκτη του φόβου και του δείκτη του τρόμου στο διαδίκτυο είναι τετραπλάσιος από οποιαδήποτε άλλη λέξη, αξία ή προϊόν. Υπολόγισα ότι με αυτούς τους ρυθμούς σε δυο ή τρία χρόνια ο φόβος θα έχει κατακτήσει σε όλο τον κόσμο την πρώτη θέση στα ενδιαφέροντα των συντακτών των ιστοσελίδων και των επισκεπτών του ίντερνετ, εκτοπίζοντας ακόμη τα σπορ και το σεξ, που σήμερα συναγωνίζονται στήθος με στήθος για την πρωτοκαθεδρία. Φαίνεται ότι δεν θα αργήσει η ημέρα όπου το σεξ θα πάρει τελεσίδικα τη θέση κάποιου σπορ, τα σπορ θα έχουν υποκαταστήσει το σεξ και ο τρόμος με τον φόβο θα οδηγούν αυτές, αλλά και όλες τις παρελκόμενες, κοσμοϊστορικές εξελίξεις. Θα έχει πολύ μεγάλη σημασία να ερευνηθούν οι συσχετίσεις των μεταβολών της διείσδυσης του τρόμου, ως δείκτη των κοινωνικών συμπεριφορών από όσα δημοσιεύονται στον παγκόσμιο ιστό, μετά από την εφαρμογή των επικοινωνιακών δράσεων της LP-LP ή μετά από τις υστερίες τρόμου, όπως για παράδειγμα αυτές που ακολούθησαν την 11η Σεπτεμβρίου ή τον πόλεμο στο Ιράκ, τα τρομοκρατικά χτυπήματα και τις απειλές στην Ευρώπη ή αυτά που ακουστήκαν για τον ιό SARS και την νόσο των πουλερικών. Οι πρώτες ενδείξεις από την μελέτη που έκανα προβάλλοντας την διαχρονική εξέλιξη της διείσδυσης του φόβου και του τρόμου στις διαφορετικές ηλικιακές και κοινωνικές ομάδες με την μέθοδο Φωτεινού, συνδυάζοντας και τις στατιστικές άλλων μετρήσεων από έρευνες κοινωνικών συμπεριφορών, δείχνουν ότι ο Περμούτι έχει απόλυτο δίκαιο: o φόβος και ιδιαίτερα ο τρόμος έχουν αποκτήσει χαρακτηριστικά ιδιαίτερα δυναμικών καταναλωτικών προϊόντων.
Μίλησα πάλι με τη Στέλλα στο τηλέφωνο. Σήμερα της είπα για τους προβληματισμούς και τους φόβους μου για το πραγματικό αποτέλεσμα της δουλειάς που κάνω. Κλείνοντας το τηλέφωνο συνειδητοποίησα ότι μου έχουν αναθέσει να διαφημίσω τον τρόμο για να καταναλωθεί αυτός φρέσκος, με όλες τις «ευεργετικές» του ιδιότητες και σε όσο μεγαλύτερες ποσότητες γίνεται. Να χωνευτεί μαζί με τις ραφιναρισμένες εικόνες που θα δείχνουν το ενδιαφέρον κάποιων για την κίνδυνο της απώλειας της υγείας των υγειών. Και όλα αυτά την ώρα που, άρρωστος εγώ, παλεύω να νικήσω με κύριο όπλο τον έρωτά μου για τη Στέλλα, τον ανακυκλούμενο φόβο από αυτό που φώλιασε ύπουλα μέσα στο στομάχι μου. Την Στέλλα που υποφέρει από κατάθλιψη, που προέρχεται είτε από το άγχος της απώλειας των ψευτοδουλειών που βρίσκει κατά καιρούς είτε από τον εμμένοντα φόβο της ότι θα μείνει για πάντα άνεργη.
Σημείωσα αυτή την διαπίστωση εδώ ελπίζοντας να φανεί χρήσιμη στο μέλλον σε κάποιο ψυχολόγο, αν αυτός θελήσει να κατανοήσει την πολύπλοκη μάχη που γίνεται τώρα με όλους τους δαίμονες μέσα μου. Ενδεχομένως να φανεί χρήσιμη και σε μένα όταν, ξαναδιαβάζοντας αυτές τις σελίδες μετά από καιρό, προσπαθήσω να κατανοήσω την πραγματική αιτία που θα με οδηγήσει στις αποφάσεις που φαίνεται ότι πρέπει να πάρω τώρα.

11 Μαρτίου 2004 στο γραφείο μου στο Πανεπιστήμιο
Το περασμένο Σάββατο στις 6 Μαρτίου, την παραμονή των Ελληνικών βουλευτικών εκλογών, μου έφτασε η είδηση ότι ο Λεφανουί βρέθηκε νεκρός στο γραφείο του στο Παρίσι. Τον βρήκε απαγχονισμένο η καθαρίστρια του γραφείου του τα ξημερώματα. Το σώμα του βρέθηκε κρεμασμένο από ένα σχοινί που είχε δεθεί από ένα σιδερένιο στήριγμα στο πατάρι του. Δεν βρέθηκε κανένα σημείωμα που να δικαιολογεί την πράξη του. Την είδηση μου την τηλεφώνησε η γραμματέας του, η κηδεία του αυτόχειρα θα γινόταν στην γενέτειρά του, ένα χωριό στη Βρετάνη, το απόγευμα της Δευτέρας. Με πήρε για να με ειδοποιήσει ότι, μετά από αυτές τις εξελίξεις, η προγραμματισμένη για τις 22 συνάντησή μας στο Παρίσι θα έπρεπε να ματαιωθεί. Ζήτησε και συγγνώμη για την ταλαιπωρία. Αμήχανα και με λέξεις που έβγαιναν από την επαγγελματική τη συνήθεια να ρυθμίζει τα ραντεβού του καθηγητή της ιατρικής στο Πανεπιστήμιο ανάλογα με τα έκτακτα γεγονότα της προσωπικής του ζωής.
Έκανα πάρα πολύ ώρα για να συνέλθω από το σοκ που μου προκάλεσε το άκουσμα της είδησης του θανάτου του Λεφανουί. Μου ήταν αδύνατο να πιστέψω ότι αυτοκτόνησε ο άνθρωπος με τον οποίο συνομιλούσα αργά το προηγούμενο βράδυ για τα κοινά μας ερευνητικά σχέδια, για τις διακοπές που σχεδίαζε να κάνει στην Ελλάδα πριν από τους Ολυμπιακούς αγώνες το καλοκαίρι και για τις προβλέψεις του για τις Ελληνικές βουλευτικές εκλογές. Όλο το Σαββατοκύριακο δεν μπόρεσα να ησυχάσω με την σκέψη ότι δεν είναι δυνατόν αυτός ο άνθρωπος να αυτοκτόνησε, κάτι άλλο συνέβαινε.
Την Τρίτη το πρωί επισκεφτήκαν το γραφείο μου στο Πανεπιστήμιο ένας επιθεωρητής της Γαλλικής αστυνομίας με τη συνοδεία ενός υπαλλήλου της Γαλλικής πρεσβείας στην Αθήνα και ενός Έλληνα αστυνομικού που μετέφερε την άδεια του πρύτανη να με εξετάσουν στο γραφείο μου στο Πανεπιστήμιο. Μου πήραν κατάθεση για τον Λεφανουί, φαίνεται ότι είμαι ο τελευταίος άνθρωπος που μίλησα μαζί του πριν από το τραγικό του τέλος, έτσι έδειξαν τα αρχεία των κλήσεων της τηλεφωνικής εταιρίας στο Παρίσι. Μετέφερα το κλίμα της συνομιλίας, τα θέματα που συζητήσαμε και κατέθεσα την πεποίθηση που είχε αρχίσει να μου σχηματίζεται ότι κάποιος πρέπει να δολοφόνησε τον Λεφανουί. Δήλωσα κατηγορηματικά ότι δεν είχα ιδέα ποιος και για ποιο λόγο. Πήραν την υπογραφή μου στην κατάθεση, ευγενέστατα ο Γάλλος επιθεωρητής με χαιρέτισε στρατιωτικά και έφυγαν.
Μισή ώρα αργότερα εισέβαλαν δυο αγενέστατοι χοντράνθρωποι στο γραφείο μου, ξάπλωσαν στις καρέκλες και άναψαν τσιγάρα, από την ΕΥΠ είπαν, έδειξαν και ταυτότητες κάποιας άλλης, άγνωστης σε μένα, υπηρεσίας. Άρχισαν τις απειλές για να τους πω τι ξέρω για τον Λεφανουί και το αρχείο του. «Δεν ξέρεις που έμπλεξες Πορφύρη» έλεγε ο ένας, «μίλα» έλεγε ο άλλος, «σε παρακολουθούμε μήνες και ξέρουμε με ποιον μιλάς και τι κάνεις με κείνη την τσουλίτσα την Χατζή στη Πάτρα». Τους ζήτησα να δω την άδεια του πρύτανη να με επισκεφθούν στο γραφείο μου, τους τόνισα ότι παραβίαζαν το Πανεπιστημιακό άσυλο. Δεν είχαν καμιά άδεια, ο ένας εκνευρίστηκε και άρχισε να κλωτσάει τα έπιπλα, «δεν μπορείς να πας πουθενά», είπε, «η Αθήνα είναι γεμάτη από μυστικές υπηρεσίες για την Ολυμπιάδα, όπου και να πας θα σε βρούμε και θα σε κάνουμε να τα ξεράσεις όλα». Τους έστειλα στο διάολο. Να προσέχω μου είπε με νόημα ο άλλος φεύγοντας, «να μην έχω την ίδια τύχη με τον Γάλλο».
Κλείδωσα το γραφείο, κατέβασα τα στόρια και τα τηλέφωνα και έμεινα να ηρεμίσω. Ο καταιγισμός των γεγονότων με είχαν ζαλίσει. Ότι και να συμβαίνει πρέπει να σχετίζεται με τη στάση μου στη LP-LP, ενδεχομένως με αυτή την επιτροπή να σχετίζεται και η δήθεν αυτοκτονία του Λεφανουί. Ότι περιέχει το αρχείο που μου έστειλε ο Λεφανουί και ότι συζήτησα μαζί του φαίνεται ότι ενοχλεί κάποιους ισχυρούς. Ίσως η στάση μας στην επιτροπή στην τελευταία της συνεδρίαση να απείλησε κάποια σχέδια τους.
Αργά το βράδυ ηρέμισα τελείως και κατέληξα σε ένα στοιχειώδες πρόγραμμα ενεργειών για τις επόμενες ημέρες. Είναι φανερό ότι απειλούμαι και κινδυνεύω. Οι σημερινές επισκέψεις έγιναν μόνο για εκφοβισμό. Ήθελαν να με πανικοβάλουν για να τους παραδώσω, χωρίς πολύ θόρυβο, το αρχείο του Λεφανουί. Αν ήταν να με ανακρίνουν κανονικά θα με καλούσαν στις υπηρεσίες τους. Αν παρανομώ κατέχοντας το επιστημονικό ερευνητικό υλικό που μου προώθησε ο γιατρός για να διευκολύνει την κοινή μας δουλειά, θα έφερναν κάποιο χαρτί από εισαγγελέα για να τους παραδώσω το αρχείο του, δεν θα πουλούσαν απλώς σκληράδα και τσαμπουκάδες όπως σήμερα. Πρέπει να μεταφέρω όλο το αρχείο μαζί με το ερευνητικό μου ημερολόγιο και αυτό εδώ το Ημερολόγιο Καταστρώματος σε ασφαλές μέρος, αν γίνουν πολύ δύσκολα τα πράγματα θα είναι τα μόνα διαπραγματευτικά μου χαρτιά, σε αυτό κατέληξα γρήγορα. Πρέπει ακόμα να προστατέψω τη Στέλλα και τον Λάσκο, είπαν ότι με παρακολουθούν πολλούς μήνες, ενδεχομένως να βρίσκονται και αυτοί σε κίνδυνο μιας και είναι οι μοναδικοί άνθρωποι με τους οποίους έχω μοιραστεί τους προβληματισμούς μου. Να φύγω από την Ελλάδα αυτή την εποχή το βρίσκω αδύνατο, πρέπει να έχει δίκιο αυτός που είπε ότι παρακολουθούν τα πάντα με αφορμή την Ολυμπιάδα. Χρειάζομαι χρόνο για να ερευνήσω σχολαστικά όλα τα δεδομένα του αρχείου και να οργανώσω τις κινήσεις μου χωρίς να αισθάνομαι ότι απειλούμαι. Ότι ξέρω και ότι είναι να μάθω ακόμη φαίνεται ότι είναι πολύτιμο. Αξίζουν τουλάχιστον όσο η ζωή του Λεφανουί.

Διάβαζες απορροφημένος, δεν παρατήρησες την Φρόσω που επέστρεψε κάθιδρη από τον καθημερινό της μαραθώνιο. Λίγες πιο κάτω ο Πορφύρης συνέχιζε με μερικές ακόμα γραμμές. Έγραφε:

9/11/2004 Κτήμα Δελακούρα, Κέρκυρα
Τώρα ξέρεις πως εξελίχθηκαν τα γεγονότα και μπορείς να συνδυάσεις πλέον όλα τα κομμάτια αυτής της ιστορίας που άφησα πίσω. Μόνο εσύ θα μπορούσες να βρεις όλα αυτά που είναι γύρω σου και να ανασυνθέσεις το παζλ που δίνει νόημα στους κόπους τόσων πολλών τίμιων ερευνητών. Γράφω αυτές τις τελευταίες γραμμές σε αυτό που ονόμασα κάποτε Ημερολόγιο Καταστρώματος λίγο πριν αναχωρήσω με τη Στέλλα για το Μπουένος Άιρες, τώρα που φαίνεται ότι χαλάρωσαν τα μέτρα επιτήρησης. Κυνηγημένοι και με ψεύτικα χαρτιά θα φύγουμε, σαν εγκληματίες. Δεν είμαι σε θέση να συνεχίσω αυτό που προσπάθησα να ξεκινήσω με τον Λεφανουί, η υγεία μου δεν μου επιτρέπει μακροχρόνιους σχεδιασμούς και οι δυνάμεις μου είναι πολύ λίγες μετά από τόσους μήνες δίχως ιατρική φροντίδα και χωρίς συνέχεια στην θεραπεία που έπρεπε να είχα κάνει.
Πέρα όμως από αυτά ξέρω ότι η δική μου απόφαση να αποκαλύψω το σκάνδαλο της Τυραννίας της Υγείας, όπως το έχω ονομάσει, μπορεί να έχει άμεσες συνέπειες στην ασφάλεια ή και την ζωή ακόμα του καθηγητή Λάσκου. Θα πρέπει να γνωρίζεις ότι, την προηγούμενη ημέρα από εκείνη που πήγα στο Πανεπιστήμιο για να σου γράψω την Τελευταία Πράξη, μου τηλεφώνησε ένας απόστρατος στρατηγός της ελληνικής αστυνομίας, φίλος όπως είπε του Λάσκου. Μου είπε ξεκάθαρα ότι κάποιοι έχουν αποφασίσει να σκοτώσουν τον Λάσκο αν συνεχίσω να ισχυρίζομαι τα περί δολοφονίας του Λεφανουί ή αν συνεχίσω να ψάχνω την υπόθεση. Ευθύς εκβιασμός όπως καταλαβαίνεις, δεν μου άφησε καμία άλλη επιλογή πέρα από το να ασφαλίσω το αρχείο και τα ευρήματα της έρευνάς μου σε αυτό το δωμάτιο και να κάνω την πιο τίμια και αντρίκια πράξη που θα μπορούσα να κάνω: Να το βάλω στα πόδια, να εξαφανιστώ αφήνοντας να εννοηθεί ότι αυτό έχει να κάνει με την έκβαση της υγείας μου ή ότι είμαι ήδη νεκρός. Έτσι εξαφανίζονται και όλες οι νομικές μου δεσμεύσεις για την τήρηση του απόρρητου της δουλειάς της LP-LP, αφήνοντας παράλληλα ελεύθερα στην επιστημονική έρευνα τα απολύτως έγκυρα στοιχεία που μου έστειλε ο Λεφανουί και που τα κρατούσαν τόσο καιρό στο σκοτάδι.
Θα αντιλαμβάνεσαι πλέον τώρα ότι ίσως μόνο εσύ μπορείς να συνεχίσεις την έρευνα και να αποκαλύψεις τις λεπτομέρειες της υπόθεσης Λεφανουί. Εσύ δεν έχεις δεσμεύσεις και περιορισμούς σαν βαρίδια στα πόδια σου και δεν είσαι υποχρεωμένος να γνωρίζεις ότι, όλο αυτό το επιστημονικό υλικό που σου κληροδοτώ, αποτελούσε κάποτε το εφτασφράγιστο μυστικό αρκετών κυβερνήσεων. Ιδιόχειρη επιστολή με ημερομηνία παράδοσης του αρχείου μου σε σένα πριν από την εξαφάνισή μου καθώς και χαρακτηρισμού του ως ελεύθερου για περεταίρω επιστημονική έρευνα, θα βρεις στον φάκελο Φ.159.12. Χρησιμοποίησε την αν περαστεί ανάγκη. Επιπρόσθετα, όλα τα ευρήματα και τα δεδομένα που μου έστειλε ο γιατρός, ερμηνεύονται από την μέθοδο που εσύ επινόησες και καταλήγουν, όπως θα διαπιστώσεις, σε συγκλονιστικά αποτελέσματα. Αυτό είναι το συμπέρασμα της ερευνητικής δουλειάς μου αυτούς τους τελευταίους μήνες που κρύβομαι σε αυτό το σπίτι. Αυτό το τελευταίο δεν το γνωρίζει κανένας, μόνο εσύ και εγώ.
Πιστεύω ότι αντιλαμβάνεσαι την σπουδαιότητα των όσων έμαθες αλλά και τις συνέπειες από την δημοσιοποίηση των αποτελεσμάτων που προκύπτουν από την εφαρμογή της μεθόδου σου στα επιστημονικά ευρήματα και τις στατιστικές που βρίσκονται σε αυτό το δωμάτιο. Γνωρίζω ότι το φορτίο της αποστολής που καλείσαι να αναλάβεις ότι είναι πολύ βαρύ και το μήνυμα που πρέπει να επιδοθεί επικίνδυνο.
Όπως σου είπα, οτιδήποτε και να αποφασίσεις να κάνεις από εδώ και πέρα θα το σεβαστώ. Καλή δύναμη.
Σπύρος Πορφύρης

«Έτσι ακριβώς σε σκιτσάρισα Φωτεινέ σε εκείνο τον τελευταίο πίνακα που δεν σε άφησα να τον δεις στο σπίτι μου, επειδή δεν τον είχα τελειώσει. Παντού λιακάδα και εσύ να κάθεσαι, όπως τώρα, στη σκιά, με ένα σουρεαλιστικό σύννεφο μέσα στο δωμάτιο ακριβώς πάνω από το κεφάλι σου. Μα τι συμβαίνει, εσύ τρέμεις.»
Δεν απάντησες, της έδειξες που να διαβάσει τις τελευταίες σελίδες από το Ημερολόγιο Καταστρώματος του Πορφύρη. Αμίλητος και σκιαγμένος βγήκες έξω στον κήπο για να πάρεις αέρα. Τρέμοντας από το φόβο και με ένα κόμπο στο στομάχι, άφησες μόνο το κορίτσι που είχε ζωγραφίσει όλα τα συναισθήματα που φωλιάζουν τώρα μέσα σου με μπλε, άσπρο και κόκκινο, τα χρώματα του μονοπατιού του Πορφύρη στο ανεπίδοτο γράμμα του. Βγήκες στο κτήμα για να τα συναντήσεις. Το σύννεφό σου σε ακολούθησε.

Σουρούπωνε. Από τη μαρμάρινη σκάλα η θέα του βαθύ μπλε της θάλασσας ανάμεσα στα κυπαρίσσια και τις ελιές και το γαλανό του ουρανού, έβαζαν στη μέση το κόκκινο των βουνών της απέναντι ακτής της Ηπείρου. Πράσινο σχεδόν μαύρο, μπλε της θάλασσας σχεδόν μαύρο και αυτό, κόκκινο ξανθό στα απέναντι ξεροβούνια και η αποθέωση του φωτεινού γαλάζιου στον ουρανό εναλλάσσονται σε αναλογίες που λες ότι τις επέλεξε για φόντο κάποιος θεοφοβούμενος Αναγεννησιακός ζωγράφος. Και μια πινελιά σκούρο κόκκινου της μοτοσικλέτα σου που μένει γερμένη για να ξαποστάσει πάνω στο λευκό χαλί από το χαμομήλι στο ξέφωτο μπροστά στο βενετσάνικο αρχοντικό. Καμιά η σχέση τους τώρα με τις αποχρώσεις των ίδιων χρωμάτων που σου επέδειξε πριν λίγες μέρες η άνοιξη, τότε που τα χρώματα ήταν απόλυτα και έδειχναν να ξεπηδούν από την φωτεινή παλέτα κάποιου ατρόμητου φωβιστή[2] ζωγράφου που είχε βαλθεί να αλλάξει τον κόσμο. Ξάπλωσες πάλι ανάσκελα δίπλα από την μοτοσικλέτα πάνω στα χαμομήλια, κάλυψες πάλι τα μάτια με τα μπράτσα για να αφουγκραστείς τα χρώματα καλλίτερα. Ο ήχος της σιωπής τους σε κυρίευσε μέσα στο απόλυτο μαύρο της επερχόμενης νύχτας. Το μαύρο του σκοταδιού, το μαύρο της μοναξιάς, το μαύρο του φόβου.
Στ’ αλήθεια φοβάσαι; Κάτω από άλλες συνθήκες η ερώτηση θα ήταν ένα καλό θέμα για ακαδημαϊκή συζήτηση. Ο φόβος ως αστάθμητος παράγοντας, ο φόβος ως αμαρτία, o αρχέγονος φόβος του θανάτου και της αιώνιας νύχτας που επακολουθεί, ο φόβος ως συνταρακτική συνειδητοποίηση μιας πραγματικότητας που ανακαλύπτεις μια στιγμή, αν και υπήρχε πάντα. Ο φόβος ως ύστατος εξολοθρευτής του υποσυνείδητου. Ο φόβος ως το τέλος της χαράς, ο φόβος της αυτογνωσίας και ο φόβος της επιβίωσης. Ξαπλωμένος ανάμεσα σε τόσα χρώματα που παραμόνευαν εκεί έξω, αυτό που νοιώθεις τώρα κάθε άλλο παρά ακαδημαϊκό ερώτημα μπορεί να είναι. Έχεις φοβηθεί και παλιότερα, όμως οι εκδηλώσεις εκείνες τώρα σου φαίνονται λιγότερο σημαντικές. Τα χιλιόμετρα που κατάπινε η μοτοσικλέτα σου, με το μικρό δαχτυλάκι του δεξιού χεριού να έχει πιαστεί κοκαλωμένο στη θέα του τοπίου που φεύγει δεξιά και αριστερά, όταν συνειδητοποιούσες την ταχύτητα από τις διακεκομμένες διαχωριστικές γραμμές στην άσφαλτο που σε πυροβολούσαν ακατάπαυστα σαν πυρά τροχιοδεικτικά. Ο φόβος από το μαύρο της αβύσσου που σε περίμενε στα βάθη της θάλασσας όταν σκαρφαλωμένος πάνω στη κουπαστή περίμενες κάτι να σε σπρώξει σε κείνη τη βουτιά που δεν τόλμησες. O φόβος του νεοσύλλεκτου φαντάρου περνώντας την πύλη του στρατοπέδου κατάταξης. Και κάποιοι άλλοι ακαθόριστοι φόβοι, που γίνονται κομμάτι του εαυτού σου όταν κοιμάσαι, την στιγμή που μονομαχούσε η λογική και η ανεξέλεγκτη φαντασία. Φόβοι που αρκούσε μια πράξη καλής θέλησης για να τους στείλει στη λήθη με ένα απλό άνοιγμα των βλεφάρων για να επανέλθεις στο γνώριμο περιβάλλον των σκιών του δωματίου σου.
Ο φόβος που νοιώθεις τώρα είναι διαφορετικός. Φόβος πρωτόγνωρος, ασυνήθιστος, φόβος άγνωστος. Ο φόβος που ωριμάζει κάτω από τη σκιά της φρίκης. Της φρίκης που μπορεί να αναπαραστήσει το μαύρο της νύχτας, το μαύρο του σκοταδιού και όσων κρύβει το μαύρο της μοναξιάς. Της φρίκης της γραμμένη με το ίδιο φ όπως εκείνο το φ του φόνου.
Αρκεί ένα φ για να το διώξει κανείς το φόβο είχε διδάξει ο Λάσκος στον Πορφύρη. Ένα φύσημα και θα εξαφανιζόταν. Συνειδητοποιείς ότι αυτό που έχει συμβεί σε σένα είναι ότι, διαβάζοντας την ιστορία του Πορφύρη, ρούφηξες το φόβο μέχρι να γεμίσει με αυτόν κάθε κυψέλη των πνευμόνων σου. Παρακολουθήσεις του προσωπικού απόρρητου από μυστικές υπηρεσίες ή έστω η υποψία ότι αυτές γίνονται. Ίντριγκες ανεξέλεγκτων επιτροπών, γιατροί που εκφοβίζουν υγιείς, ασφαλιστές που πουλάνε τα προϊόντα τους στηριγμένοι στον φόβο που σπέρνουν οι προηγούμενοι, διαφημίσεις προϊόντων ασφάλειας που ασφαλίζουν καλά, κλειδώνοντας τους φόβους των νοικοκυραίων, μπας και δραπετεύσουν αυτοί μια νύχτα μέσα από κάποιο τους όνειρο. Και για πρώτη φορά φοβάσαι με όλα αυτά που σου αποκάλυψαν τα νούμερα και τις στατιστικές της τέχνης σου επιβεβαιώνοντας όλα τα προηγούμενα. Όλα αυτά που υπάρχουν εκεί έξω, συνθέτοντας μια τεράστια βιομηχανία του τρόμου της σιωπής και που συνειδητοποίησες απότομα την τραγικότητα της ύπαρξή τους, αλλά και το πόσο πολύ σε αφορούν. Το δικό σου φ δεν τον έδιωξε τον φόβο, το αντίθετο έγινε.
Ανοίγεις τα μάτια. Παραμένεις ξαπλωμένος πάνω στο ίδιο ξέφωτο με τα χαμομήλια αλλά τώρα έχεις πάρει τη στάση του εμβρύου. Αυτή τη φορά δεν αρκεί το άνοιγμα των βλεφάρων για να σε επαναφέρει στη σιγουριά του γνώριμου περιβάλλοντος των σκιών του δωματίου σου. Τα χρώματα έχουν εξαφανιστεί, το μαύρο της νύχτας έχει καλύψει το μπλε της ελευθερίας σου, έχει καταπατήσει το λευκό της αυτοπεποίθησης, εξαφάνισε τις πινελιές του πορφυρού του έρωτα και όλες τις ενδιάμεσες αποχρώσεις τους που καθορίζουν τα υπόλοιπα συναισθήματα. Ο φόβος έχει καλύψει τα πάντα, κυριαρχεί σαν άγριο αιλουροειδές πάνω σε όλα. Σε πιάνει πανικός, ιδρώνεις και λαχανιάζεις λες και έτρεξες χιλιόμετρα. Ψάχνεις την κατεύθυνση για το σπίτι, αναζητάς κάτι που να σε οδηγεί στο φως της Φρόσως αλλά μάταια. Χάνεσαι μέσα στο δάσος με τα κυπαρίσσια, σκοντάφτεις πάνω τους και ματώνεις πάνω στις πέτρες. Μέσα στο σκοτάδι ξεχωρίζεις ένα λευκό σημείο να αντανακλά πεισματικά ότι απέμεινε από τη λευκότητά του μέσα στο απόλυτο μαύρο. Το φρεσκο-ασβεστωμένο τοιχάκι του αρχαίου πηγαδιού του κτήματος συνεχίζει να αντιστέκεται πεισματικά στο μαύρο που το περιβάλλει. Στέκεις σκυφτός να ξελαχανιάσεις στο άνοιγμα του πηγαδιού πάνω από το απόλυτο μαύρο του, που μπροστά του ωχριά και το μαύρο της νύχτας που σε περιβάλλει. Στο βάθος του η απόλυτη μοναξιά, Γύρω σου παντού ο φόβος.
Φαντάζεσαι τον εαυτό σου να καθρεφτίζεται στο μαύρο νερό του πηγαδιού. Λες και είναι κάποιος άλλος αυτός που αφηγείται σε δεύτερο πρόσωπο τις σκέψεις του για το σκοτάδι και εσύ η αντανάκλασή του στο χείλος του πηγαδιού. Θέλεις αυτός να είναι εκεί, πάνω στο νερό που απορροφά κάθε σκέψη όπως τους ήχους που δεν αφήνονται να ξεφύγουν από την άβυσσο. Μένεις έτσι με τις ώρες και ακούς το πρόσωπο που πιστεύεις ότι είναι στο βάθος του πηγαδιού, να διηγείται την ιστορία σου απολογούμενος σε δεύτερο πρόσωπο. Ακούγεται για ώρα ο μονόλογος του να σιγοψιθυρίζει για ένα καταθλιπτικό πρωινό μέσα στη μοναξιά σου στο Πανεπιστήμιο, για ένα ταξίδι μετά από μια απρόσμενη πρόσκληση, για τη συνάντηση με ένα κορίτσι, για ένα κυνήγι χαμένου θησαυρού και στο τέλος για το απόλυτο μαύρο ενός δάσους σαν και αυτό. Επαναλαμβάνει με λεπτομέρεια όλα όσα σκέφτηκες και διηγήθηκες στη ζωγράφο σου κατά τη διάρκεια αυτών των κοινών σας ημερών, που τα περισσότερα τα ήξερε όπως φαίνεται από τα χρώματα που διάλεξε για να σε ζωγραφίζει. Και αφού τελείωσε ότι ήταν να πει σώπασε. Κάνεις α για ν’ ακούσεις τον αντίλαλο στο πηγάδι, για να δεις αν σε ακούει και ο άλλος, το πρώτο πρόσωπο. Τίποτα, καμία απόκριση. Ο ήχος της σιωπής κυριαρχεί, δεν ακούγεται ούτε το α που φώναξες, το κατάπιε και αυτό το μαύρο. Το ίδιο μαύρο του φόβου που κάλυψε τα χρώματα, το ίδιο που σε εμποδίζει να εκφράσεις τα συναισθήματα. Τώρα ακούγεται μόνο το πλιτς πλιτς που κάνουν κάποια δάκρυα σου που φτάνουν στην μαύρη επιφάνεια κάπου εκεί στο βάθος, διακόπτοντας έτσι εκείνο το μονότονο βούισμα, τον ήχο της σιωπής τους, που τόσα χρόνια σε μπούκωνε.

Σε λίγο θα ξημέρωνε. Ένα αεράκι φύσηξε από τη μεριά της θάλασσας και έκανε τα πάντα να αναρριγήσουν. Είπες ότι τώρα θα κάνει φρου και εκείνος ο πολύχρωμος μύλος της πιτσιρίκας που ονειρεύεται χαμογελώντας το δικό της αδύνατον μέσα στην αγκαλιά της μάνας της στην αυλή του ψυχιατρείου, αδιαφορώντας για την ανάμνηση των τόσων μαύρων χρόνων της έγκλειστης τρέλας των κλειδωμένων συναισθημάτων γύρω της. Με αυτή την εικόνα στο μυαλό, μια ξαφνική και αναπάντεχη σκέψη κάνει τα πάντα να λάμψουν. Τα χρώματα είναι ακόμη εκεί έξω, συνεχίζουν να υπάρχουν όλα πάνω στον χάρτινο μύλο της μικρής. Το πρωινό φως του θα ξαναφέρει σε λίγο το άσπρο στα χαμομήλια, το μπλε της θάλασσας και την πινελιά του κόκκινου της μηχανής που σε περιμένει γερμένη ερωτικά στο πλάι. Ένα αεράκι σαν αυτό, θα τα ανακατέψει σε όλους τους συνδυασμούς και θα κάνει πάλι τα μάτια της μικρής να λάμψουν όταν ξανασυναντήσει το εκτυφλωτικό λευκό που δημιουργεί η εναλλαγή των χρωμάτων, βλέποντας τον μύλο της να κάνει φρου. Και τότε κάτι άναψε μέσα στο σκοτάδι σου σαν μια προφητική πινακίδα από νέον. Στην αρχή μια αχνή κόκκινη λάμψη και μετά συνεχείς μπλε αστραπές μέχρι να σταθεροποιηθεί στο τέλος το εκτυφλωτικό λευκό του. Ένα μακρόσυρτο φφφ έστειλε με ανακούφιση όλο το μαύρο που φώλιαζε μέσα σου να συναντήσει το μαύρο της νύχτας. Με κλειστά μάτια ακολουθείς κάποιο δρόμο που προσδιορίζει μια ακαθόριστη πυξίδα μέσα σου, φωτισμένος λες από αυτό το φως που άναψε έτσι αναπάντεχα. Μετράς τα σκαλιά της βίλας της Μπενεφιτσέντζα με κλειστά τα μάτια, ξέρεις ότι ήταν πάντα δεκαεφτά και φτάνεις στο πλατύσκαλο. Ανοίγεις τα μάτια μόνο όταν ανοίγει η βαριά πόρτα της εισόδου της βίλας. Το αμυδρό φως από τη λάμπα στο κρυφό δωμάτιο με το αρχείο του Πορφύρη στο βάθος είναι ικανό να σε τυφλώσει. Ξέρεις ότι είναι εκεί και σε περιμένει. Περιμένεις λίγο για να συνηθίσουν τα μάτια στο μη σκοτάδι. Συνεχίζει απορροφημένη να διαβάζει κάτι από το αρχείο του Πορφύρη. Η αντανάκλαση του μπλε της οθόνης του υπολογιστή ζωγραφίζει στο πρόσωπό της ένα ανεπαίσθητο χαμόγελο, ίδιο με εκείνο που είχε η μικρή που περίμενε τον χάρτινο μύλο της να κάνει φρου.
«Είμαι ερωτευμένος μαζί σου» της ψιθύρισες σε πρώτο πρόσωπο.
[1] Το μέγιστο ποσοστό που επιτρέπεται να μειωθεί η αξία μιας μετοχής μέσα στην ίδια χρηματιστηριακή συνεδρίαση.
[2] από τη γαλλική λέξη -fauve που μπορεί να μεταφραστεί ως άγριο θηρίο, αγρίμι. Βραχύβιο καλλιτεχνικό κίνημα των αρχών του εικοστού αιώνα

Posted in Γιάννης Χατζηχρήστος, Το φ του φόβου | Leave a Comment »

Κεφ.16 Παλιά αρχεία

Posted by R.K. στο 13/04/2009

ΠΑΛΙΑ ΑΡΧΕΙΑ
22/4/2005, Κέρκυρα
Αυτή τη φορά ο Λάσκος δεν έμεινε πιστός στο ακαδημαϊκό του τέταρτο αλλά ούτε και στην υπόσχεσή του να συνεχίσει τις συνεδρίες σας περί τέχνης και τρόμου. Άδικη η αναμονή πάνω στη νεκρή ιστοσελίδα της Ένωσης Ιστορικών Τέχνης που θα φώτιζε την συνέχεια. Το μόνο σημάδι που έδειχνε την παρουσία του ήταν το ιστορικό που κατέγραψε τις προηγούμενες διαλέξεις και συζητήσεις του με την Romfea και δύο πιο πρόσφατα σημειώματα μαζί με πέντε σύνδεσμους σε ιστοσελίδες που τα έγραψε και τα έστειλε την προηγούμενη, κάπου εκεί κοντά στα ξημερώματα. Το ένα σημείωμα έγραφε:

«Είδα την τρέλα να παίρνει τη μορφή της φρονιμάδας στα πανεπιστήμια. …Είδα τα γράμματα (τ’ αγιασμένα γράμματα) να μην καταφέρνουν τίποτ’ άλλο στους περισσότερους παρά ν’ αλλάζουν αντικείμενο στα πάθη τους, και ωστόσο να τα θρέφουν οι λόγιοι με μικρολογίες, με αγυρτείες και με τις αιώνιες έχτρητες». Διονύσιος Σολωμός

Στο δεύτερο είχε γράψει:
Ο θάνατος της τέχνης και της διανόησης δεν οφείλεται αποκλειστικώς στο ότι οι δημιουργοί κατά τον 20ο αιώνα, επιβεβαιώνοντας πανηγυρικώς τον κανόνα ότι η τέχνη συμβαδίζει με την εποχή της, ακολούθησαν με θλίψη μάλλον παρά με πραγματικές δυνάμεις όσα ο αιώνας κόμισε και αφέθηκαν να πεθάνουν μαζί του απαγχονισμένοι στον απόηχο της υστερίας τους, έχοντας προσκυνήσει την λειψανοθήκη τους κάνοντας επίδειξη των σωθικών τους, συνένοχοι στην κατατρόπωση της ηθικής των Ορίων και της Καλλιέργειας (Culture), που, κατά τη γνώμη μου, συνιστά το κατ’ εξοχήν χαρακτηριστικό της Τέχνης και της Σκέψης. Οι αντιστάσεις των κάθε λογής δημιουργών υπήρξαν κατά κανόνα ασθενείς, ίσως επειδή και αυτοί δεν μπορούσαν να φανταστούν ότι ένας κόσμος πέθαινε αμετακλήτως με τον Πρώτο Πόλεμο και τον Τρόμο που εγκαταστάθηκε μόνιμα μετά το τέλος του, παρ’ όλο που αυτό το επερχόμενο τέλος είχαν χρωματίσει τόσο πρώιμα ο Ντοστογιέφσκι, ο Έντβαρντ Μουνχ (Η κραυγή), είχαν οσμιστεί ο Νίτσε και ο Κίρκεγκορντ και είχαν περιγράψει ο Μάλερ και ο Βέμπερν[1].

Από τους συνδέσμους ο πρώτος παραπέμπει σε μια ιστοσελίδα που παρουσιάζει μια πλήρη βιογραφία του Μπωντλαίρ, ο δεύτερος σε μια άλλη που αναφέρεται στον Φλομπέρ και στο έργο του, ο τρίτος σε μια ιστοσελίδα που αναλύει την πορεία της τέχνης από τον Αρθούρο Ρεμπώ μέχρι τον σουρεαλισμό. Ο επόμενος δείχνει ένα ιστοχώρο που περιλαμβάνει όλα τα έργα των Κάφκα, Τζόυς και Έντγκαρ Άλλαν Πόε και ο τελευταίος στην δημοσίευση της είδησης της κλοπής του πίνακα Κραυγή του ζωγράφου Έντβαρτ Μουνχ.
«Σημειώσεις για το επόμενο μάθημα;» πρότεινε η Φρόσω.
Δεν ξέρεις την απάντηση όπως και δεν ξέρεις τι να υποθέσεις για την αδικαιολόγητη απουσία του καθηγητή σου από την προγραμματισμένη του διάλεξη. Δεν γνωρίζεις αν ο Σολωμός έγραψε αυτό το κείμενο που του αποδίδει ο Λάσκος, σε μια εποχή που υπήρχε ελληνικό Πανεπιστήμιο ή απλώς με αυτό επιβεβαίωνε για άλλη μια φορά τον τίτλο του ως εθνικού προφήτη. Να ‘χε οραματιστεί άραγε, την εποχή που ακούγονταν από το Σαρόκκο κλάψες, άλυσες, φωνές και το αντίστροφο από αυτό που γράφει στην πρώτη του πρόταση, αυτό που είδατε να συμβαίνει σε εκείνη τη συναυλία την περασμένη Τρίτη; Δεν ήξερες. Αναζήτησες απαντήσεις στις ιστοσελίδες που, για κάποιο δικό του λόγο, είχε σημειώσει ο Λάσκος για να μη ξεχαστούν. Αδαής είσαι στα θέματα της τέχνης και της ιστορίας της. Αυτό που μπορείς να υποθέσεις είναι ότι ο δάσκαλός μάλλον ήθελε να χρησιμοποιήσει αυτές τις αναφορές στην θεματολογία του μαθήματος που δεν έγινε. Ίσως να έχει την πρόθεση μέσα από την αναφορά αυτών των δημιουργών, να υποδείξει έργα- σταθμούς που καθόρισαν την θεματολογία του τρόμου μέσα στην τέχνη του προηγούμενου αιώνα και που χαρακτηρίζονται, τόσο τα ίδια όσο και ο αιώνας, από το πέρασμα από την φρίκη στην έκσταση και από την έκσταση στην φρίκη. Έτσι ενδεχομένως να θέλει να αναλύσει ιστορικά την πορεία μετασχηματισμού της τέχνης μέχρι την έκπτωση του ρόλου της σε μια τέχνη-παράγοντα δημιουργίας και διάδοσης του τρόμου. Μπορεί να θέλει να αναλύσει πως σε αυτό τον μετασχηματισμό έπαιξαν ρόλο κάποια από τα επτά πρόσωπα του κράτους, αυτά που μπήκε στον κόπο να απαριθμήσει στην εισαγωγή του. Αυτό ή κάτι παρόμοιο συμπεραίνεις από την σύνθεση των απόψεων των συντακτών των ιστοσελίδων που σημείωσε. Δεν είσαι βέβαιος. Ούτε και η Φρόσω, που δείχνει να μη την ενδιαφέρει ο θάνατος της τέχνης και της διανόησης επιμένοντας:
«Εμένα αυτό που με κοφτ’ περισσότερο είναι γιατί σ’ διαλέξ’ τ’ όνομα Ρομφαία.»
«Πάμε μια βόλτα να δούμε το παλιό Κάστρο;» πρότεινες.

Σε κάθε γωνία στα καντούνια της παλιάς πόλης είχαν στηθεί υπαίθριοι πωλητές λουκουμάδων. Έθιμο σας είπαν παλιό, κάτι σχετικό με τον Άγιο Σπυρίδωνα, που έσωσε κάποτε τη πόλη από μια επιδημία πανώλης. Μεθαύριο, Κυριακή των Βαίων, των Βαγιώνε όπως την λένε εδώ, θα βγουν και οι μπάντες για τη μεγάλη λιτανεία, να μη την χάσετε. Παντού ακούγονταν οι φιλαρμονικές που έκαναν πρόβες για το μεγάλο γεγονός αλλά και για τις επόμενες εκδηλώσεις τους που θα γεμίζουν όλη τη Μεγάλη Βδομάδα με τους ήχους τους. Ακουγόταν από κάπου εκεί κοντά, μέσα από ένα διώροφο κτίριο, μια φιλαρμονική που παιάνιζε σαν να ήταν συμφωνική ορχήστρα χωρίς έγχορδα. Μπροστά του είχαν συγκεντρωθεί πολλοί ντόπιοι που είχαν αφήσει τις δουλειές τους και παρακολουθούσαν προσεκτικά.
«Αμλέτος του Φράνκο Φάτσιο, παίζει η Παλιά Φιλαρμονική»» σας πληροφόρησε με καμάρι κάποιος που είχε σταθεί δίπλα σας στο στενό καντούνι με το καλντερίμι και έδειχνε να ξέρει κάθε νότα που παιζόταν. Μείνατε και εσείς να ακούσετε την πρόβα μπροστά σε ένα μαγαζάκι που πουλούσε μπαχαρικά και αρωματικά φυτά και, λόγω της ημέρας, και λουκουμάδες. Μια αφίσα τις διαφήμιζε αναφέροντας ότι ήταν καρυκευμένες με την συνταγή που, κατά τον μαγαζάτορα, ήταν αυτή που χρησιμοποίησε ο Άγιος για να κρατήσει τον μαύρο θάνατο μακριά από το νησί. Ζαφορά, κινέζικο φυτό, λευκό πιπέρι, μαύρο πιπέρι, σπόροι κέδρου, φλούδες κίτρου και πορτοκαλιού, φασκόμηλο, βασιλικός, μαντζουράνα, φύλλα δάφνης, φλησκούνι, γεντιανή, καλαμίνθη, φύλλα κουφοξυλιάς, αποξηραμένα κόκκινα και λευκά τριαντάφυλλα, δεντρολίβανο, μέντα, κύμινο, ηπατική αλόη, ξύλο αλόης, κάρδαμο, δαφνέλαιο, σαπωναρία, κόμμι κισσού, λιβάνι, μοσχοκάρφια, σύμφυτον, μοσχοκάρυδο, πιπερόριζα, λευκό δίκταμο, βενζόη, κίτρινο κερί, και τερεβινθίνη σε μια μυστική αναλογία. Όλα αυτά μαζί μια πρέζα στάχτη ήταν η σύνθεση του καρυκεύματος των λουκουμάδων.
«Δεν περιέχει ίχνος από Ε9 και συντηρητικά» διαπίστωσε η Φρόσω διαβάζοντας την λίστα. «Θα δοκιμάσω».
«Αν προσθέσεις σε αυτό το καρύκευμα μέλανα ελλεβόρο, πικροκολοκλύθα και ραβέντι φτιάχνεις ένα μοναδικό ελιξίριο ζωής το οποίο, όπως έχει αποδειχτεί μετά την επιδημία μαύρου πυρετού του 1656 στη Ρώμη, είναι ιδανικό και για την καταρροή, το βήχα, το σφήξιμο στο στήθος, θεραπεύει τα έλκη, καταπραΰνει τον πόνο που προκαλεί η ακαμψία και λοιπά» δήλωσε πολύ σοβαρός ο λουκουμαδο-πωλητής απόγονος των αλχημιστών του μεσαίωνα, πασπαλίζοντας με την κοκκινωπή σκόνη από το θαυματουργό του καρύκευμα μια μερίδα μελωμένες λουκουμάδες, που τις σέρβιρε μέσα σε ένα πλαστικό δοχείο μιας χρήσης μαζί με ένα πλαστικό πηρουνάκι και μια χαρτοπετσέτα.
Εγκατέλειψε την προσπάθεια να τελειώσει τη μερίδα της μπροστά σε ένα σύγχρονο φαρμακείο που διαφήμιζε ένα θαυματουργό χάπι από σκόρδο, ιδανικό για την υπέρταση όπως έγραφε στην αφίσα.
«Νόστιμες αλλά μπούχτισα» δήλωσε προτείνοντας σου να τις τελειώσεις.
«Μπα, είμαι πιο παραδοσιακός σε ότι αφορά την προληπτική ιατρική» δήλωσες. «Πάμε να κλειστούμε στο Κάστρο».

Ρεύτηκε το δαφνέλαιο και τη σαπωναρία την στιγμή που περνούσατε το στενό γεφυράκι που ενώνει την Πλατεία της Σπιανάδας με το Παλιό Κάστρο. Το μοσχοκάρυδο και την ηπατική αλόη όταν ανεβαίνατε το καλντερίμι που οδηγούσε στην κορυφή. Το λιβάνι και την τερεβινθίνη περνώντας δίπλα από το Αγγλικό Νοσοκομείο και, όλα τα υπόλοιπα, τη στιγμή που φτάσατε στις πολεμίστρες που από το ύψος τους φαίνονταν η μεγαλοπρέπεια της πόλης και του πελάγους που την προστάτευε. Μοσχομύρισε ο τόπος, είπες να προσκυνήσεις το μεγαλείο του μέσα από ένα παρατεταμένο βαθύ φιλί που σου άφησε έντονα τη γεύση του δεντρολίβανου.
«Διψάω τρομερά» δήλωσε.
Ούτε ίχνος νερού εκεί ψηλά. Πήρατε το κακοτράχαλο μονοπάτι ακολουθώντας προς τα πίσω τις μυρωδιές. Το κτίριο όπου στεγάζεται το Ιστορικό Αρχείο Κέρκυρας είχε ανοιχτή την πύλη του. Μπήκατε με την ελπίδα να υπάρχει κάποιος ψύκτης ή έστω μια βρύση για να ξεδιψάσει η Φρόσω. Χάθηκε διψασμένη στις αίθουσες. Άλλες έχουν εκθέσεις που περιγράφουν την ιστορία στέγασης του αρχείου από το 1443 στο Παλάτι Βαϊλού, που σήμερα είναι δημοτικό σχολείο, το πέρασμά τους από το Επαρχείο και τη Λατινική Μονή Τενέδου μέχρι τη μεταφορά τους στο Ορφανοτροφείο και τη σημερινή τους θέση στις Αγγλικές Στρατώνες στο παλιό Φρούριο. Σε άλλες αίθουσες υπήρχαν θεματικές εκθέσεις του αρχείου της Ιονίου Ακαδημίας και σε άλλες ιδιωτικά και δημόσια ειδικά αρχεία της εποχής της Ενετοκρατίας. Όλα φυλαγμένα με φροντίδα που μαρτυρά τους λόγους της διαφορετικής κουλτούρας του τόπου σε σχέση με την τσαπατσουλιά και τον επαρχιωτισμό του υπόλοιπου νεοελληνικού κράτους. Την βρήκες μετά από ώρα. Έχει ανοίξει το Φάκελο 83 της περιόδου 1820-1885 όπου υπάρχουν ευλαβικά φυλαγμένα στοιχεία από δημόσια έργα της εποχής. Περιεργάζεται μια σειρά από τοπογραφικά σχέδια και κατόψεις κάποιας κατασκευής ενός δημόσιου κτιρίου με ιδιαίτερη προσοχή. Προς το παρόν σε αγνοεί παντελώς. Πήγες και της έφερες νερό από τον ψύκτη που υπήρχε στον διάδρομο μέσα σε ένα πλαστικό ποτηράκι μιας χρήσης. Κάποια στιγμή ξεδίψασε και σου είπε:
«Το San Rocco ήταν στην αρχή ένα μικρό οχυρό που έφτιαξαν οι Ενετοί μετά την πολιορκία της πόλης του 1716 από τους Τούρκους. Από αυτό πήρε το όνομά του όλη η γύρω περιοχή. Οι Γάλλοι φαίνεται ότι ήταν οι πρώτοι που χρησιμοποίησαν αυτόν τον χώρο σαν άσυλο, μαζεύοντας εδώ σποραδικά τους άκακους τρελούς των χωριών. Για την αισθητική του τοπίου σύμφωνα με όσα αναφέρονται εδώ. Σε αυτή την έκθεση του Άγγλου αρχίατρου του 1831 γράφει ότι τους Γάλλους τους ενοχλούσαν επειδή είχαν μπλε δόντια.»
«Μπλε δόντια;» ρώτησες.
«Ναι, Blue tooth, ακριβώς αυτό γράφει εδώ. Προφανώς από το μελάνι που τους έδιναν να πιούν για να μάθουν να διαβάζουν κάνοντας πλάκα οι εξυπνάκηδες της εποχής. Και εδώ πιο κάτω γράφει ότι οι Άγγλοι, που μετέτρεψαν το οχυρό σε στρατώνα του μηχανικού τους το 1814, συνέχισαν να τους μαζεύουν εκεί επειδή αυτοί απαντούσαν δυνατά στις μυστικές τους συνδιαλέξεις με τους θεούς και τους δαίμονες που άκουγαν μόνο αυτοί με τα bluetooth τους, περιφερόμενοι στους δρόμους για να κάνουν τα μικροθελήματα του χωριού τους. Από το 1838 και με διαταγή του τότε Άγγλου Διοικητή Ντάγκλας, άρχισαν να στοιβάζουν μαζί με τα άλογά τους εκεί μέσα και όσους χαρακτήριζαν ψυχικά ασθενείς με πιο συστηματικό τρόπο από ότι οι Γάλλοι και ξεκίνησαν να κρατούν αρχεία. Φαίνεται από αυτό το τοπογραφικό ότι τα σημερινά κτίρια σχεδιάστηκαν αργότερα από κάποιο Αυστριακό αρχιτέκτονα με το όνομα Λίμπερτ, σε αρχικά σχέδια από την εποχή που ο ιατρός του ιδρύματος ήταν κάποιος Χρήστος Τσιριγώτης από τους Παξούς, έχοντας ως πρότυπο τα αντίστοιχα σχέδια των αντίστοιχων Γαλλικών θεραπευτηρίων της εποχής. Αυτό εδώ το παλιότερο τοπογραφικό του 1856 δείχνει την ταύτιση του χώρου του παλιού οχυρού με ότι χτίστηκε αργότερα πάνω στα σχέδια του Αυστριακού. Το παλιό οχυρό το διατήρησαν σαν θεμέλιο για το Κεντρικό κτίριο όταν άρχισαν οι εργασίες το 1880, να δες εδώ σ’ αυτό για να καταλάβεις. Άρα απ’ όλα αυτά τι καταλαβαίν’ς πλί’ μ;»
Δεν καταλάβαινες που ήθελε να καταλήξει, σήκωσες τους ώμους ως πλι. Συνέχισε έχοντας μια λάμψη στα μάτια.
«Το Σαρόκκο δεν είναι η πλατεία που είδαμε αλλά το Ψυχιατρείο, εκεί που ήπιαμε τις μπύρες παρακολουθώντας τη συναυλία. Είμαι σίγουρη ότι εκεί μέσα βρίσκεται κρυμμένο το μυστικό του Πορφύρη που θα τα εξηγήσει όλα, θυμάσαι;»
Θυμήθηκες το τσαλακωμένο χαρτάκι με το νούμερο του κινητού του γιατρού με τα μαλλιά καρφάκια. Έψαξες στη τσέπη του μπουφάν. Καραμπότης ήταν το σημειωμένο όνομα, βρήκες τηλεφωνικό θάλαμο στη πλατεία, απάντησε στο κινητό του στο δεύτερο κουδούνισμα. Κανονίσατε να συναντηθείτε σε δεκαπέντε λεπτά σε μια καφετερία στις καμάρες του Λιστών όπου σύχναζαν φοιτητές και μαθητόκοσμος.

Όταν τον ρώτησες μετά τον τρίτο γύρο από τις μπύρες, έδειξε να ξέρει πολλές λεπτομέρειες για την ιστορία του χώρου που δούλευε. Επιβεβαίωσε ότι πράγματι τo Ψυχιατρείο είναι το Σαρόκκο και όχι η ομώνυμη πλατεία. Ανέφερε μετά πολλούς επώνυμους, πολιτικούς και καλλιτέχνες που φιλοξενήθηκαν κατά καιρούς στις εγκαταστάσεις του αλλά και τις προσπάθειες που είχαν γίνει για να σβηστούν τα ίχνη που άφηναν πίσω τους για να περιφρουρηθεί το κύρος και το όνομά τους από το στίγμα της τρέλας. Μέχρι και φωτιά έβαλαν κάποτε γι’ αυτό. Φαίνεται ότι σχεδόν ολόκληρη η νεότερη ελληνική ιστορία έχει αφήσει εκεί μέσα κάποια αποτυπώματα που καταγράφτηκαν στα ιατρικά αρχεία, που ευτυχώς διασώθηκαν. Αποτυπώματα στους ιατρικούς φακέλους των επώνυμων συντελεστών της ιστορίας και, πολύ συχνότερα, στους ιατρικούς φακέλους των απλών αποδεκτών των πολιτικών και της κουλτούρας που κυριάρχησαν τους προηγούμενους δυο τρελούς αιώνες στο νεότερο ελληνικό κράτος. Είπε πως μόλις είχε ολοκληρώσει την μελέτη του ιατρικού φακέλου του γλύπτη Γιαννούλη Χαλεπά και του λογοτέχνη Μιχάλη Μητσάκη, που έφτασε μέχρι εδώ για να εγκλειστεί μισότρελος ακολουθώντας μια ταξιδιωτική διαδρομή που προηγουμένως είχε περιγράψει ο Γκούσταβ Φλωμπέρ. Τώρα μελετούσε τις δοσολογίες του αρσενικού που χρησιμοποιούσαν για να καταπολεμήσουν τον περασμένο αιώνα τη μανία και που συνήθως ήταν η βασική αιτία για τους συχνούς θανάτους των μανιακών από τα αλλεπάλληλα εγκεφαλικά επεισόδια, την συνηθισμένη τότε παρενέργεια σε αυτή την θεραπεία της κατάθλιψης. Πραγματικός ποταμός από πληροφορίες αλλά τίποτε απ΄ όλα αυτά που ανέφερε δεν έδειχναν ότι να είναι το μυστικό του Πορφύρη, αυτό που θα τα εξηγούσε όλα. Η απογοήτευση στα μάτια σας πρέπει να ήταν έντονη και έτσι προσπάθησε να αλλάξει τη συζήτηση.
«Δεν σας είπα. Μίλησα προχθές στο τηλέφωνο με τον Προκοπίου και του είπα ότι σας είδα εδώ. Μου φάνηκε ότι ξαφνιάστηκε. Νομίζω ότι ανέφερε ότι κανονικά θα έπρεπε να είσαστε κάπου στη Βόρεια Ιταλία, δεν κατάλαβα καλά.»
Κοιταχτήκατε στα μάτια. Ο ειδικευόμενος ψυχίατρος σίγουρα θα παρατήρησε την εναλλαγή της απογοήτευσης με την ανησυχία και την απορία και στους δυο σας. Προσπάθησες να μπαλώσεις τη κατάσταση λέγοντας:
«Για τη Τεργέστη είχαμε κάνει σχέδια γι’ αυτό το Πάσχα αλλά στο δρόμο, φτάνοντας το πλοίο στη Κέρκυρα, τα αλλάξαμε και είπαμε να περάσουμε εδώ τις διακοπές.»
Συνέχισε τότε, προφανώς ικανοποιημένος από την απάντηση, με ένα μακροσκελή μονόλογο για την Τεργέστη και το περίφημο πείραμα που έγινε εκεί και όρισε την σύγχρονη ψυχιατρική μεταρρύθμιση μέσα από τις διαδοχικές αποτυχίες του. Σκέφτηκες ότι αν είχες αναφέρει τη Βιέννη, σίγουρα θα άκουγες τώρα μια ανάλυση για τον Φρόιντ και το έργο του. Κρίμα, έχασες. Είχες πάψει πλέον να παρακολουθείς τα λεγόμενα του γιατρού, σε απασχολούσαν τώρα άλλα και όχι η ψυχιατρική. Και η Φρόσω έδειχνε να ενδιαφέρεται περισσότερο με τις αναδρομικές αναγούλες που αναδείκνυαν πάλι τη μαντζουράνα, τη μέντα και την πιπερόριζα, που πέραν των άλλων, ενδεχομένως να ήταν και ισχυρά ελιξίρια για να καταπολεμηθεί ο φόβος που προκαλούσαν οι πιθανές απαντήσεις στο ίδιο ερώτημα που έδειχνε καρφωμένο στο μυαλό και των δυο:
Πως είναι δυνατό να ξέρει ο Προκοπίου ότι είχατε βγάλει στη Πάτρα εισιτήρια για την Βενετία;
[1] O Φεβρουάριος Αιών, Φ.Δ. Δρακονταειδή

Posted in Γιάννης Χατζηχρήστος, Το φ του φόβου | 2 Σχόλια »

Κεφ.17 Δίστηλο πρωτοσέλιδο

Posted by R.K. στο 13/04/2009

ΔΙΣΤΗΛΟ ΠΡΩΤΟΣΕΛΙΔΟ
24/4/2005, Κέρκυρα

Το Κυριακάτικο φύλλο της τοπικής εφημερίδας το είχε φέρει ο Φώτης Παγκράτης όταν γύρισε από τη Κυριακάτική πρωινή του βόλτα στη πόλη. Το διάβαζε πίνοντας τον δεύτερο καφέ της ημέρας περιμένοντας να ολοκληρωθεί η μυσταγωγία της παρασκευής του στακοφίσι με σκορδαλιά που ετοίμαζε η Μαρίνα για το παραδοσιακό τραπέζι των Βαγιώνε. Δεν τον ακολουθήσατε στη πόλη για να δείτε τη μεγάλη λιτανεία και να ακούσετε τις μπάντες, όπως πιεστικά είχε προτείνει τη προηγούμενη. Η ανάμνηση των μπαχαρικών ήταν ακόμη πολύ έντονη στη Φρόσω και η προοπτική της σκορδαλιάς της δημιουργούσε πρόσθετα στομαχικά προβλήματα. Έπεσε το μάτι σου στη φωτογραφία του Λάσκου που την συνόδευε ένα δίστηλο στην πρώτη σελίδα της εφημερίδας του Παγκράτη. Έγραφε:

Περίεργος Θάνατος Έλληνα καθηγητή Πανεπιστημίου στην Νότιο Αφρική
23/4/2005, Κέιπ Τάουν, ΑΠΕ
Μυστήριο καλύπτει την υπόθεση του θανάτου του γνωστού καθηγητή Πανεπιστημίου, πρώην Πρύτανη του Πανεπιστήμιου Αττικής Φαίδωνα Λάσκου, ο οποίος διέμενε τους τελευταίους μήνες στη Νότιο Αφρική με την σύζυγο του. Όπως ανακοίνωσε σήμερα το πρωί δια του εκπροσώπου της η τοπική αστυνομία, το πτώμα του εκλιπόντος ευρέθη από την οικιακή βοηθό του ζεύγους Λάσκου κατά τις 6μμ της 22/4 απαγχονισμένο και αιωρούμενο από το πατάρι του διαμερίσματος του ζεύγους που βρίσκεται σε προάστιο του Κέιπ Τάουν. Ο εβδομηντάχρονος ιστορικός τέχνης φαίνεται ότι έχασε τη ζωή του δυο τουλάχιστον εικοσιτετράωρα πριν από την ανακάλυψη της σωρού του, όπως προκύπτει από τα πρώτα στοιχεία της ιατροδικαστικής έρευνας που έγιναν γνωστά.

Δεν ευρέθησαν στοιχεία ή σημείωμα που να δικαιολογούν την αυτοκτονία του εκλιπόντος. Η αστυνομία ανακοίνωσε ότι εξετάζει όλα τα ενδεχόμενα, κυρίως μετά και από την μυστηριώδη εξαφάνιση της συζύγου του άτυχου καθηγητή και την εσπευσμένη αναχώρηση της αεροπορικώς στο Παρίσι στις 21/4, όπως δείχνουν τα στοιχεία της αεροπορικής της εταιρίας. Στο όνομα της τριαντατετράχρονης Πολυτίμης Λάσκου-Διαμαντίδου έχει εκδοθεί διεθνές ένταλμα σύλληψης και τα στοιχεία της έχουν σταλεί στην Ιντερπόλ. Όπως ανακοίνωσε η ελληνική πρεσβεία, η σωρός θα μεταφερθεί προς ταφή στην γενέτειρα του εκλιπόντος ιστορικού τέχνης στον Άγιο Βασίλειο Κορινθίας, με έξοδα της πρυτανείας του Πανεπιστημίου Αττικής.

***

«Εβδομηντάρης με τριαντάρα, αφύσικα πράγματα. Που πας κύριε, δεν καταλαβαίνεις ότι εκεί θα καταλήξεις μια μέρα, ότι θα σε φάει η μικρή; Έκανε την αρχή ο αρχηγός και έγινε μετά μόδα» σχολίασε με μια δόση νοσταλγίας στα μάτια όσο σε έβλεπε να γουρλώνεις τα δικά σου διαβάζοντας την είδηση, ενώ περιφερόταν ανάμεσά σας το χοντροκομμένο σώμα της συμβίας του που σερβίριζε καφέδες, γλυκά κουταλιού και το σακούλι με φάρμακα για τον Παγκράτη, αυτά που συνεχίζει να παίρνει κάθε μέρα τέτοια ώρα για να μην αρρωστήσει. Του ζήτησες τσιγάρο, είχες να ανάψεις άφιλτρο από το στρατό, έβηξες για να τραβήξεις τη προσοχή του Φώτη και να μη δει τα χέρια σου που τρέμανε. Η σκηνή επαναλήφθηκε πανομοιότυπη μετά από λίγο που ήρθε η Φρόσω και της έδειξες την εφημερίδα. Μόνο που ο δικός της βήχας ήταν πραγματικός, δεν θα πρέπει να είχε βάλει ποτέ τσιγάρο στο στόμα της. Από το βήχα έκλαψε, τουλάχιστον έτσι σου φάνηκε. Της έφερε νερό να συνέλθει η κυρα-Μαρίνα.
«Τι το θες το δηλητήριο κόρη μου, δεν βλέπεις τι σου κάνει; Αχ, τα ίδια με εκείνη την άλλη την ξεμυαλισμένη που όλο τσιγάρες και τέχνη μου είναι» συνέχισε στο γνώριμο τροπάρι.
Ζήτησες να μάθεις αν υπάρχει τηλεόραση, ήθελες είπες να ακούσεις τις ειδήσεις των δυόμιση. Στη βίλα δεν υπήρχε τηλεόραση. Σήκωσε τους ώμους και σε οδήγησε στη σάλα, όπου ήταν στολισμένη σε περίοπτη θέση η τηλεόραση με τα καμιά δεκαριά χειροποίητα πετσετάκια που της έδιναν ένα ύφος συμβατό με τον υπόλοιπο διάκοσμο που είχε φροντίσει να δημιουργήσει η Μαρίνα στον χώρο που έμεναν τόσα χρόνια. Δεν αναφέρθηκε τίποτα για τον Λάσκο στο δελτίο των δυόμιση. Έμεινες αμίλητος στο κονάκι του Φώτη να περιμένεις τα επόμενα δελτία ειδήσεων. Ούτε στων έξι και κουβέντα στων οκτώ και των εννέα. Η είδηση είχε περάσει απαρατήρητη από τα ειδησεογραφικά επιτελεία των καναλιών, είχαν φαίνεται άλλα σπουδαιότερα θέματα να καλύψουν. Η Φρόσω ακολούθησε το ρυθμό σου βυθισμένη στις δικές της σκέψεις στον καναπέ.

Όταν δεν αναφέρθηκε τίποτε και στα βραδινά δελτία των δώδεκα, πήρες τη πρωτοβουλία να επιβεβαιώσεις την είδηση και από άλλη εφημερίδα. Όσες εφημερίδες, αθηναϊκές και τοπικές, έμειναν απούλητες στα περίπτερα της Μεγάλης Πλατείας παρουσίαζαν την ίδια είδηση του Αθηναϊκού Πρακτορείου. Άλλες σαν θέμα πρωτοσέλιδο και άλλες στις μέσα σελίδες, στο Αστυνομικό ρεπορτάζ. Όλες τα ίδια, με καρμπόν λες και έγραψαν την είδηση, εκτός από μια που αρθρογραφούσε πότε πότε ο συγχωρεμένος που παρουσίαζε και ένα συνοπτικό βιογραφικό του.
«Ο θάνατος της διανόησης της τέχνης κυριολεκτικά και μάλιστα δι’ απαγχονισμού» είπες για να δώσεις το εναρκτήριο λάκτισμα σε μια κουβέντα που ήθελε να γίνει από ώρα στο μπαράκι που ξενυχτούσε στην Πάνω Πλατεία.
«Πολύ περίεργα μου φαίνονται όλα αυτά βρε Κώστα. Και ο τρόπος που διάλεξε να αυτοκτονήσει ο Λάσκος, αν αυτοκτόνησε, ίδιος ακριβώς με τον τρόπο που πέθανε ο Λαφανουί. Μόνο στα πατάρια βρίσκουν όλοι τσιγκέλια για να δέσουν το σκοινί για να κρεμαστούν; Δεν το τρώω αυτό, εμένα αυτό μου φαίνεται σαν την υπογραφή κάποιου δολοφόνου.»
«Ή σαν μήνυμα που κάποιοι πρέπει να πάρουν» συμπλήρωσες.
«Έστω μήνυμα. Ποιο μήνυμα όμως; Και ποιοι πρέπει να το λάβουν; Εμείς, ο Πορφύρης, κάποιοι άλλοι; Ποιος βρε Κωστή;»
Δεν ήξερες. Ήρθε η ώρα για μια ακόμα αναδρομή σκέφτηκες. Πρότεινες να εξετάσετε πάλι τα δεδομένα που είχατε από τα γεγονότα με μια χρονολογική σειρά. Συμφώνησε.
«Η είδηση δημοσιεύτηκε σήμερα, Κυριακή των Βαίων, με βάση μια χθεσινή ανταπόκριση του Αθηναϊκού Πρακτορείου από την Νότιο Αφρική. Σε αυτή γράφουν ότι ανακάλυψαν το πτώμα του Λάσκου το απόγευμα της Παρασκευής. Το σώμα του, γράφει, πρέπει να είχε μείνει κρεμασμένο από το πατάρι τουλάχιστον δυο μέρες, άρα ο θάνατος πρέπει να βρήκε τον καθηγητή κάποια ώρα της Τετάρτης. Έτσι εξηγείται η απουσία του στο ραντεβού μας. Πόσο είχε ο μήνας την Τετάρτη;»
«Είκοσι» μέτρησε.
«Σωστά. Τώρα έχω ένα ερώτημα. Η γυναίκα του παίρνει το αεροπλάνο την επόμενη, την Πέμπτη στις 21 και εξαφανίζεται στο Παρίσι για να γίνει έτσι η κύρια ύποπτος σε δολοφονία όπως αφήνει να εννοηθεί η είδηση, έτσι;»
«Συνέχισε» πρότεινε.
«Αν είναι έτσι τα πράγματα και ο Λάσκος αυτοκτόνησε ή τον σκότωσαν κάποια ώρα της Τετάρτης 20 του μήνα, τότε ποιος μπήκε στην ιστοσελίδα της Ένωσης Ιστορικών Τέχνης, ξέροντας τα ψευδώνυμα και το συνθηματικό για την πρόσβαση, και μου άφησε τα τελευταία μηνύματα περί θανάτου της τέχνης την Πέμπτη που ο μήνας είχε 21;»
«Κάτσε, τώρα θυμάμαι. Το μήνυμα στο έστειλε στις πέντε παρά τέταρτο, μαύρα ξημερώματα της Πέμπτης στο Κέιπ Τάουν. Μου είχε κάνει εντύπωση και συγκράτησα την ώρα.» δήλωσε.
Μείνατε αμίλητοι πολύ ώρα προσπαθώντας να αναπαραστήσει ο καθένας τα γεγονότα σε μια σειρά που θα έδινε λογικές απαντήσεις στα ερωτήματα που είχαν αρχίσει να σωρεύονται με γρήγορο ρυθμό.
Η κίνηση στην πλατεία αραίωνε, ανοιχτά πλέον έμεναν δυο τρία στέκια για ξενύχτηδες και ένα περίπτερο στο Πεντοφάναρο. Σήκωσε το τηλέφωνο του τηλεφωνικού θαλάμου που βρίσκονταν απέναντι από το μπαράκι με τις ψάθινες πολυθρόνες και σχημάτισε τον αριθμό που βρήκε στο τσαλακωμένο χαρτάκι με το όνομα του Καραμπότη στο δερμάτινο μπουφάν σου. Του ζήτησε να βρεθείτε αμέσως και ας ήταν ήδη περασμένες μία μετά τα μεσάνυχτα. Έκανε πάλι νυχτερινή βάρδια στο τμήμα εισαγωγών του Ψυχιατρείου αλλά συμφώνησε, ήθελε είπε και αυτός παρέα. Θα έδινε τα ονόματά σας και εντολή στη πύλη να σας αφήσουν να περάσετε.

Με την Φρόσω να έχει παραμάσχαλα μια μεγάλη στοίβα από εφημερίδες, περάσατε πάλι την πύλη του Ψυχιατρείου αφού παρκάρισες την μηχανή στη πλατεία Χ. Τσιριγώτη μπροστά από την είσοδο. Αυτή τη φορά ήταν σβηστό το Χριστουγεννιάτικο αστέρι, τα κτίρια όμως συνέχισαν να φωταγωγούνται τονίζοντας, με την ιδιόμορφη αρχιτεκτονική που την επέβαλε πριν εκατό τριάντα χρόνια αιώνα ο γιατρός που τελικά έγινε πλατεία, την σημασία του χώρου μέσα στο γύρω αδιάφορο αστικό τοπίο. Είπατε όνομα και επίθετο στον φύλακα στη πύλη. Πήρε κάποιο τηλέφωνο και σας είπε να περάσετε στο τμήμα που εφημερεύουν οι γιατροί, θα το βρίσκατε εύκολα ακολουθώντας τις ενδείξεις στις πινακίδες. Η Φρόσω έδειχνε ότι ο χώρος συνέχισε να την αγριεύει. Κώλυσε πάνω στο μπράτσο σου και προχώρησε αμίλητη.
Ο γιατρός είχε οργανώσει καλά το νυχτέρι του. Άφησε αυτό που κοίταγε στον ανοικτό ηλεκτρονικό υπολογιστή που ήταν πάνω στο γραφείο των γιατρών εφημερίας και σας καλοδέχτηκε. Ήσυχη νύχτα είπε, καμία εισαγωγή και καμία κρίση μέχρι τώρα στους νοσηλευόμενους ασθενείς. Έβγαλε πάγο, φιστίκια, τρία πλαστικά ποτήρια και μια σχεδόν γεμάτη μποτίλια παγωμένο τσίπουρο.
«Επιτρέπεται το αλκοόλ στις εφημερίες;» ρώτησες.
Σε αγνόησε επιδεικτικά. Το ενδιαφέρον του το μονοπώλησε από την αρχή η Φρόσω, από μέσα του θα παρακαλούσε σίγουρα να τους άδειαζες τη γωνιά. Έμεινες να πίνεις ήσυχα, παρακολουθώντας με προσοχή την τακτική που ακολουθούσε η Φρόσω για να οδηγήσει την συζήτηση εκεί που μόνο εκείνη ήξερε που ήθελε να καταλήξει. Στην αρχή μάθατε ότι ήθελε να ειδικευτεί στην παιδο-ψυχο-τραυματολογία. Ή κάτι τέτοιο, δεν κατάλαβες καλά. Δεν υπήρχε όμως ακόμη ακριβώς αυτή η ειδικότητα στην Ελλάδα. Είπε ότι τον ενδιέφερε να μελετήσει τις καινούργιες ψυχικές διαταραχές, αυτές που δημιουργούν στις σύγχρονες κοινωνίες μια γενιά προβληματικών εφήβων, όπως για παράδειγμα τους τουίστερς στις Ηνωμένες Πολιτείες, που στην Αγγλία λέγονται νιτς και στην Ιαπωνία τους αποκαλούν χικαμόρι. Νέες φυλές εκατομμυρίων εφήβων που επέλεξαν να ζουν παρασιτικά, αρνούμενοι να ενταχθούν στην κοινωνία, έχοντας παρατήσει κάθε προσπάθεια για μόρφωση ή εύρεση εργασίας. Διαρκώς κλεισμένοι στα σπίτια των γονιών τους με μόνη ενασχόληση τα ipod και καμιά φορά το ίντερνετ. Άκουσες ίντερνετ, το θέμα έδειχνε να σε ενδιαφέρει, βγήκες από τη γωνιά.
«Τι προκαλεί αυτές τις συμπεριφορές;» ρώτησες.
«Κανείς δεν ξέρει να πει με σιγουριά ακόμη. Ακριβώς αυτό θα είναι το θέμα του διδακτορικού μου, ελπίζω να έχω κάποιες απαντήσεις όταν το ολοκληρώσω. Τείνω να καταλήξω στο συμπέρασμα ότι όλη αυτή η γενιά των προβληματικών εφήβων έχει σχέση με την τρομολαγνεία των κοινωνιών που ζουν.»
«Συμπεριλαμβάνεις σε αυτήν και τον τρόμο που σπέρνει η προληπτική ιατρική;» ρώτησε η Φρόσω.
«Ίσως. Δεν το είχα σπουδαιολογήσει αυτό ξέρεις» είπε μετά από λίγα δευτερόλεπτα σκέψης. «Ενδιαφέρον όταν τίθεται αυτό το ερώτημα από μια ειδικό του πολιτικού μάρκετινγκ. Μπορεί αυτός ο τρόμος να δίνει εξηγήσεις για ορισμένες συμπεριφορές ατόμων αυτής της ψυχοπαθολογίας, κυρίως σε ομάδες εφήβων στην Ευρώπη, όπου οι τρομοκράτες, οι ξένοι και οι αλλόχρωμοι δεν τρομοκρατούν το ίδιο όπως στην Αμερική.» Έμεινε σκεφτικός για λίγο, σηκώθηκε, άνοιξε ένα βιβλίο από την βιβλιοθήκη, κάτι πληκτρολόγησε μετά στον υπολογιστή του και επανήλθε.
«Μια τέτοια άποψη που ενοχοποιεί την αρρωστοφοβία αυτής και της προηγούμενης γενιάς με τη ψυχοπαθολογία των χικαμόρι, διατύπωσε πρόσφατα ένας Ισπανός ψυχίατρος, Χοσέ Περόν τον λένε. Σε αυτή την ιστοσελίδα έχει δημοσιεύσει τα πρώτα συμπεράσματα από τις σχετικές έρευνες που κάνει η ομάδα του. Είχα παρακολουθήσει πέρσι το καλοκαίρι μια σχετική ομιλία του Περόν σε ένα συνέδριο. Χαμός έγινε την τρίτη ημέρα, παραλίγο να διαλυθεί το συνέδριο από μια ομάδα μαινόμενων που αντιδρούσαν στις απόψεις της ομάδας του Περόν. Μόνο καρεκλιές που δεν έπεσαν. Θυμάμαι Φρόσω, ότι πρωτοστατούσε στο επεισόδιο ένας συνάδελφός σου, κάποιος …Περμούτι νομίζω ότι τον έλεγαν … ή κάπως έτσι. Αυτός είχε αναλάβει τις βρισιές.»
Κοιταχτήκατε στα μάτια. Γέλασες μόνος σου με την εικόνα να κυνηγάει ο Περμούτι τον Περόν μέσα σε ένα επιστημονικό συνέδριο, απειλώντας να τον χτυπήσει με μια βρύση που είχε ξεκολλήσει από κάποιο μπάνιο. Γέλασε και ο γιατρός με τα μαλλιά καρφάκια για κάποιους δικούς του λόγους, έμεινε η απορία στα μάτια της Φρόσως όσο προσπαθούσε να ερμηνεύσει την ηχηρή αντίδραση των αγοριών, έσκασε στο τέλος στα γέλια και αυτή για να ξελαφρώσει από τους φόβους της ημέρας. Κολλητικό αυτό το γέλιο, σε λίγο ο ένας γελούσε για το γέλιο του άλλου. Ήρθε ο φύλακας μαζί με ένα μπρατσωμένο νοσηλευτή να ρωτήσουν αν είναι καλά ο γιατρός, τα γέλια τράνταζαν πλέον όλη την πτέρυγα και είχαν αρχίσει να γελούν νευρικά και κάποιοι ασθενείς που ξύπνησαν. Φοβήθηκαν, είπαν, μήπως είχε πάθει κρίση κάποιος ασθενής που εξέταζε ο γιατρός και ήρθαν για να επέμβουν, δίνοντας έτσι αφορμή για ένα νέο κύμα ανακυκλωμένων νευρικών γέλιων. Έφυγαν γελώντας τρανταχτά πεσμένος ο ένας στην αγκαλιά του άλλου για να ηρεμήσουν τους ασθενείς, που πλέον είχαν ξυπνήσει σχεδόν όλοι, μετά από τις διακοπτόμενες από γέλια που του έκοβαν την ανάσα διαβεβαιώσεις του γιατρού ότι όλα είναι υπό έλεγχο. Άναψαν κάποια φώτα από τις γειτονικές πολυκατοικίες και μερικά ανήσυχα κεφάλια νυκοκυραίων εμφανίστηκαν στα μπαλκόνια. Στις αυριανές τους μηνύσεις θα αναφέρουν πόσο τους αγρίεψε αυτό το προκλητικό ομαδικό γέλιο από εκεί μέσα. Τα ουρλιαχτά παλιότερα τα αποδέχτηκαν και τα ανέχτηκαν. Αλλά και γέλια τώρα; Όχι, αυτό πήγαινε πολύ. Με δυσκολία ηρέμησαν τα πνεύματα μετά από ώρα και αφού προηγουμένως είχε κατέβει επικίνδυνα η στάθμη στο μπουκάλι του τσίπουρου και το απόθεμα κάποιων φαρμάκων στους νοσηλευτικούς σταθμούς.
«Πότε μιλήσατε με τον Προκοπίου;» τον ρώτησε η Φρόσω, δήθεν σε μια προσπάθεια για να αλλάξει το θέμα.
«Α, κάτσε να σκεφτώ… Γνωριστήκαμε την Τρίτη στις 19 που είχαμε την συναυλία, έτσι; Tον πήρα τηλέφωνο την Τετάρτη το πρωί και του είπα ότι βρεθήκαμε. Ναι, την Τετάρτη κατά τις δέκα και μισή ήταν, όταν μπήκα μέσα μετά την εφημερία που είχα την Τρίτη. Έπαθε την πλάκα του που με άκουσε ο Προκο-χίπου, έτσι τον λέγαμε οι περισσότεροι στο Λύκειο. Στο Γυμνάσιο τον φώναζαν όλοι Πρόκα.» Αυτή τη φορά γέλασε μόνος του.

Η πόλη συνέχισε να κοιμάται φωταγωγημένη με τα καλά της λαμπιόνια αναμμένα προς τιμή της μέρας που έφυγε. Το μόνο που κουνιόταν πλέον ήταν τα σκουπιδιάρικα του δήμου που σήμερα δεν μάζευαν στα σκοτάδια τα σκουπίδια και τα πεταμένα στους δρόμους φύλα των εφημερίδων. Σκοτεινές οι σκέψεις και των δυο σας πάνω στη μηχανή, με τα δίστηλα των κυριακάτικών φύλων που συνέχισε να κρατάει η Φρόσω στην αγκαλιά της να δηλώνουν το εφήμερο με ένα τραγικό τρόπο.
«Είχα τσακώσει δυο τρεις φορές τον Προκοπίου να ψαχουλεύει τα συρτάρια και τον υπολογιστή σου» είπε μαντεύοντας τις σκέψεις σου την στιγμή που έπαιρνες την στροφή στα φανάρια του αεροδρομίου. Συγκράτησες με κόπο τη μηχανή, χαμήλωσες ταχύτητα, ήταν και εκείνα τα τσίπουρα που θα μπορούσαν να κάνουν τα πράγματα επικίνδυνα αν δεν πρόσεχες έχοντας όλες σου τις αισθήσεις σε πλήρη επαγρύπνηση. Δεν ήταν όμως ικανές για να σε κάνουν να αντιληφθείς το αυτοκίνητο με τους δύο επιβάτες που σας ακολουθούσε με σβησμένα τα φώτα από την στιγμή που φύγατε από το Ψυχιατρείο.

Πετάχτηκες καταϊδρωμένος από το κρεβάτι λίγο μετά τις τέσσερις, δεν σε έπιανε ύπνος. Τα σεντόνια που είχαν ποτιστεί από τον ιδρώτα της Φρόσως, μύριζαν ακόμη την λεβάντα του κουρέα, φλησκούνι και βασιλικό. Βρήκες εύκολα τις δημοσιευμένες εργασίες του Περόνε στον ιστοχώρο που υπέδειξε ο γιατρός και τις συνέκρινες με καμιά δεκαριά άλλες, αδημοσίευτες ακόμη, του ίδιου και συνεργατών του που είχε αρχειοθετήσει ο Πορφύρης στον φάκελο με τον τίτλο «Ψυχικές Διαταραχές». Άρχισες να κάνεις υπολογισμούς συνδυάζοντας τα δεδομένα που εντόπισες πριν στην ιστοσελίδα του γιατρού, με αυτά του Λαφανουί και του Πορφύρη. Από τον υπολογιστή του Πορφύρη μπήκες πάλι στο Ίντερνετ. Με γρήγορες κινήσεις έφτιαξες ένα ιστοχώρο σε ένα υπολογιστή που ήξερες ότι διαθέτει, χωρίς χρέωση, χώρο για φιλοξενία ιστοσελίδων με ιστορίες ναυτικών. Άρχισες να τον φορτώνεις με τα ηλεκτρονικά αρχεία του Λαφανουί, προσθέτοντας στο τέλος το ηλεκτρονικό ερευνητικό ημερολόγιο του Πορφύρη και τα αρχεία που δημιουργήθηκαν από την πρόσφατη δική σου έρευνα. Προβληματίστηκες αν θα πρέπει να δημοσιοποιήσεις και το Ημερολόγιο Καταστρώματος με αυτόν τον τρόπο. Απέρριψες την ιδέα την τελευταία στιγμή, όταν θυμήθηκες ότι σε αυτό αναφερόταν πάρα πολλά προσωπικά δεδομένα του Πορφύρη, το μυστικό του δωμάτιο και ο τόπος όπου βρήκε καταφύγιο μετά την αναχώρησή του από την Κέρκυρα. Έμεινε έτσι ημιτελής η έμπνευση της επιλογής αυτού του χώρου φιλοξενίας ιστοσελίδων.
Τέλειωσες με όλα αυτά όταν άρχισε να ξημερώνει. Την ίδια ώρα, άρχισε να καταγράφεται στις μηχανές αναζήτησης του παγκόσμιου ιστού η αναφορά στον ιστοχώρο που δημιούργησες και που εύκολα πλέον θα μπορούσε κάποιος να τον εντοπίσει πληκτρολογώντας τα λήμματα Υγεία, Τρόμος, ή Ψυχική Νόσος στα ελληνικά, τα αγγλικά και τα γαλλικά και να ανακαλύψει το μήνυμά σου ανάμεσα σε ναυτικές ιστορίες. Σου φάνηκε ότι κάπου εκεί ανάμεσά στις υπόλοιπες ιστοσελίδες είδες το πρόσωπο του παππού σου να χαμογελάει, βλέποντάς σε ξυπόλητο και μούσκεμα στον ιδρώτα να βγαίνεις από τα κύματα το ξημέρωμα.

Θα ήταν εννέα όταν ένα ελαφρό κύμα αέρα, που μύριζε ανεπαίσθητα λεβάντα, έκανε αισθητή την παρουσία της στο χώρο. Είχε τυλίξει το γυμνό κορμί με το σεντόνι που πάνω του είχαν αποτυπωθεί οι αναμνήσεις από όλες τις μυρωδιές των προηγούμενων ημερών. Εμφανίστηκε την ίδια στιγμή που ολοκλήρωνες κάποιους υπολογισμούς.
«Ξέρω ποιο είναι το μυστικό που κρατιόνταν κλειδωμένο στο Σαρόκκο Φροσί» της είπες χαμογελώντας, ξετυλίγοντας το σεντόνι από το πρωινό κορμί της.
Ακριβώς εκείνη τη στιγμή ακουστήκαν απ’ έξω οι φωνές του Παγκράτη ανακατεμένες με κραυγές από πάπιες και χήνες. Σου φάνηκε σαν να προσπαθούσαν όλες να διώξουν κάποιον παρείσακτο εισβολέα από την επικράτειά τους. Από τις κλειστές γρίλιες της σάλας φαίνονταν δυο μαυροφορεμένοι τύποι που έσπρωχναν τον Φώτη που προσπαθούσε να τους κλείσει το δρόμο προς την βίλα της Μπενεφιτσέντζα. Του έστριψαν το χέρι και του πέρασαν χειροπέδες καθηλώνοντάς τον στο χώμα λίγα μέτρα πριν από την σκάλα. Μάταια τους απειλούσε από μακριά η κυρα-Μαρίνα κραδαίνοντας μια σκούπα.
Έσπρωξες τη Φρόσω προς το κρυφό δωμάτιο όσο αυτή προσπαθούσε να ξανατυλίξει το σώμα της με το σεντόνι. Πρόλαβες να πετάξεις μέσα στο δωμάτιο το κλειδί με το οικόσημο με τις αλεπούδες και να κλείσεις την κρυφή πόρτα, λίγα δευτερόλεπτα πριν σπάσουν την είσοδο και εισβάλουν οι μαυροντυμένοι στο σαλόνι με τα ενθύμια των πλοίων, κραδαίνοντας στα χέρια τους πιστόλια. Σήκωσες τα χέρια ψηλά, σου φάνηκε μάταιη κάθε προσπάθεια να αντισταθείς και η άλλη έξοδος, στο ισόγειο, φαινόταν πλέον πολύ μακριά για να αποδράσεις. Σου πέρασαν χειροπέδες και μια μαύρη κουκούλα στο κεφάλι. Σε κατέβασαν από την σκάλα σηκωτό την στιγμή που φρενάριζαν απότομα πάνω στα χαλίκια του δρόμου που κατέληγε στη βίλα δυο βαριά οχήματα. Μετά ακουστήκαν τα ποδοβολητά κάποιων που ανέβαιναν τα σκαλιά βρίζοντας. Την στιγμή που σε πέταγαν μέσα σε ένα από τα οχήματα, ακούστηκε η στριγκλιά της Μαρίνας και οι φωνές διαμαρτυρίας του Φώτη, πριν αυτές χαμηλώσουν πίσω από τις βαριές ηχομονωτικές πόρτες του άλλου οχήματος που έκλεισαν απότομα. Μετά από αυτό τίποτα, πλήρες σκότος και ησυχία. Ίσως ένα τσίμπημα βελόνας στο μπράτσο σου να είναι το τελευταίο πράγμα που θα θυμάσαι.

Posted in Γιάννης Χατζηχρήστος, Το φ του φόβου | Leave a Comment »

Κεφ.18 Η Απολογία

Posted by R.K. στο 13/04/2009

Η ΑΠΟΛΟΓΙΑ
29/4/2005, Μπουένος Άιρες

«Μου χρειάζεται κάποιος χρόνος για να συνέλθω για να σου πω ότι είναι να σου πω. Έτσι σκέφτηκα να σου περιγράψω πρώτα τον πρωινό μου περίπατο μήπως μπορέσω έτσι να βρω πάλι τον σωστό βηματισμό στην σκέψη μου.«
»Οι Αθηναϊκές εφημερίδες φτάνουν εδώ με μεγάλη καθυστέρηση. Το γεγονός ότι είναι σήμερα Κυριακή του Πάσχα για τους Ορθόδοξους η πόλη έδειχνε να το αγνοεί ζώντας στον ρυθμό του αποψινού ντέρμπι της Ρίβερ Πλέιτ με την Μπόκα Τζούνιορς. Εφημερίδες με την έντυπη επιβεβαίωση της είδησης του Ελληνικού Πάσχα θα φτάσουν εδώ μετά τέσσερις με πέντε ημέρες, σήμερα κανονικά θα κυκλοφορούσαν τα φύλλα της Μεγάλης Τετάρτης, με την προϋπόθεση ότι έχει πετάξει η Ολυμπιακή για Παρίσι και να μην έχουν ξεχάσει πάλι να πάρουν το δέμα με τις ελληνικές εφημερίδες οι υπάλληλοι της Air France, που της κάνει την ανταπόκριση μέχρι εδώ. Έτσι ξεκίνησα αμφιβάλλοντας.«
»Ο γιατρός μου είχε συστήσει περιπάτους και έκθεση στον καθαρό αέρα. Φημίζεται ξέρεις γι’ αυτά τα δύο το Μπουένος Άιρες. Έφυγα νωρίς το πρωί, κοιμόσασταν και οι δυο ακόμα, και ακολούθησα τη συνηθισμένη διαδρομή μου στην Ντιστρίτο Φεντεράλ. Από εδώ μέχρι τον Οβελίσκο στην Αβενίδα δελ Χούλιο είναι περίπου δυο χιλιόμετρα. Από την Λεωφόρο Καλλάο προχώρησα προς την εκκλησία Ιγκλέσια Σαν Νικόλας στην λεωφόρο Σάντα Φε, που έχει εκείνη την καταπληκτική παιδική χορωδία. Εκείνη την ώρα δεν είχε τίποτα, η πρωινή λειτουργία των Καθολικών είχε τελειώσει από ώρα και όταν έφτασα σκούπιζαν. Πριν φτάσω στην Αβενίδα δελ Χούλιο, έστριψα δεξιά στο δρόμο που ήξερα ότι περνούσε από την πλατεία πίσω από το Τεάτρο Κολόν για να στρίψω μετά στο στενάκι που είναι το Θέατρο Θερβάντες. Ακριβώς απέναντι του είναι το καπνοπωλείο που πουλάει ελληνικές εφημερίδες. Το ξέρεις, εκεί που σε συνάντησα. Ο ιδιοκτήτης του είναι Ιταλός, μόλις με είδε έκανε χαρές σαν να είδε τον καλλίτερο πελάτη του και άρχισε πάλι να αραδιάζει τα ονόματα των Αργεντίνων ποδοσφαιριστών που παίζουν στις Ελληνικές ομάδες. Έψαξα στο βάθος της στοίβας για τις πολιτικές εφημερίδες. Βρήκα Καθημερινή της Πέμπτης, Νέα, και Ελευθεροτυπία της Τετάρτης.«
»Στη γωνία απέναντι από την Πρεσβεία της Βραζιλίας στο βόρειο άκρο της Λεωφόρου Ιουλίου, έχει ένα ελληνικό ταβερνάκι. Χθες διαφήμιζε μαγειρίτσα που δεν την πρόλαβα για να σας φέρω. Περπάτησα σχεδόν όλη την λεωφόρο, κοντά τρία χιλιόμετρα από τον Οβελίσκο μέχρι εκεί, ανάμεσα στους κήπους της και από τον ίσκιο, κάνει ζέστη πάλι σήμερα. Είχα την ελπίδα να σερβίρουν σήμερα αρνάκι στη σούβλα για να τηρήσουμε το έθιμο. Ήταν κλειστό, αρκέστηκα σε ένα καφέ σε ένα διπλανό μπιστρό που μπήκα για να διαβάσω τις εφημερίδες. Τα φύλλα της Τετάρτης δημοσίευαν την είδηση σε πανομοιότυπα δίστηλα. Στη διαβάζω:«

Κύκλωμα εμπορίας και διακίνησης ναρκωτικών με διασυνδέσεις με την τρομοκρατία στην Κέρκυρα – Μεγάλη διεθνής επιτυχία της Ελληνικής Αστυνομίας
25/4/2005, Κέρκυρα, του ανταποκριτή μας
Μεγάλο διεθνές κύκλωμα εμπορίας και διακίνησης ναρκωτικών με πιθανές διασυνδέσεις με τρομοκρατικές οργανώσεις του εξωτερικού εξαρθρώθηκε χθες στην Κέρκυρα. Όπως ανακοινώθηκε από την τοπική διεύθυνση Ασφαλείας, η σπείρα διακινούσε μεγάλες ποσότητες κοκαΐνης, έχοντας ως κέντρο της την ιστορική βίλα Δελακούρα στο προάστιο Αλεπού έξω από τη πόλη της Κέρκυρας. Από τις ίδιες πηγές ανακοινώθηκε ότι συνελλήφθησαν και ανακρίνονται, μετά από πολύμηνη παρακολούθηση και συνδυασμένες ενέργειες των διωκτικών αρχών, ο επιστάτης του κτήματος Δελακούρα Φώτης Παγκράτης και η σύζυγός του Μαρίνα, κάτοικοι Κερκύρας, καθώς και ο επιστημονικός συνεργάτης του Πανεπιστημίου Αττικής Κωνσταντίνος Φωτεινός, κάτοικος Αθηνών, που φέρεται και ως ο εγκέφαλος της σπείρας. Στον χώρο της βίλας βρέθηκαν και κατασχέθηκαν ένα περίστροφο, ένα κιλό κοκαΐνης και μικροποσότητα χασίς. Κρατούνται και ανακρίνονται επίσης μέλη του ιατρικού και του νοσηλευτικού προσωπικού του Ψυχιατρείου Κερκύρας, οι οποίοι φαίνεται ότι είχαν συχνές επαφές με τους συλληφθέντες, για πιθανή συμμετοχή τους στην διακίνηση των ναρκωτικών ουσιών.
Από τις ίδιες πηγές ανακοινώθηκε ότι για την σύλληψη συνεργάστηκαν και οι Ιταλικές αρχές οι οποίες ήδη συνέλαβαν δύο Κούρδους συνεργάτες του Φωτεινού και οι οποίοι φέρονται να εμπλέκονται στην δράση παράνομων Κουρδικών οργανώσεων που δρουν στην Βόρεια Ιταλία. Διερευνάται η περίπτωση η σπείρα να χρησιμοποιούσε τα έσοδα από το εμπόριο των ναρκωτικών ουσιών για την χρηματοδότηση της διεθνούς τρομοκρατίας μέσω παράνομων Κουρδικών οργανώσεων, οι οποίες φέρονται να έχουν σχέσεις με τα πλοκάμια της Αλ Κάιντα που δρουν στο Βόρειο Ιράκ.
Οι αρχές έχουν εξαπολύσει ανθρωποκυνηγητό σε όλο το νησί αναζητώντας και την τριαντάχρονη μνηστή του Φωτεινού Φρόσω Δρόσου, επιστημονική συνεργάτιδα του Πανεπιστημίου Αττικής, η οποία διέφυγε της σύλληψης.
Οι έλεγχοι στο λιμάνι και το αεροδρόμιο είναι από χθες εξονυχιστικοί ενώ στις προσπάθειες σύλληψης της Δρόσου συμμετέχουν πλωτά του λιμενικού και το ελικόπτερο της αστυνομίας.
Τις τοπικές διωκτικές αρχές συνεχάρη για την επιτυχία τους ο εκπρόσωπος του Στέιτ Ντιπάρτμεντ και ο επίτιμος αρχηγός της ελληνικής αστυνομίας στρατηγός ε.α. Γ. Μαυρέας.

»Είδηση- μήνυμα με την υπογραφή του Μαυρέα. Αυτή η σκέψη ήταν το πρώτο πράγμα που μου ήρθε στο μυαλό όταν την διάβασα. Στην Καθημερινή της Πέμπτης είχε και συνέχεια. Γράφει ότι συνεχίζονται οι έρευνες για την Δρόσου και ότι τις συντονίζει ο επίτιμος αρχηγός στρατηγός Μαυρέας λόγω της σπουδαιότητας της υπόθεσης. Πλήρωσα αφήνοντας άθικτο τον καφέ και πήρα το δρόμο για την Λεωφόρο Καλλάο με τα πόδια βαριά όσο και οι σκέψεις μου. Τελικά δεν άντεξα, πήρα ταξί για να έρθω εδώ και ας ήταν μόνο για πέντε τετράγωνα.»
«Τον τύλιξαν σε μια κόλα χαρτί τον Φωτεινό. Άκου εκεί έμπορος ναρκωτικών και τρομοκράτης… Τα καθάρματα» σχολίαζε η Πόλυ ξαναδιαβάζοντας πάλι την είδηση. Είχε πλέον συνέλθει για τα καλά από το τζετ λαγκ της πτήσης της από το Παρίσι και κοιμόταν πλέον καλλίτερα. Τέλειωνε τον πρωινό ελληνικό καφέ που της είχε ετοιμάσει η Στέλλα που τώρα προσπαθούσε να μαγειρέψει κάτι με αρνάκι στο φούρνο. Άφησε τα κουζινικά της και πήρε την εφημερίδα να διαβάσει και αυτή την είδηση. Τις προηγούμενες, αυτές που γράφτηκαν για τον θάνατο του Λάσκου, τις ξέρατε πριν τις διαβάσετε. Η Πόλυ είχε φτάσει στο Μπουένος Άιρες πιο γρήγορα από τα αθηναϊκά φύλλα.
«Λες να βρήκαν το αρχείο;» ρώτησε η Στέλλα.
«Δεν ξέρω τι να πω. Δεν ξέρω και τι δουλειά έχει η Δρόσου να μπλεχτεί σε αυτή την ιστορία. Εδώ λέει ότι την ψάχνουν σαν συνεργό του Φωτεινού. Δεν ήξερα ότι τα είχαν. Την θυμάμαι τώρα, είναι εκείνο το ψιλόλιγνο κορίτσι που μοιραζόταν το ίδιο γραφείο με τον Φωτεινό και με τον συνεργάτη του Καραγιάννη, να δεις πως τον έλεγαν…ναι, τον Προκοπίου.»
«Υπάρχει μόνο ένας τρόπος για να μάθουμε τι έγινε με το αρχείο» είπε η Πόλυ, ανοίγοντας τον φορητό υπολογιστή που ήταν στην τραπεζαρία ανάμεσα στις στοίβες με τους φακέλους των ερευνητικών εργασιών μου. Συνδέθηκε στο ίντερνετ, μπήκε σε κάποια ιστοσελίδα μιας Ένωσης Ιστορικών Τέχνης και πληκτρολόγησε το όνομα Plot-out και κάποιο συνθηματικό. Εμφανίστηκε το ιστορικό κάποιων μηνυμάτων που ανταλλαχθήκαν ανάμεσα στον Plot-out με κάποια Romfea. Προχώρησε κατευθείαν προς στο το τέλος των καταγεγραμμένων συνομιλιών. Ένα μήνυμα από την Romfea έδειχνε ότι είχε αρχίσει να στέλνετε την μεγάλη Τετάρτη στις οκτώ και είκοσι το βράδυ στην χρονική ζώνη Αθήνα-Γιοχάνεσμπουργκ. Ξεκινούσε γράφοντας:

Είχες γράψει με μεγάλα γράμματα «Μου αρέσει να έχει ήλιο για να κάθομαι στη σκιά» πάνω στην αφίσα του ΕΟΤ με εκείνο τον λαμπρό Αιγαιοπελαγίτικο ήλιο που είχαν κρεμάσει πίσω απ’ το γραφείο σου στο Πανεπιστήμιο…

Συνέχιζε για πολλές σελίδες. Προς το τέλος, με ένα κείμενο που στάλθηκε το πρωί του Μεγάλου Σαββάτου και που έγραφε:

… Την ώρα που σε πέταγαν μέσα σε ένα από τα οχήματα ακούστηκε η στριγκλιά της Μαρίνας και οι φωνές διαμαρτυρίας του Φώτη, πριν αυτές χαμηλώσουν πίσω από τις βαριές ηχομονωτικές πόρτες του άλλου οχήματος που έκλεισαν απότομα. Μετά από αυτό τίποτα, πλήρες σκότος και ησυχία. Ίσως ένα τσίμπημα βελόνας στο δεξί μπράτσο να είναι το τελευταίο πράγμα που θα θυμάσαι.

Θα ήταν η ώρα που σπάνε τους μπότηδες στα καντούνια, όταν γράφτηκε σαν επίλογος το πιο κάτω κείμενο:

Και η Φρόσω έμεινε στο μυστικό δωμάτιο γυμνή, μη μπορώντας να ξεμυτίσει με όλους αυτούς που συνεχίζουν να πηγαινοέρχονται ψάχνοντας τη βίλα, διαφωνώντας δυνατά για τον τρόπο που θα σε παρουσιάσει καλλίτερα σαν τρομοκράτη. Έμενε στο σκοτάδι τυλιγμένη με ένα σεντόνι όπως με τους φόβους της. Νηστική, διψασμένη και έγκλειστη αναρωτιόταν, για να μην χάσει τελείως τα λογικά της, ποιο να ήταν το μυστικό του Σαρόκκο που ανακάλυψες και γιατί να σε ονόμασε Ρομφαία ο Λάσκος.
Κάποια στιγμή αποφάσισε να κάνει το δικό της φ στον φόβο του εγκλεισμού της και να γράψει εδώ, αντί για σένα, εκείνη την απολογία σου που ακούστηκε στο πηγάδι των ήχων της σιωπής σου. Απολογία για όλες τις κατηγορίες που θα μπορούσαν να σου προσάψουν και με την ελπίδα αυτή να διαβαστεί από κάποιον που θα ήθελε και θα μπορούσε να βοηθήσει.

Δεν ασχολήθηκε κανείς από τους τρεις μας με το αρνάκι με τις πατάτες που περίμεναν να φαγωθούν στο φούρνο όσο διαδεχόσασταν ο ένας τον άλλο στην εκφώνηση του κειμένου. Θα ήταν περασμένα μεσάνυχτα όταν τελείωσε την ανάγνωση η Πόλυ και την ρώτησα:

«Εσύ έστειλες το μήνυμα την επόμενη μέρα που βρήκες τον Φαίδωνα νεκρό στο σπίτι Πόλυ;»
«Ναι, εγώ. Βρήκα κάποιες χειρόγραφες σημειώσεις του Φαίδωνα στο κομοδίνο του όταν γύρισα από την παραλία αργά το απόγευμα της Τετάρτης και τον βρήκα νεκρό. Όπως σας είπα, το σπίτι ήταν άνω κάτω, πρέπει να πάλεψε γενναία πριν τον τελειώσουν όπως τον τελείωσαν. Όταν συνήλθα από το σοκ δεν ήξερα τι να κάνω. Φοβήθηκα πως αν ειδοποιούσα την αστυνομία, μπορεί να είχα και εγώ την ίδια τύχη. Ο Φαίδωνας μου είχε πει ότι δεν εμπιστευόταν κανένα. Ήθελα να ειδοποιήσω τον Φωτεινό επικοινωνώντας μαζί του με τον τρόπο που είχαν συμφωνήσει με τον Φαίδωνα αλλά φοβόμουν μην εντοπιστεί το μήνυμα, μιας και αυτό αναγκαστικά θα περιείχε ονόματα και γεγονότα, και γίνει έτσι αυτό η αιτία να αποκαλυφθεί και αυτός. Ήξερα το ψευδώνυμο και το συνθηματικό του Φαίδωνα στην Ένωση. Εγώ είχα δακτυλογραφήσει την εισαγωγική διάλεξη των μαθημάτων που έκανε ο Φαίδων στον Φωτεινό και είχα παρακολουθήσει και ένα τους μάθημα. Έτσι πληκτρολόγησα και του έστειλα ότι βρήκα στις σημειώσεις του Φαίδωνα που είχε αφήσει στο κομοδίνο. Πρόσθεσα μόνο στο αρχικό κείμενο του Φαίδωνα την φράση απαγχονισμένοι στον απόηχο της υστερίας τους σε μια προσπάθεια να μιμηθώ εσένα και τον καθηγητή σου και τη συνήθειά σας να κρύβετε πληροφορίες με εμβόλιμες λέξεις μέσα στα κείμενα σας. Δεν μπορούσα να σκεφτώ οτιδήποτε άλλο εκείνη την ώρα. Ήταν το τελευταίο πράγμα που έκανα λίγο πριν αφήσω τρομοκρατημένη το σπίτι για να πάω στο αεροδρόμιο, αφήνοντας τον Φαίδωνα άταφο και άκλαυτο.»
«Πως ήξερες ότι είμαστε εδώ;» την ρώτησε η Στέλλα.
«Δεν το ήξερα, ο Φαίδωνας προστάτευε κάποιες πληροφορίες ακόμη και από εμένα. Για να με προστατέψει ίσως, τι να πω. Υπέθεσα ότι είσαστε εδώ όταν θυμήθηκα ότι ο Φαίδωνας έψαχνε να βρει κάποιο ειδικό ογκολογικό νοσοκομείο στο Μπουένος Άιρες το περασμένο φθινόπωρο, λίγο πριν φύγουμε για την Νότιο Αφρική. Δεν μου εξήγησε τότε τι το ήθελε, από διαίσθηση το συνδύασα με το πρόβλημα υγείας που είχες Σπύρο, που μου το είχε αποκαλύψει ο Φαίδωνας μετά που εξαφανίστηκες. Θυμήθηκα μετά που μου είχες πει κάποτε ότι πάντα ήθελες να μάθεις να χορεύεις αργεντίνικο ταγκό σε αυτή την πόλη. Δεν είχα και που αλλού να πάω, πήρα το αεροπλάνο και ήρθα. Για να σε εντοπίσω ήταν εύκολο. Το πρώτο πράγμα που ρώτησα να μάθω κατεβαίνοντας στο αεροδρόμιο ήταν που πουλάνε εδώ ελληνικές εφημερίδες. Ήξερα πως δεν θα μπορούσες να εγκαταλείψεις ποτέ την συνήθειά σου να τις διαβάζεις καθημερινά. Δυο μαγαζιά πουλάνε ελληνικές εφημερίδες εδώ, απέκλισα αυτό απέναντι από την ελληνική πρεσβεία, στήθηκα έξω από το καπνοπωλείο του Ιταλού και σε περίμενα. Αυτό είναι.»
«Ευτυχώς δεν έχουν κάνει τις ίδιες σκέψεις και οι άνθρωποι του Μαυρέα» είπε η Στέλλα.
«Τι σχέση μπορεί να έχει αυτός με τον Φαίδωνα Σπύρο; Άνθρωποί του σκότωσαν τον Φαίδωνα;» ρώτησε η Πόλυ σκουπίζοντας ένα δάκρυ της με μια χαρτοπετσέτα.
«Δεν ξέρω αν ήταν από κάποιον σταθμό Zulu, όπως τον φαντάστηκε η Δρόσου στην απολογία που έγραψε για λογαριασμό του Φωτεινού ή αν ο τοπικός τους συνεργάτης έχει κάποιο άλλο κωδικό όνομα. Το μόνο βέβαιο είναι ότι όποιοι και να είναι οι δολοφόνοι, έχουν κάποια σχέση με τον Στρατηγό Μαυρέα, αυτού που εμφανίζεται να δίνει συγχαρητήρια για την σύλληψη του Φωτεινού, του Παγκράτη και της Παγκράταινας και να συντονίζει τις αστυνομικές έρευνες για να βρουν την Δρόσου, παρά το ότι έχει αποστρατευτεί. Είναι αυτός που σας έστελνε τυπωμένες τις συνομιλίες σας Πόλυ, ο ίδιος που με απείλησε με τη ζωή του Φαίδωνα αν δεν του παρέδιδα το αρχείο του Λαφανουί. Δεν ξέρω τι ρόλο παίζει ακριβώς, αλλά πολύ φοβάμαι ότι αυτός διέταξε να σκοτώσουν τον Λάσκο για να ξετρυπώσει τον Φωτεινό και μετά έβαλε και τον έπιασαν σαν έμπορο ναρκωτικών και συνεργάτη τρομοκρατών για να πάρω εγώ το μήνυμα.»
«Ποιο μήνυμα;» ρώτησαν και οι δύο ταυτόχρονα.
«Θέλει να παραδοθώ και να τους παραδώσω το αρχείο του Λαφανουί σταματώντας κάθε μου έρευνα που έχει σχέση με το περιέχόμενό του. Με αυτό του το μήνυμα δείχνει πανίσχυρος, φαίνεται ότι έχει την δύναμη να βάζει την αστυνομία να κάνει ότι αυτός θέλει, κάποιους δημοσιογράφους να γράψουν όσα τους υπαγορεύει και να χρησιμοποιεί και εγώ δεν ξέρω ποιόν άλλον. Μέχρι και το Στέιτ Ντιπάρτμεντ μπλέχτηκε στην υπόθεση. Αυτό κάνει, με αυτή την είδηση επιδεικνύει την δύναμή τους για να με τρομοκρατήσουν. Πίσω του έχει την στήριξη πανίσχυρων μηχανισμών που στηρίζονται στα τεράστια συμφέροντα κάποιων φαρμακευτικών εταιριών αλλά και όσων δεν νοιάζονται για την υγεία μας, σπέρνοντας τον τρόμο με όποιο τρόπο μπορούν. Χρησιμοποιούν τώρα και τον πιο ύπουλο τρόπο, τρομοκρατούν και με την ίδια την υγεία, καλώντας με υπερβολές και με φασιστικής έμπνευσης και αισθητικής μηνύματα τον κόσμο να κάνει πρόληψη για την πρόληψη, αδιαφορώντας για την ψυχικές νόσους, όπως την κατάθλιψη, που θερίζουν και που είναι το αποτέλεσμα της εφαρμογής και αυτών των πολιτικών τους περί δήθεν προαγωγής της υγείας, και που έχουν σαν μοναδικό στόχο το κλείσιμο στο ατομικό κουκούλι τον καθένα μας. Αν ήθελαν να κάνουν κάποια πρόληψη για την ψυχική υγεία, θα έπρεπε να σταματήσουν να διοχετεύουν στα μέσα ενημέρωσης υστερίες, που προβάλλουν υπερβολικούς κινδύνους που απειλούν την δημόσια υγεία, λες και υπάρχει ποτέ περίπτωση να πάψουν οι άνθρωποι να αρρωσταίνουν αν ακολουθήσουν τις «σοφές» τους συμβουλές. Ίσως έτσι να βρουν και οι γιατροί χρόνο για να κάνουν τη δουλειά τους με τους πραγματικά ασθενείς, αφήνοντας επιτέλους τους υγιείς στην ησυχία τους.»
«Τι ήταν αυτό που ανακάλυψε ο Φωτεινός πριν τον συλλάβουν Σπύρο; Αυτό που θα του τα εξηγούσε όλα, όπως του είχες γράψει σε εκείνο σου το μήνυμα;» ρώτησε η Πόλυ.
«Αυτό που κρύβονταν στο Σαρόκκο είναι η κλειδωμένη τρέλα. Αυτήν έκρυβαν στο Ψυχιατρείο μέχρι τώρα. Και αυτός ο κύριος με καλεί δημόσια με αυτή την στημένη είδηση να διαπραγματευτούμε για την διάδοσή της. Δεν το βλέπετε;» απάντησα.
Μείναμε και οι τρεις σιωπηλοί για πολύ ώρα. Την σιωπή διέκοψε κάποια στιγμή η Στέλλα ρωτώντας:
«Τι λες να κάνουμε τώρα Σπύρο;»
«Κοιτάξτε, το αρχείο και τα μυστικά του έχουν ήδη δημοσιοποιηθεί. Μέχρι τώρα θα έχουν κάνει τον γύρω του κόσμου και τα απόρρητα στοιχεία του Λαφανουί θα έχουν ήδη αναπαραχθεί από πολλούς, κάποιους με πολύ ενοχλητικότερες φωνές από την δική μου. Αυτό περίμενα ότι θα έκανε αυτός ο λεβέντης ο Φωτεινός αντί για μένα, που δείλιαζα να κάνω κάτι ανάλογο. Ήταν και ο μόνος που θα μπορούσε να αναλύσει τα στοιχεία που μου έστειλε ο Λαφανουί με την μέθοδό που επινόησε, εγώ δεν θα τα κατάφερνα τόσο αποτελεσματικά όσο αυτός. Δεν με απογοήτευσε. Εσείς οι δυο δεν έχετε να κάνετε τίποτα. Θα πρέπει να μείνετε εδώ για όσο χρόνο χρειαστεί. Το μόνο που μου μένει να κάνω εγώ είναι να γράψω και την δική μου απολογία, να την έχω έτοιμη πριν παραδοθώ στις Ελληνικές Αρχές στην πρεσβεία του Μπουένος Άιρες. Όσο ποιο γρήγορα γίνεται μάλιστα, πριν καταλάβουν ότι δεν έχω πλέον την αποκλειστική πρόσβαση στο αρχείο του Λαφανουί. Έτσι ίσως μπορέσω να διαπραγματευτώ την απαλλαγή του Φωτεινού από τις κατηγορίες που του φόρτωσαν, την απαλλαγή σου Πόλυ από αυτές που θα σου φορτώσουν και πριν πεθάνει από την δίψα εκείνο το κορίτσι, κλεισμένη τόσες μέρες σε εκείνο το κρυφό δωμάτιο στη Κέρκυρα. Μόνο θα ήθελα να ξέρεις Πόλυ, πόσο λυπάμαι για την τροπή που πήραν τα πράγματα με τον Φαίδωνα. Κάτι τέτοιο δεν το περιμέναμε πέρσι, πριν από την εξαφάνισή μου από την Αθήνα, όταν σχεδιάζαμε μαζί τις κινήσεις μας στην τελευταία μας συνάντηση.»

Ακριβώς εκείνη τη στιγμή η Ρομφαία ξαναζωντάνεψε την ιστοσελίδα της Διεθνούς Ένωσης Ιστορικών Τέχνης, στέλνοντας το ένα γράμμα να ακολουθεί με μεγάλη καθυστέρηση το προηγούμενο, για να σχηματιστούν στο τέλος οι παρακάτω λέξεις:

Υπάρχει κανείς εκεί έξω να με ακούει;

Posted in Γιάννης Χατζηχρήστος, Το φ του φόβου | 2 Σχόλια »